Κρίσιμη συζήτηση στο Ευρωκοινοβούλιο για τη Mercosur
18/01/2026
Κρίσιμη εβδομάδα για τον πρωτογενή τομέα ξεκινάει, από τη Δευτέρα 19/1, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, καθώς οι ευρωβουλευτές καλούνται να καθορίσουν την τύχη της αμφιλεγόμενης συμφωνίας ΕΕ-Mercosur. Συγκεκριμένα, η Ολομέλεια του Κοινοβουλίου θα κληθεί να αποφασίσει για δύο σημαντικά θέματα, που έχουν τεθεί σε ισάριθμα ψηφίσματα.
Tο πρώτο αφορά την υποβολή αιτήματος στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) για να αξιολογήσει την νομική βάση της συμφωνίας και το δεύτερο σχετίζεται με πρόταση μομφής κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (Κομισιόν) για τους χειρισμούς της στη λεγόμενη «συμφωνία Mercosur».
Εφόσον ανάψει πράσινο φως η πλειοψηφία των ευρωβουλευτών, με τη προσφυγή στο ΔΕΕ θα επανεξεταστεί νομικά η Συμφωνία και εάν το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν είναι συμβατή με τις Συνθήκες (σ.σ. τη νομοθεσία) της Ευρωπαϊκής Ένωσης θα πρέπει η Συμφωνία να τροποποιηθεί, ώστε να επικυρωθεί από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και τα κράτη μέλη.
Η πρόταση μομφής κατά της Κομισιόν μπορεί να υποβληθεί από το ένα δέκατο των μελών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, δηλαδή 72 ευρωβουλευτές, αλλά για να εγκριθεί η πρόταση πρέπει να συγκεντρώσει διπλή πλειοψηφία: Δύο τρίτα των ψηφισάντων και περισσότερα από τα μισά μέλη του Ευρωκοινοβουλίου. Η συζήτηση για την πρόταση μομφής θα γίνει την Δευτέρα 19/1 και θα πάρει το λόγο ένας ομιλητής από κάθε πολιτική ομάδα, ενώ η ψηφοφορία θα πραγματοποιηθεί ονομαστικά την Πέμπτη 22/1. Θα προηγηθεί, την Τετάρτη 21/1, η ψηφοφορία για το εάν θα ζητηθεί ή όχι η γνωμοδότηση από το ΔΕΕ.
Ποιοι υπογράφουν τα ψηφίσματα
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει ότι τα δύο ψηφίσματα υπογράφονται από περίπου 250 ευρωβουλευτές, από διάφορες πολιτικές ομάδες, γεγονός, που υποδηλώνει ότι οι αντιθέσεις προς αυτή την συμφωνία διαπερνούν όλο το πολιτικό φάσμα της ευρωβουλής. Επίσης, η βάση των διαφωνιών είναι κοινή.
Η πρώτη πρόταση ψηφίσματος υπογράφεται από 144 ευρωβουλευτές, ανάμεσά τους οι εκλεγμένοι με το ψηφοδέλτιο του ΣΥΡΙΖΑ- ΠΣ Κώστας Αρβανίτης, Νικόλας Φαραντούρης (τώρα ανεξάρτητος), Έλενα Κουντουρά, Νίκος Παππάς (τώρα ανεξάρτητος) και ο Κύπριος ευρωβουλευτής του ΑΚΕΛ Γιώργος Γεωργίου. Η δεύτερη πρόταση ψηφίσματος, υπογράφεται από 103 ευρωβουλευτές, ανάμεσά τους η Αφροδίτη Λατινοπούλου.
Από τις δύο αυτές προτάσεις ψηφισμάτων προκύπτουν ορισμένα ενδιαφέροντα στοιχεία για την συμφωνία Mercosur που έχει βρεθεί, το τελευταίο διάστημα, στην επικαιρότητα, όχι μόνο λόγω της “περιπετειώδους| έγκρισής της από το Συμβούλιο της ΕΕ και την υπογραφή της, το περασμένο Σάββατο 17/1, στην Παραγουάη, αλλά και λόγω των αγροτικών κινητοποιήσεων.
Mercosur: Το ιστορικό
Συγκεκριμένα: Ποια κράτη υπογράφουν την συμφωνία εταιρικής σχέσης: Η Συμφωνίας Εταιρικής Σχέσης είναι μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των κρατών μελών της και της Κοινής Αγοράς του Νότου, της Αργεντινής, της Βραζιλίας, της Παραγουάης και της Ουρουγουάης. Το ιστορικό: Το 1995 ξεκίνησε η συζήτηση για μια Διαπεριφερειακή Συμφωνία-Πλαίσιο Συνεργασίας μεταξύ των δύο μερών, της ΕΕ και της Mercosur της Κοινής Αγοράς του Νότου, που είναι ένας εμπορικός συνασπισμός, με μέλη τα παραπάνω κράτη της Νοτίου Αμερικής.
Το 1999 το Συμβούλιο ενέκρινε την έναρξη διαπραγματεύσεων μιας συμφωνίας σύνδεσης με τις χώρες της Mercosur και το 2019 εγκρίθηκε καταρχήν συμφωνία, με την οποία συνοψίζονταν «τα αποτελέσματα των διαπραγματεύσεων του εμπορικού μέρους της συμφωνίας σύνδεσης ΕΕ-Mercosur». Το 2024 η Κομισιόν ανακοίνωσε ότι είχε ολοκληρώσει τις διαπραγματεύσεις και ένα χρόνο αργότερα (Σεπτέμβριος 2025) παρουσίασε δύο παράλληλα νομοθετικά κείμενα, τη Συμφωνία Εταιρικής Σχέσης ΕΕ-Mercosur (EMPA) και μια Ενδιάμεση Εμπορική Συμφωνία (ITA).
Η μομφή κατά της Κομισιόν
Οι ευρωβουλευτές, που υπογράφουν τις δύο προτάσεις ψηφισμάτων θεωρούν ότι βάσει των αποφάσεων έναρξης των διαπραγματεύσεων το 1999 και απόφασης του Συμβουλίου της Ευρώπης του 2018, η συμφωνία έπρεπε να είναι μια και όχι να παρουσιαστούν δύο νομοθετικά κείμενα, διότι: «(….) η EMPA είναι μια μικτή συμφωνία-πλαίσιο, η οποία απαιτεί ομόφωνη έγκριση στο Συμβούλιο, τη συναίνεση του Κοινοβουλίου και την επικύρωση από όλα τα 27 κράτη μέλη πριν τεθεί πλήρως σε ισχύ· ενώ η ITA καλύπτει μόνο τις διατάξεις που εμπίπτουν στην αποκλειστική αρμοδιότητα της ΕΕ και απαιτεί μόνο ειδική πλειοψηφία στο Συμβούλιο και τη συναίνεση του Κοινοβουλίου για να τεθεί σε ισχύ».
Οι ίδιοι θεωρούν ότι «ο διαχωρισμός της συμφωνίας ΕΕ-Mercosur σε δύο ξεχωριστά νομικά κείμενα, δηλαδή την EMPA και την ITA, παρακάμπτει το δικαίωμα των εθνικών κοινοβουλίων να επικυρώσουν την Ενδιάμεση Εμπορική Συμφωνία (ΙΤΑ)». Αυτό φαίνεται να έγινε καθώς ήδη εθνικά κοινοβούλια έχουν εκφραστεί αντίθετα με τη συμφωνία.
Οι διαφωνίες σε βασικά σημεία της συμφωνίας: Στο ψήφισμα, που υπογράφεται από τους 144 ευρωβουλευτές περιγράφονται αναλυτικά οι διαφωνίες σε βασικά σημεία της συμφωνίας, θεωρώντας, μάλιστα, ότι διατάξεις είναι αντίθετες με το κοινοτικό δίκαιο. Σε αυτό το πλαίσιο υπογραμμίζουν μεταξύ άλλων ότι:
- Υπάρχουν σημαντικές κανονιστικές διαφορές μεταξύ της ΕΕ και των χωρών της Mercosur σε σχέση με την παραγωγή τροφίμων και τα υγειονομικά και κτηνιατρικά πρότυπα.
- H συμφωνία ΕΕ-Mercosur μειώνει τα μέτρα ελέγχου και ελέγχου για τις γεωργικές εισαγωγές από τη Mercosur ενώ ειδικά για τα υγειονομικά και φυτοϋγειονομικά μέτρα περιλαμβάνει διάφορα μέτρα που αποδυναμώνουν τους υφιστάμενους μηχανισμούς ελέγχου·
- Η Συμφωνία για την Εμπορία (ITA), σχετικά με το εμπόριο και τη βιώσιμη ανάπτυξη, περιορίζει την εφαρμογή της αρχής της προφύλαξης, ιδίως σε καταστάσεις «κινδύνου σοβαρής υποβάθμισης του περιβάλλοντος ή για την υγεία και την ασφάλεια στην εργασία».
Όπως σημειώνουν «αυτοί οι περιορισμοί μπορούν να οδηγήσουν σε μείωση των επιπέδων προστασίας της υγείας, των καταναλωτών και του περιβάλλοντος στην ΕΕ». Στη δεύτερη πρόταση της ομάδας των «103» αναφέρεται, μεταξύ άλλων ότι: «(…) η προβλεπόμενη απελευθέρωση του εμπορίου γεωργικών προϊόντων διατροφής στο πλαίσιο της συμφωνίας ΕΕ-Mercosur μπορεί να εκθέσει τους καταναλωτές της ΕΕ σε κινδύνους για την υγεία και την υγιεινή που συνδέονται με την εισαγωγή προϊόντων που ενδέχεται να μην συμμορφώνονται με τα πρότυπα της ΕΕ για την ασφάλεια των τροφίμων και την υγεία των ζώων και των φυτών, και (…) η περιορισμένη ικανότητα συστηματικών συνοριακών ελέγχων θα μπορούσε να υπονομεύσει το υψηλό επίπεδο προστασίας του ανθρώπου, του περιβάλλοντος και των καταναλωτών».





