Οι αλγόριθμοι καταλύουν αθόρυβα την δημοκρατία
01/07/2026
Είμαστε οι πράξεις μας, όπως υποστήριζε και ο Σαρτρ, ο άνθρωπος είναι το άθροισμα των πράξεών του. Από τη στιγμή που ξυπνάμε μέχρι να κοιμηθούμε, η ατομική μας ταυτότητα ορίζεται από τη συνεχή ροή των καθημερινών μας δραστηριοτήτων. Στην ψηφιακή εποχή, αυτές οι πράξεις δεν μένουν στο επίπεδο της εμπειρίας· μετατρέπονται σε δεδομένα. Υπό μορφή “ηλεκτρομαγνητικών σημάτων” συλλέγονται, ομαδοποιούνται και συντίθενται από αλγοριθμικές οντότητες, δημιουργώντας ένα ψηφιακό είδωλο που μας ορίζει ως σύνολο δραστηριοτήτων.
Η ΑΙ-Τεχνητή Νοημοσύνη μεταβάλλει την ίδια την “ελευθερία” μας σε μια στατιστική πιθανότητα – μετατροπή του πολίτη σε “αποθήκη δεδομένων” με τεράστια εμπορική και πολιτική ισχύ. Επειδή οι ενέργειές μας αποκαλύπτουν τη σκέψη, οι αλγόριθμοι δεν χρειάζεται να “διαβάσουν” το μυαλό μας, τους αρκεί να καταγράψουν τα ίχνη των πράξεών μας για να προβλέψουν – και τελικά να κατευθύνουν – την επόμενη κίνησή μας*. Όποιος κατέχει αυτό το είδωλο, κατέχει την ίδια μας την αυτονομία.
Τον Μάιο του 2018, η Ευρωπαϊκή Ένωση εγκαινίασε μια νέα εποχή με την εφαρμογή του Γενικού Κανονισμού Προστασίας Δεδομένων (GDPR). Η υπόσχεση ήταν ηθικά επιβλητική, αφού ο πολίτης θα παρέμενε το υποκείμενο της τεχνολογίας και όχι το αντικείμενό της. Οκτώ χρόνια μετά, ο απολογισμός δεν θυμίζει θρίαμβο των δικαιωμάτων, αλλά μια παρατεταμένη θεσμική υποκρισία. Το 2016, μία δεκαετία νωρίτερα από σήμερα, υπήρξε το ορόσημο – η χρονιά που οι αποκαλύψεις για την Cambridge Analytica κατέδειξαν ότι τα δεδομένα μας δεν είναι απλώς ψηφιακές πληροφορίες, αλλά όπλα μαζικής χειραγώγησης.
Σήμερα, η “προστασία” που διακηρύσσει η ευρωπαϊκή γραφειοκρατία αποδεικνύεται μια διαχειριστική άσκηση που συγκαλύπτει την οριστική απώλεια της ιδιωτικότητας και δεν κάνει σχεδόν τίποτα ουσιαστικό για να αδρανοποιήσει, ή να εξουδετερώσει τη διαρκή απειλή που αποτελεί η ΑΙ-Τεχνητή Νοημοσύνη για τη δημοκρατία, παραμένουσα στα χέρια ανεξέλεγκτων ολιγαρχικών δυνάμεων.
Η θεσμική υποκρισία της Ευρώπης
Το σύστημα λήψης αποφάσεων της ΕΕ εγκλωβισμένο στην επίδραση του Λουθηρο-Καλβινιστικού πνεύματος και παράδοσης έχει κατασκευάσει ένα νομοθετικό “Matrix”για να αντιμετωπίσει με νομικά θέσμια την ταχύτατα εξελισσόμενη ψηφιακο-κβαντική εποχή βλ. στο Forbes (Τhe quantum era is upon us). Έναν “καθεδρικό ναό” νομικών κειμένων – GDPR, DMA, AI Act – για να στεγάσει το άδειο, ψηφιακά αποικιοκρατούμενο σώμα της δημοκρατίας της.
Η Κομισιόν, οφείλοντας να ενεργεί ως θεματοφύλακας των Συνθηκών (άρθρο 17 ΣΕΕ), έχει διολισθήσει σε έναν ρόλο που δύσκολα κρύβεται πίσω από τη γραφειοκρατική ορολογία. Η συστηματική αγνόηση των δεσμευτικών αποφάσεων του Δικαστηρίου της ΕΕ (ΔΕΕ) και η περιφρόνηση των γνωμοδοτήσεων του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Προστασίας Δεδομένων-ΕΣΠΔ** – Απόφαση Schrems I (C-362/14) και ακύρωση του Safe Harbor – δεν ερμηνεύονται ως “διοικητικές αστοχίες”. Είναι επιλογές. Όταν οι θεσμοί παρακάμπτουν τη δικαστική κρίση για να διατηρήσουν τις διατλαντικές ροές δεδομένων [Γνωμοδότηση 5/2023 του EDPB για το Data Privacy Framework (DPF)], αποδεικνύουν ότι η προστασία είναι μια μεταβλητή που θυσιάζεται μόλις έρθει σε επαφή με τα πραγματικά κέντρα ισχύος.
Η απάτη των προστίμων
Στο κέντρο αυτού του θεάτρου βρίσκεται η “Εκτίμηση Αντικτύπου Έννομων Συμφερόντων” (LIA). Μια άσκηση που αδυνατεί να παράξει αντικειμενικά αποτελέσματα, καθώς πρόκειται για άσκηση αυτο-αξιολόγησης χωρίς έλεγχο τρίτου (blind testing). Καταλήγει έτσι σε μια “νομική αλχημεία” που επιτρέπει στον κάθε ισχυρό δρώντα να βαφτίζει την εισβολή στην ιδιωτική ζωή ως “έννομο συμφέρον”. Παράλληλα, η ανομοιόμορφη εφαρμογή του GDPR και το σύστημα “μίας στάσης” (one-stop-shop) των Εθνικών Αρχών Προστασίας Δεδομένων έχουν εξελιχθεί σε καταφύγιο αποφυγής ευθυνών.
Η αναποτελεσματικότητα της πολιτικής των προστίμων είναι ο καθρέφτης αυτής της κατάστασης. Όταν η Κομισιόν επέβαλε στη Google το πρόστιμο των 4,34 δισεκατομμυρίων ευρώ, το ποσό αντιστοιχούσε σε λιγότερο από το 3,2% των ετήσιων εσόδων της Alphabet [Κομισιόν, Press Corner, IP/19/1770: Πρόστιμο 4,34 δισ. ευρώ στη Google]. Σε μια αγορά όπου το “καύσιμο” είναι τα δεδομένα μας, αυτό δεν συνιστά κύρωση, αλλά το “κόστος ενοικίου” για τη διατήρηση του ψηφιακού μονοπωλίου!
Ακόμα πιο κυνική είναι η στάση των κρατικών μηχανισμών. Όταν μια ανεξάρτητη αρχή επιβάλλει πρόστιμο σε μια δημόσια υπηρεσία, το δημόσιο χρήμα μεταφέρεται απλώς από τη μία τσέπη στην άλλη. Η προστασία μετατρέπεται σε μια γραφειοκρατική φάρσα όπου το κράτος “τιμωρεί” τον εαυτό του για να διατηρήσει την ψευδαίσθηση της τάξης. Από την απόφαση 339/2019 του ΣτΕ έως την υπόθεση της κας Ασημακοπούλου, η επιβολή προστίμου εκ των υστέρων δεν αποτελεί αποκατάσταση της δικαιοσύνης, αλλά μια προσχηματική τελετουργία.
Ο GDPR δεν προστατεύει τον πολίτη από την αλγοριθμική εισβολή, αλλά προσφέρει ένα νομικό πλαίσιο μέσα στο οποίο η εισβολή συνεχίζεται, αρκεί να καταβάλλεται το ανάλογο τίμημα. Αυτό το κόστος συμμόρφωσης μετατρέπεται τελικά σε “αόρατο φόρο” που μόνο βαραίνει την ευρωπαϊκή οικονομία.
Η συναίνεση (“Consent”) ως θεσμικό πλυντήριο
Στην καρδιά της ψηφιακής ψευδαίσθησης βρίσκεται το περίφημο “Consent”. Με ένα κλικ, ο χρήστης αναγκάζεται να νομιμοποιήσει τη συστηματική κλοπή δεδομένων του. Δεν πρόκειται για ελεύθερη βούληση, αλλά για εκβιαστική συναίνεση που υπαγορεύει, είτε δέχεσαι να γίνεις το προϊόν, είτε αποκλείεσαι από τη ψηφιακή κοινότητα. Η διεργασία αυτή έχει μεταβληθεί σ’ αυτό που πλέον νομικά και ψυχολογικά ονομάζεται Consent Fatigue (κόπωση συναίνεσης).
Οι Gatekeepers (ψηφιακοί θυρωροί που ελέγχουν την είσοδο στην ψηφιακή μας πραγματικότητα) των (Google, Meta, Apple) έχουν υποκαταστήσει τις Εθνικές Αρχές μέσω της τεχνικής αρχιτεκτονικής. Όταν η Google καταργεί τα third-party (τρίτων μερών) cookies, δεν μας προστατεύει, αλλά απλά οικειοποιείται την παρακολούθηση εντός του δικού της “ψηφιακού κήπου” (Google Cloud Model Garden)***, καθιστώντας τον εαυτό της τον μοναδικό κάτοχο των first-party δεδομένων.
Η Google παραδέχεται την πραγματική της στρατηγική, δηλαδή ότι δεν εξαλείφει την παρακολούθηση, αλλά την οικειοποιείται. Μετατρέπει την ιδιωτικότητα σε ένα προϊόν που διαθέτει μόνο η ίδια, αναγκάζοντας όλη την αγορά να μεταφέρει τους διαφημιστικούς της προϋπολογισμούς εντός του δικού της ελέγχου.
Υποκρισία και στη σύγκρουση GDPR-A.I. Act
Γιατί ενώ ο GDPR απαιτεί τον περιορισμό των δεδομένων στον νόμιμο σκοπό, η Τεχνητή Νοημοσύνη απαιτεί την αιώνια διατήρηση και επεξεργασία τους. Είναι τεχνικά αδύνατο να διαγραφούν προσωπικά δεδομένα από τα εκπαιδευμένα μοντέλα Τεχνητής Νοημοσύνης. Ο GDPR βασίζεται στην αρχή του “περιορισμού του σκοπού και του χρόνου διατήρησης” (να σβήνονται τα δεδομένα) . Όμως, τα Μεγάλα Γλωσσικά Μοντέλα (LLMs) της Τεχνητής Νοημοσύνης λειτουργούν αντίθετα δηλαδή “καταβροχθίζουν αιώνια δεδομένα”.
Από τη στιγμή που μια πληροφορία μπει στα “βάρη” και τις παραμέτρους ενός νευρωνικού δικτύου, είναι τεχνικά αδύνατο να απομονωθεί και να διαγραφεί. Ο GDPR ζητά κάτι που η τεχνολογία δεν μπορεί να εκτελέσει. Παράλληλα, οι Gatekeepers υποκαθιστούν στην πράξη τις Ανεξάρτητες Εθνικές Αρχές, αφού ορίζουν εκείνοι τους τεχνικούς κανόνες (“Privacy Sandbox”), καθορίζουν τι είναι ιδιωτικότητα, αφήνοντας τις Αρχές σε ρόλο παθητικού θεατή.
Η δημοκρατία απέναντι στους αλγόριθμους
Το τελικό τίμημα πληρώνεται στο πεδίο της Δημοκρατίας. Στην εποχή της “ελεγχόμενης επιλογής”, η ελεύθερη βούληση υποχωρεί μπροστά στην αλγοριθμική στόχευση. Η δημοκρατία δεν απειλείται πλέον από τανκς, αλλά από αλγόριθμους, οι οποίοι με 70% εναρμόνιση σκέψεων, επιλογών και τελικών πράξεων, μπορούν να προβλέψουν τις μελλοντικές μας επιλογές**. Η ψηφοφορία παύει να είναι πράξη συνείδησης και μετατρέπεται σε αντίδραση σε ερεθίσματα που σχεδιάστηκαν πίσω από κλειστές πόρτες.
Πνιγμένες στον “ρυθμιστικό θόρυβο” (Regulatory Noise) [Ο όρος περιγράφει την αλληλοεπικάλυψη κανόνων που εμποδίζει την καινοτομία], οι ευρωπαϊκές εταιρείες επιλέγουν τον “ψηφιακό εκπατρισμό”. Επιλέγουν να εγκατασταθούν σε χώρες που παρέχουν ευνοϊκότερους φορολογικούς και διαδικαστικούς όρους, αφήνοντας την Ευρώπη να μετατρέπεται σε ένα μουσείο κανονισμών, ενώ οι ξένοι ρυθμιστές συνεχίζουν να ορίζουν την πραγματικότητά μας.
Η Ευρώπη βρίσκεται σε σταυροδρόμι πλέον από καιρό, ή θα αναγνωρίσει ότι η στρατηγική της είναι ένα κέλυφος χωρίς περιεχόμενο, ή θα παρακολουθεί την αποσύνθεση της Δημοκρατίας, ενώ οι “ψηφιακοί θυρωροί” θα ορίζουν τα όρια της σκέψης μας. Η επιλογή δεν είναι ανάμεσα σε περισσότερους νόμους ή λιγότερους. Είναι η επιλογή ανάμεσα στο να παραμείνουμε πολίτες με ελεύθερη βούληση ή να μετατραπούμε σε “δεδομένα” σε ένα αρχείο που κανείς δεν μας ρώτησε αν επιθυμούμε να είμαστε μέρος του.
Ειδικότερα, το ερώτημα δεν είναι πλέον αν τα δεδομένα μας είναι ασφαλή, ένα ερώτημα που αποδείξαμε παραπλανητικό, προσχηματικό και αποπροσανατολιστικό. Το ερώτημα είναι αν η ίδια η έννοια της δημοκρατικής επιλογής έχει απομείνει ανέπαφη, ή αν, υπό το βάρος των αλγορίθμων, έχει γίνει και αυτή ένα “ψυχρό” δεδομένο σε μια λίστα που ορίζει το μέλλον μας.
*Για τα μαθηματικά μοντέλα της AI, το 70% εναρμόνισης είναι επαρκές για την πρόβλεψη επιλογών. Αυτό εφαρμόζεται ήδη στο Micro-targeting (μικρο-στόχευση) πολιτικών διαφημίσεων.
**Γνωμοδοτήσεις ΕΣΠΔ (EDPB) 1/2016 και 4/2000 (WG29) για τις συστηματικές παραβιάσεις.
***Αναφορά στη στρατηγική του “Google Cloud Model Garden” ως εργαλείο κυριαρχίας επί των δεδομένων.





