Ο εκλογικός “θρίαμβος” της βερολινέζικης “Αριστεράς”!
24/09/2026
Τα δύο πρόσφατα εκλογικά αποτελέσματα στο Βερολίνο και στο κρατίδιο του Μέκλενμπουργκ – Δ. Πομερανία αποτελούν, σε συνδυασμό και με τις εκλογές πριν δύο εβδομάδες στο κρατίδιο Σαξωνία-Άνχαλτ, πανθομολογουμένως μια εκ βαθέων αλλαγή στο κομματικό τοπίο της Γερμανίας. Αν «το αστικό κέντρο έχει πεθάνει», όπως υποστηρίζει αρθρογράφος της συντηρητικής “die Welt”, ή όχι και ακόμα χαροπαλεύει, θα φανεί σίγουρα στο αμέσως επόμενο διάστημα της “καλά κρατούσας” γερμανικής κρίσης.
Προς το παρόν, το σίγουρο είναι ότι το “σύστημα” βρίσκεται σε διαδικασία αυτοκαταστροφής, επιμένοντας επίμονα παρά τα πολλά αρνητικά εκλογικά μηνύματα στην πολιτική του “συνεχίζουμε ως έχει” (“Weiter so”) και μάλιστα μ΄ έναν ήδη αποτυχημένο καγκελάριο Μερτς! Σε κάθε περίπτωση η κυριαρχία των παραδοσιακών κομμάτων εξουσίας (CDU/CSU, SPD, FDP) κλονίζεται συθέμελα από τη δημιουργία νέων σχετικά πολιτικών σχηματισμών και από τη ραγδαία πτώση ιστορικών πολιτικών δυνάμεων, οι οποίες μετατρέπονται σταδιακά σε κομπάρσους του πολιτικού συστήματος και σε “στήριγμα περίεργων πλειοψηφιών”.
Η εκλογική άνοδος του “ακραίου” κόμματος Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD), ως νέου, μοναδικού πλέον “λαϊκού κόμματος” (Volkspartei) της Γερμανίας, τροφοδοτείται τόσο από “συντηρητική” ιδεολογική πεποίθηση, όσο και από τη διάχυτη απογοήτευση και επιθυμία τιμωρίας των παραδοσιακών κομμάτων και την προφανή λαϊκή πίεση για “αλλαγή”. Ένας συνδυασμός που μόνο επιφανειακά φαντάζει αντιφατικός, καθώς, όπως συμφωνούν σχεδόν όλοι οι πολιτικοί αναλυτές, αυτοί οι “κινητήριοι μοχλοί” αλληλοσυμπληρώνονται στην πράξη και έτσι εξηγείται και η σταθεροποίηση των ποσοστών του κόμματος κοντά στο 30%.
Ξεχωριστή, και εντελώς διαφορετική από το AfD είναι η ειδική περίπτωση του έτερου “ακραίου” κόμματος, “die Linke” (Η Αριστερά) και ακόμα περισσότερο “Η Αριστερά” του Βερολίνου, η οποία με ποσοστό 25,7% και αρχηγό την τουρκικής καταγωγής Ελίφ Εράλπ θριάμβευσε στις εκλογές για τη δημαρχία του Βερολίνου, ενώ παγγερμανικά κυμαίνεται γύρω στο 10%.
Περισσότερο συγκεντρωτικό κράτος με λιγότερη όμως αστυνομία (Let’s defund the police!). Περισσότεροι φόροι και 220.000 “κοινωνικοποιήσεις-απαλλοτριώσεις” και ανακαινίσεις κατοικιών. Περισσότερες wook-ιδέες και όσο δυνατόν λιγότερο “ναζί” στο πολυπολιτισμικό Βερολίνο. Πρόσθετα κοινωνικά επιδόματα και το αργότερο μέχρι το 2040 “κλιματική ουδετερότητα”. Κλιμακούμενος “αυθεντικός” αντισημιτισμός αραβικής “κοπής” και σταθερά “θολή” σχέση με τη Ρωσία, την ειρήνη και τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Μεγαλύτερη παρασιτική αυτοσυντήρηση “ημετέρων” από κρατικά χρήματα και κανένα “τείχος προστασίας” (Brandmauer) απέναντι σε αυτοαποκαλούμενους “ειρηνοποιούς” από τις οργανωμένες αραβογερμανικές και αφρογερμανικές εγκληματικές φατρίες (βλ. Remmo-Clan), οι οποίες, ειρήσθω εν παρόδω, λειτουργούν στο Βερολίνο από καιρό παράλληλα με το ισχύον “αστικό” νομικό σύστημα και την “πατριαρχική” κρατική εξουσία, και έγιναν, σημειολογικά τουλάχιστον, “κοινωνικά αποδεκτοί” (salonfähig) μετέχοντας και αυτές το βράδυ των εκλογών στα πάρτι νίκης της “Αριστεράς”.
“Αριστερή” πολιτική Βερολίνου/πρόταση “Alle hinein”
Αυτές είναι μερικές μόνο παράμετροι από την επίσημη – και μη επίσημη – πολιτική ατζέντα και από το μοντέλο διακυβέρνησης του Βερολίνου από την βερολινέζικη Αριστερά (die Linke). Μια “προοδευτική” πρόταση θεμελιακής αναθεώρησης, όπως λέγεται, του μοντέλου διακυβέρνησης της πόλης, που μετά τον εκλογικό θρίαμβο του δεν φαντάζει και τόσο απόμακρη, καθώς, παρά τις όποιες σοβαρές διαφοροποιήσεις τους, ιδιαίτερα στο ευαίσθητο ζήτημα του “αντισημιτισμού της Αριστεράς”, τα άλλα δύο κόμματα της “ευρύτερης Αριστεράς”, οι Σοσιαλδημοκράτες (SPD) και οι Πράσινοι (Die Grünen), δύσκολα δεν θα υποκύψουν στις σειρήνες της εξουσίας, ιδιαίτερα στο Βερολίνο.
Με τα σημερινά δεδομένα η άλλη εναλλακτική πρόταση κυβέρνησης συνασπισμού στο Βερολίνο των δύο αυτών κομμάτων με τους καταρρακωμένους εκλογικά και σε βαθιά κρίση ευρισκόμενους Χριστιανοδημοκράτες (CDU) φαίνεται απίθανη. Η πάλαι ποτέ γερμανική σοσιαλδημοκρατία, που παραδοσιακά επιδίωκε να συνδυάσει έννοιες όπως ελευθερία, δημοκρατία, κράτος δικαίου, κοινωνική οικονομία της αγοράς και ιδιωτική ιδιοκτησία, έπαψε εδώ και χρόνια ν’ αποτελεί “λαϊκό κόμμα” κι ένα σημαντικό μέρος των στελεχών του επιδιώκει την ριζοσπαστικότητα και στροφή προς τ΄ αριστερά, μήπως και επιβιώσει μέσω της διολίσθησης σε θέσεις εκτός κλασικής σοσιαλδημοκρατίας.
Το ερώτημα είναι αν υπάρχουν ακόμα εκείνα τα αντανακλαστικά και η διαχρονική ικανότητά της να διατυπώνει, σε αντίθεση με το καταρρέον CDU, απροσπέλαστες “κόκκινες γραμμές” για τους συνασπισμούς που επιδιώκει. Μόνο ένα παράδειγμα “αριστερής πολιτικής” made in Berlin για το μεταναστευτικό, που όμως είναι ενδεικτικό για την γενική κοσμοθεώρηση της βερολινέζικής “die Linke”, που κατά τα φαινόμενα ξεπερνά σε εξτρεμισμό και την εθνική Αριστερά.
Με κεντρικό σύνθημα “Όλοι μέσα” (Alle hinein) η μεταναστευτική πολιτική της Αριστεράς επικεντρώνεται κατά βάση στην επέκταση έτι περαιτέρω των δικαιωμάτων παραμονής των μεταναστών. Έτσι στις βασικές προτάσεις του κόμματος περιλαμβάνονται μ. α. :
- Θέσπιση μιας πανεθνικής ρύθμισης με βάση συγκεκριμένη ημερομηνία-ορόσημο (Stichtagsregelung) για τη νομιμοποίηση της παραμονής των μεταναστών.
- Επέκταση του λεγόμενου “Δικαιώματος Ευκαιρίας Διαμονής” (Chancen-Aufenthaltsrecht).
- Εφαρμογή προσωρινών μέτρων για την αναστολή των απελάσεων.
- Αξιοποίηση της “Επιτροπής Ανθρωπιστικών Περιπτώσεων” (Härtefallkommission) με σκοπό να δοθεί προοπτική παραμονής σε όσο το δυνατόν περισσότερους μετανάστες.
Η άνοδος της “Αριστεράς”
Γι αυτό δεν είναι καθόλου περίεργο που “Η Αριστερά” ψηφίστηκε από το 51% των Μουσουλμάνων, όπως ακριβώς και στις γειτονιές όπου πληθυσμιακά υπερισχύουν μετανάστες. Αντίθετα, και παρά αυτά, οι χριστιανοί μετανάστες προτίμησαν το CDU ή το SPD, ενώ τα ποσοστά του AfD ήταν δυσανάλογα πολύ μικρά σε σχέση με την απήχησή του παγγερμανικά, με εξαίρεση στους μετανάστες γερμανικής καταγωγής από τη Ρωσία.
Έχει ενδιαφέρον επίσης ότι μεταξύ των μεταναστών ψηφοφόρων παρατηρείται και η μεγαλύτερη αποχή από την εκλογική διαδικασία επειδή, όπως δείχνουν οι δημοσκοπήσεις, δεν αισθάνονται πως εκπροσωπούνται επαρκώς από κανένα κόμμα. Κάτι που σημαίνει ότι μελλοντικά πιθανόν να δημιουργηθούν αμιγώς θρησκευτικά ή και εθνικά κόμματα στη Γερμανία.
Είναι ενδεικτικό επίσης ότι το όντως πολύ πιεστικό θέμα της στέγασης, που σε συνδυασμό με την επιδιωκόμενη κοινωνικοποίηση των μεγάλων ιδιωτικών ομίλων ακινήτων έγινε και η προεκλογική σημαία της Αριστεράς, αφορούσε πρωτίστως τις νεώτερες ηλικίες, που είναι εκείνες που για μήνες και χρόνια αγωνίζονται χωρίς επιτυχία να βρουν, έστω μια ακριβή, στέγη στη γερμανική πρωτεύουσα.
Έτσι όπως ήταν αναμενόμενο, το κόμμα αυτό κατάφερε να κερδίσει πανηγυρικά κυρίως στις ηλικιακές ομάδες 16 έως 24 ετών, βασικό χαρακτηριστικό των οποίων είναι σήμερα η οικονομική και ιστορική αμάθεια, συγκεντρώνοντας ποσοστό άνω του 40%, ενώ το ποσοστό αυτό στις νεαρές γυναίκες ξεπέρασε ακόμα και το 50%.
Για την ισλαμολόγο Σουζάνε Σρέτερ είναι πάντως σαφές γι αυτό που συμβαίνει σήμερα στο κοσμοπολίτικο και πολυπολιτισμικό Βερολίνο: Τα τεράστια εκλογικά κέρδη της Αριστεράς οφείλονται πρωτίστως σε “μια εθνοτική προεκλογική εκστρατεία, η οποία απευθύνεται σε ισλαμιστικά περιβάλλοντα”, προειδοποιώντας παράλληλα ότι “με αυτόν τον τρόπο ενισχύονται εγκληματικές φατρίες και υποστηρικτές της τρομοκρατίας”.
Δεν είναι πάντως λίγοι οι πολιτικοί αναλυτές που επισημαίνουν ότι ξεκινώντας από το Βερολίνο η Γερμανία βιώνει την απαρχή εθνοτικών προεκλογικών εκστρατειών. Κόμματα όπως η Αριστερά απευθύνονται πλέον σε εθνικό επίπεδο όχι καθολικά στους πολίτες αλλά στοχευμένα σε συγκεκριμένες ομάδες ψηφοφόρων στα τουρκικά ή στα αραβικά. Γι αυτό το κόμμα οι θρησκευτικές και εθνοτικές ταυτότητες είναι πιο σημαντικές από τους μεμονωμένους πολίτες.
Εξαχρείωση των ηγετών
Τα πολλά μηνύματα πάντως των εκλογών στη Γερμανία, που παρά την υποχώρηση λόγω της πολύμορφης κρίσης που περνά, είναι πανευρωπαϊκά και μας αφορούν άμεσα. Και όποιος δεν το βλέπει ή παραμένει στην επιδερμική θεώρησή τους, όπως κάνουν πολλοί στην Ελλάδα, μπορεί μια μέρα, στο κοντινό μέλλον, να “πέσει από τα σύννεφα” διαπιστώνοντας πολύ αργά ότι όντως “το αστικό κέντρο έχει πεθάνει” ή να “αργοπεθαίνει” και στη δική του χώρα, παρά τους όποιους επικοινωνιακούς μύθους περί κυβερνησιμότητας κάποιων “αναντικατάστατων”, νεοφιλελεύθερων πολιτικών του “κέντρου”.
ΥΓ. Τι θέλουν άραγε να μας πουν όταν φωτογραφίζονται με στρατιωτικές ενδυμασίες οι ευρωπαίοι ηγέτες; Υπονοούν πως ετοιμάζονται για πόλεμο, παρότι οι λαοί που κυβερνούν τους εξευτελίζουν συνεχώς στις εκλογικές αναμετρήσεις; Στη σύνοδο κορυφής της Αρκτικής την περασμένη εβδομάδα αποκαλύφτηκε το κυρίαρχο πλέον πολιτικό κλίμα της απόλυτης πνευματικής εξαχρείωσης των ευρωπαίων ηγετών.
Επίμονα, σχεδόν εμμονικά, δεν θέλουν να δώσουν καμιά ευκαιρία στη διπλωματία, πόσο μάλλον στην ειρήνη. Προδίδουν την ειρήνη και αφήνουν απροστάτευτους τους λαούς τους να υποστούν τις δυσβάσταχτες οικονομικές συνέπειες ενός ήδη πενταετούς σχεδόν πολέμου, που θα μπορούσε να μη ξεκινήσει ποτέ ή να σταματήσει τις πρώτες εβδομάδες. Μια υπόθεση που σιγά-σιγά γίνεται πραγματικότητα : Όποιο και να είναι το κόστος για τους ευρωπαϊκούς λαούς, ο πόλεμος μεταξύ Ουκρανίας και των συμμάχων της και της Ρωσίας πρέπει να συνεχιστεί.
Η σημειολογία της φωτογραφίας είναι ξεκάθαρη. Μετά από τους δύο παγκοσμίους πολέμους που τόσα δεινά προκάλεσαν, το μεταπολεμικό ειρηνευτικό εγχείρημα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ανήκει στο παρελθόν. Με βασικούς αίτιους και πάλι τους πολιτικούς του μικρού διαμετρήματος, ενός Μέρτζ, ενός Μακρόν, μιας Κάλας ή μιας Ούρσουλας.





