Ο ΣΥΡΙΖΑ αντιμέτωπος με την κρυφή γοητεία της διαπλοκής

Σταύρος Λυγερός
3587
Ο ΣΥΡΙΖΑ αντιμέτωπος με την κρυφή γοητεία της διαπλοκής, Σταύρος Λυγερός

Η εξάρτηση των κομμάτων και των πολιτικών από το πολιτικό χρήμα και από τα Μίντια, σε συνδυασμό με τον έλεγχο των Μίντια από βαρόνους του χρήματος, είχε πολύ πριν την εκδήλωση της κρίσης μετατοπίσει το κέντρο βάρους στις σχέσεις πολιτικής και οικονομικής εξουσίας. Και την είχε, βεβαίως, μετατοπίσει προς όφελος της δεύτερης, τροφοδοτώντας έτσι μια τάση εξάρτησης της πολιτικής εξουσίας. Σε αρκετές περιπτώσεις η εξάρτηση αυτή προσλαμβάνει διαστάσεις όχι απλώς διαπλοκής, αλλά υπαλληλοποίησης.

Οι αμαρτωλές σχέσεις στο τρίγωνο πολιτικής-Μίντια-κεφαλαίου όχι μόνο καταρρακώνουν κάθε έννοια υγιούς ανταγωνισμού, αλλά και δημιουργούν ένα κλίμα γενικευμένης αναξιοπιστίας, το οποίο αδικεί όσους σέβονται τους κανόνες. Η Λερναία Ύδρα της διαπλοκής και της διαφθοράς δηλητηριάζει τις ηθικές αξίες που στηρίζουν τον κοινωνικό ιστό, διαβρώνει το Κράτος Δικαίου, νοθεύει τους κανόνες της αγοράς και αποτρέπει παραγωγικές πρωτοβουλίες.

Παραλλήλως, προκαλούσε και δημοσιονομικές βλάβες. Ευθυνόταν όχι μόνο για τη λεηλασία, αλλά συχνά και για τη σπατάλη του δημόσιου χρήματος. Οι πολίτες επιβαρύνονται υπέρμετρα και ως φορολογούμενοι και ως χρήστες των υπηρεσιών του δημοσίου. Με άλλα λόγια, η διαπλοκή λειτουργεί σαν καρκίνωμα, που αλλοιώνει την ουσία του δημοκρατικού πολιτεύματος και ωθεί τη χώρα σε παρατεταμένη παρακμή.

Η διαπλοκή-διαφθορά είχε συμβάλει καθοριστικά στην αποσάθρωση της εμπιστοσύνης των πολιτών προς το πολιτικό σύστημα. Όταν ο βαθμός εμπιστοσύνης πέφτει κάτω και από το αναγκαίο ελάχιστο, ο κοινοβουλευτισμός περιέρχεται σε κρίση. Αυτό είχε αρχίσει να συμβαίνει πριν η Ελλάδα βυθιστεί στην κρίση, αλλά από το 2010 πήρε πρωτοφανείς διαστάσεις. Έτσι προέκυψαν οι τεκτονικές αλλαγές στο πολιτικό σύστημα και ο ΣΥΡΙΖΑ από το 4% βρέθηκε κυβερνών κόμμα.

Κοντόθωρη στάση

Αν και τα σημάδια ήταν έντονα, το τότε πολιτικό σύστημα δεν είχε πάρει εγκαίρως το μήνυμα. Η κοντόθωρη στάση και του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ (κι όχι μόνο) ήταν αλάνθαστο σημάδι ότι είχαν χάσει τη λειτουργική σχέση πολιτικής εκπροσώπησης της κοινωνίας. Το αποτέλεσμα ήταν να εδραιωθεί η εντύπωση της κοινής γνώμης ότι η πολιτική είναι μια πολύ επωφελής υπόθεση για τους πρωταγωνιστές της. Η ισοπεδωτική αυτή εντύπωση αδικεί όσους πολιτικούς έκαναν τη δουλειά τους με ευσυνειδησία και εντιμότητα. Από την άλλη πλευρά, όμως, η γενική εικόνα είχε βάση αληθείας.

Η μετατόπιση του κέντρου βάρους της δύναμης έχει επιτρέψει στους βαρόνους του χρήματος να αποκτήσουν τον έλεγχο κατεστημένων Μίντια και μέσω αυτών να επηρεάζουν σημαντικά τον συσχετισμό πολιτικών δυνάμεων, χωρίς να διαθέτουν την παραμικρή δημοκρατική νομιμοποίηση και χωρίς, βεβαίως, να έχουν καμία ευθύνη έναντι των ψηφοφόρων. Η εξουσία αυτής της ολιγαρχίας δεν εξαρτάται από την εκλογική συμπεριφορά των πολιτών, επειδή κινείται πάνω από την τρέχουσα κομματική αντιπαράθεση.

Τυπικώς, δύσκολα μπορεί κανείς να τους ελέγξει για τη δυσανάλογη επιρροή που ασκούν, επειδή δεν έχουν ζητήσει την ψήφο και δεν έχουν αναλάβει υποχρεώσεις έναντι του εκλογικού σώματος. Δεν έχουν καμία επίσημη πολιτική ή κρατική ιδιότητα. Απ’ αυτή την άποψη, ως φαινόμενο είναι πιο επικίνδυνο από τον μπερλουσκονισμό. Τουλάχιστον, ο Ιταλός μεγιστάνας των Μίντια εγκατέλειψε την ασφάλεια του παρασκηνίου και εξετέθη στην πολιτική κονίστρα.

Από το απυρόβλητο του παρασκηνίου, οι διαπλεκόμενοι ολιγάρχες πιέζουν και ενίοτε εκβιάζουν τις κυβερνήσεις για να προωθούν επιχειρηματικά συμφέροντα. Η άνοδος του ΣΥΡΙΖΑ στην εξουσία δημιούργησε εμπλοκές στην ομαλή ροή της διαπλοκής, αλλά σταδιακά φαίνεται να αποκαθίσταται μία νέα ισορροπία. Η κυβέρνηση, με όπλο την εξουσία, προσπαθεί να δημιουργήσει το δικό της στρατόπεδο, στην πραγματικότητα τη δική της επιρροή στον χώρο των Μίντια και κάποιες σχέσεις συνεργασίας με μεγαλοεπιχειρηματίες, ώστε να εξισορροπήσει κατά τα δυνατόν τα διαπλεκόμενα συμφέροντα που συνεχίζουν να την πολεμούν.

Οριζόντιες κοινοβουλευτικές ομάδες

Λόγω του μεταξύ τους ανταγωνισμού και των αυξημένων οικονομικών αναγκών τους τα κόμματα προσέτρεχαν πάντα στους μεγάλους οικονομικούς παράγοντες για χρηματοδότηση και στους μιντιάρχες για προβολή. Οι ισχυρότεροι εκ των ολιγαρχών, μάλιστα, διέθεταν κατά κάποιον τρόπο δικές τους οριζόντιες κοινοβουλευτικές ομάδες. Είχαν δημιουργήσει γύρω τους έναν κύκλο βουλευτών και αξιωματούχων κυρίως από τη ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ, τους οποίους είτε ενίσχυαν οικονομικά είτε προωθούσαν πολιτικά, καθιστώντας τους περισσότερο ή λιγότερο εξαρτημένα πρόσωπα.

Για να εκλεγεί κάποιος βουλευτής, έπρεπε να προβληθεί. Αυτό σήμαινε ότι έπρεπε αφενός να δαπανήσει από σημαντικά έως μεγάλα ποσά και αφετέρου να εξασφαλίσει την εύνοια κάποιων Μίντια, κυρίως τηλεοπτικών καναλιών. Και τα δύο οδηγούσαν στη διαμόρφωση σχέσεων εξάρτησης. Κατά κανόνα, οι υποψήφιοι κατέφευγαν σε αφανείς χρηματοδότες για να καλύψουν τα έξοδα και συχνά για να αντλήσουν ένα περίσσευμα για να ανεβάσουν το βιοτικό τους επίπεδο πάνω απ’ όσο τους επέτρεπαν τα νόμιμα εισοδήματά τους.

Επειδή κανείς επιχειρηματίας δεν χαρίζει χρήματα και κανείς μιντιάρχης δεν εξασφαλίζει προβολή χωρίς αντάλλαγμα, το αντίτιμο που πληρώνει ένας υποψήφιος βουλευτής είναι η υποθήκευση της πολιτικής του αυτονομίας. Εάν ο υποψήφιος εκλεγεί και κυρίως εάν αναλάβει καθήκοντα υπουργού ή υφυπουργού, συνήθως καλείται να αποσβέσει την επένδυση. Για την ακρίβεια, του ζητούν περισσότερο ή λιγότερο έκνομες εξυπηρετήσεις των συμφερόντων τους.

Αυτοί είναι οι άδηλοι αλλά σιδερένιοι κανόνες του παιχνιδιού. Η διαπλοκή αρχίζει να διαμορφώνεται από τα πρώτα βήματα και εξελίσσεται αναλόγως της τροχιάς που διαγράφει ένας πολιτικός. Όσο ψηλότερα στοχεύει, τόσο μεγαλύτερη ανάγκη έχει για οικονομική (από επιχειρηματίες) και πολιτική (από τα Μίντια) υποστήριξη. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι υποχρεώνεται να αναλάβει μεγαλύτερες δεσμεύσεις, γεγονός που εκ των πραγμάτων περιορίζει τα περιθώρια κινήσεών του, όταν κληθεί να ασκήσει εξουσία. Ο πολιτικός που θα ήθελε να αποφύγει τις εξαρτήσεις είναι δύσκολο να επιβιώσει.

Οι σιδερένιοι κανόνες

Όπως προαναφέραμε, η κατάρρευση του παραδοσιακού πολιτικού συστήματος και η άνοδος του ΣΥΡΙΖΑ στην εξουσία προκάλεσε και σ’ αυτό το επίπεδο εμπλοκές. Η μεγάλη πλειονότητα των βουλευτών του κυβερνώντος κόμματος εξελέγη, λόγω του ισχυρού κοινωνικού ρεύματος για αλλαγή. Πολλοί από αυτούς ήταν άγνωστοι και στην εκλογική τους περιφέρεια και εξασφάλισαν σταυρό, επειδή κυκλοφόρησε ότι είναι αξιόλογα κομματικά στελέχη.

Με την πάροδο του χρόνου, ωστόσο, τα πράγματα αρχίζουν να δημιουργούνται νέες σχέσεις και νέες ισορροπίες. Προφανώς, επιβιώνουν ισχυρές αντιπαλότητες που έρχονται από το 2012 και το 2015, προφανώς υπάρχουν βουλευτές που δεν είναι διατεθειμένοι να ενδώσουν στον πειρασμό. Όσο, όμως, τα στελέχη της Κουμουνδούρου μετατρέπονται σε επαγγελματίες πολιτικούς, τόσο η εκλογή θα αναγορεύεται σε ζωτική ανάγκη. Και όσο αναγορεύεται τόσο οι εμπλεκόμενοι ή θα υποκύπτουν στους σιδερένιους νόμους του συστήματος ή σταδιακά θα εκβάλλονται από την κεντρική σκηνή.

Το αποτέλεσμα όλων αυτών των διεργασιών και συναλλαγών είναι η συνύφανση μιας νέας ελίτ. Βρισκόμαστε ακόμα στην πρώτη ή δεύτερη φάση αυτής της διαδικασίας, αλλά η τάση είναι εμφανής. Η δυναμική είσοδος νέων προσώπων, άλλωστε, όπως και η “θυσία” ορισμένων παραγόντων που μεσουράνησαν την προηγούμενη περίοδο στους κόλπους των αρχουσών ελίτ, διαφοροποιεί, χωρίς να ανατρέπει, τη δομή εξουσίας, η οποία υπήρχε τις περασμένες δεκαετίες.

Η ασθένεια έχει κατά κόρον επισημανθεί, αλλά δεν έχουν ποτέ ληφθεί δραστικά μέτρα. Η διαπλοκή, άλλωστε, στο τρίγωνο πολιτικοί-Μίντια-κεφάλαιο ακολουθεί υπόγειες και ως εκ τούτου ανεξέλεγκτες διαδρομές. Είναι αληθές ότι η κυβέρνηση Τσίπρα τάραξε τα λιμνάζοντα ύδατα, χάλασε κάποια δίκτυα, έκανε κάποιους να χάσουν τον ύπνο τους και προκάλεσε φόβο σε περισσότερους. Υπάρχουν ενδείξεις, ωστόσο, ότι σταδιακά αρχίζει κι αυτή να έλκεται από ίδιες ή ανάλογες “αγκαλιές”. Μακάρι οι ενδείξεις να παραμείνουν ενδείξεις.