Οι γαλάζιοι “χρυσοκάνθαροι” και τα πάθη της Ελλάδος
10/04/2026
Το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ φαίνεται, ότι στοιχειώνει την κυβέρνηση της ΝΔ και το «επιτελικό» κράτος Μητσοτάκη, σε τέτοιο βαθμό, που παρά τον τεράστιο επικοινωνιακό μηχανισμό που διαθέτει, αδυνατεί να το διαχειριστεί έστω και στοιχειωδώς. Τα φληναφήματα και τα ψελλίσματα περί ενεργειών των εμπλεκομένων βουλευτών και υπουργών, για το νόμιμο συμφέρον των ψηφοφόρων τους και η προσπάθεια να «καθαγιαστεί» το ρουσφέτι, ως διαχρονική πρακτική δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να συσκοτίσουν και να αποκρύψουν τον βαθύ πυθμένα της υπόθεσης αυτής.
Ότι δηλαδή στήθηκε με κυβερνητικές ευθύνες της ΝΔ ένας ολόκληρος πυραμιδικός μηχανισμός διασπάθισης δημοσίου χρήματος. Η επιστράτευση του γνωστού για τα θέματα αυτά, Άδωνι Γεωργιάδη, ο οποίος ισχυρίστηκε, ότι το ρουσφέτι προέρχεται από τους αρχαίους Έλληνες (!) και επομένως νομιμοποιείται να υφίσταται εκτεταμένα και σήμερα, καθώς και η απέλπιδα προσπάθεια Μητσοτάκη να εμφανιστεί ως «μεταρρυθμιστής», προτείνοντας αλυσιτελείς και ανούσιες προτάσεις αντιμετώπισης της βαθιάς σήψης του πολιτικού συστήματος για την οποία φέρει τεράστια ευθύνη, μόνο πικρό γέλωτα και οργή προκαλούν.
Και αυτό γιατί στα επτά χρόνια διακυβέρνησής της ΝΔ έχει δημιουργήσει φυτώριο σκανδάλων, που διογκώνουν τη σαπίλα και την βαθιά παρακμή, που έχει οδηγηθεί η χώρα οκτώ χρόνια μετά την έξοδο από τη μνημονιακή επιτήρηση.
Η πραγματική απεικόνιση αυτού του τεράστιου σκανδάλου είναι, ότι ο Οργανισμός Πληρωμής Κοινοτικών Ενισχύσεων (ΟΠΕΚΕΠΕ) με έργο τη διαχείριση των πιστώσεων του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Εγγυήσεων (Ε.Γ.Τ.Ε) του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Αγροτικής Ανάπτυξης, μετετράπη από την κυβέρνηση της ΝΔ σε μηχανισμό ενός «κλεπτοκρατικού κυκλώματος», που με εργαλείο τα βοσκοτόπια (υπαρκτά και μη) σε διάφορες περιοχές, απεκόμισε τεράστια κέρδη από χρήματα, που αναλογούσαν στους πραγματικούς γεωργούς και κτηνοτρόφους, που ολοένα και περισσότερο αδυνατούν πλέον να παραμείνουν με ανταγωνιστικούς όρους, στην αγροτική παραγωγή.
Μία απέραντη κλεπτοκρατία
Όμως αυτό το τεράστιο αυτό σκάνδαλο δεν είναι το μοναδικό αυτής της κυβέρνησης. Απλώς αποτελεί την κορυφή του παγόβουνου πολλών αντίστοιχων κλεπτοκρατικών μηχανισμών, πλέον και του τεράστιου σκανδάλου των υποκλοπών, που έχει πλήξει βαρύτατα το κράτος δικαίου στην Ελλάδα, που έχουν στήσει διάφοροι διαπλεκόμενοι «χρυσοκάνθαροι» με τις ευλογίες ή την ανοχή της σημερινής κυβερνητικής εξουσίας και της παρασιτικής, «οικονομικής ολιγαρχίας», που λυμαίνονται ξεδιάντροπα το δημόσιο χρήμα, την ώρα που οι οικονομικές ανισότητες των Ελλήνων πολιτών γιγαντώνονται και η ελληνική οικονομία συνεχίζει την πορεία της στα «βράχια», χωρίς να έχει δημιουργηθεί το οποιοδήποτε στοιχειώδες ανταγωνιστικό παραγωγικό πλαίσιο.
Πρόκειται για ένα μείζον πρόβλημα, φανερών ή αφανών τέτοιων κλεπτοκρατικών μηχανισμών, που στήθηκαν κατά την επταετή διακυβέρνηση της ΝΔ, οικονομικής διασπάθισης σε κρίσιμους τομείς (γεωργικές ενισχύσεις, ΕΣΠΑ, ταμείο ανάκαμψης, δημόσιοι πόροι κλπ.), που καταλήγουν με αδιαφάνεια στα χέρια μίας μικρής διαπλεκόμενης μερίδας της παρασιτικής, οικονομικής ολιγαρχίας, που λυμαίνεται τη χώρα και ενισχύεται από διάφορους διαπλεκόμενους – κρατικοδίαιτους «χρυσοκάνθαρους», που έχουν δημιουργήσει ένα νέο κοινωνικό στρώμα, αυτό των «εισοδηματιών από το δημόσιο χρήμα».
Οι συνέπειες αυτής της απύθμενης γενικευμένης κλεπτοκρατίας είναι οδυνηρές, τόσο στο οικονομικό επίπεδο, όσο και στο επίπεδο κοινωνίας, αφού μέσω αυτών των μηχανισμών, όλο και περισσότερα κοινωνικά στρώματα ρέπουν προς τον εκμαυλισμό, διογκώνοντας έτσι την παρακμιακή πορεία της Ελλάδας που συνεχίζεται αμείωτη και παράλληλα μειώνουν τις απαιτούμενες κοινωνικές αντιστάσεις, που αποτελούν προϋπόθεση για την αναγέννηση της χώρας.
Η πολιτική και ειδικότερα η σημερινή κυβερνητική εξουσία, παρά το ισχυρό σοκ της χρεωκοπίας της το 2010, μετά την προηγηθείσα κίβδηλη «ευημερία», και του μνημονιακού οδοστρωτήρα της προηγούμενης δεκαετίας, φαίνεται ξεκάθαρα, ότι δεν έλαβε κανένα μήνυμα αυτογνωσίας, αφού πορεύεται στον αυτόματο πιλότο ενός ληστρικού παρασιτικού μοντέλου, που με την πρώτη μεγάλη σοβαρή διεθνή οικονομική κρίση είναι βέβαιο ότι θα την ρίξει ξανά στα «βράχια».
Κανένα σχέδιο αλλαγής του παρασιτικού οικονομικού μοντέλου δεν υπάρχει, έστω και θεωρητικά στο προσκήνιο από τη σημερινή κυβέρνηση, παρά το γεγονός ότι τα προβλεπόμενα κεφάλαια του Ταμείου Ανάκαμψης αποτελούσαν την τελευταία ευκαιρία για κάτι τέτοιο. Δυστυχώς, όμως, ήδη η κυβέρνηση της ΝΔ έχει διοχετεύσει το μεγαλύτερο τμήμα αυτών στην παρασιτική οικονομική ολιγαρχία, που συνεχώς αυξάνει προκλητικά τον πλούτο της (αντιλαμβάνεται κανείς, ότι κατά την διερεύνηση της πορείας αυτών των χρημάτων, που ξεπερνούν τα 40 δις, το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ μπορεί να φαντάζει και ως παρανυχίδα).
Αυτή η κυβερνητική πολιτική αποτελεί ωρολογιακή βόμβα στα θεμέλια της χώρας, καθόσον συνεχίζεται αενάως να αναπαράγεται ως οικονομικό μοντέλο, αυτό που αποτέλεσε την αιτία κατάρρευσης και της χρεωκοπίας της, δηλαδή ανάπτυξη μέσα από την οικοδομή, τον τουρισμό και την απόλυτη εξάρτηση από τα Ευρωπαϊκά κονδύλια. Τα τελευταία όχι μόνο δεν χρησιμοποιούνται για την αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου με στόχο την ενδογενή ανάπτυξη, αλλά διοχετεύονται στην παρασιτική ολιγαρχία και στους εφαπτόμενους με αυτήν κύκλους, που επιδίδονται και σε ανεξέλεγκτη και παράνομη διασπάθιση τους.
Ο ψευδεπίγραφος “εκσυγχρονισμός” της ΝΔ
Καθ’ όλη την περίοδο της διακυβέρνησης της ΝΔ, παρά τις αρχικές κορώνες αυτής περί μεταρρυθμίσεων, περί αρίστων και αξιοκρατίας, το κράτος έχει μετατραπεί σε αποκλειστικό «λάφυρό» της, με κυρίαρχο στοιχείο την έλλειψη αξιοκρατίας, που επιδρά διαβρωτικά, τόσο ως προς την αποτελεσματική λειτουργία του σε όλους τους τομείς και ως εν δυνάμει αναπτυξιακού πόλου, όσο και ως προς το παράδειγμα προς την κοινωνία, που εθίζεται περαιτέρω σε αυτές τις λογικές του πελατειασμού, της αναξιοκρατίας και των ατομικών λύσεων.
Θα περίμενε κανείς, σε μια χώρα που βρίσκεται στον πυρήνα της Ευρώπης να αποτελούν μακρινό παρελθόν ή έστω ξεθωριασμένες αναμνήσεις οι οθωμανικές αντιλήψεις και πρακτικές του πελατειασμού, του ρουσφετιού και της διάχυσης της διαφθοράς στην πολιτική λειτουργία και στις κοινωνικές σχέσεις και όχι να αποκτήσουν νέα «στιλπνότητα» μέσω της πελατειακής κομματικής λογικής και αντίληψης της σημερινής κυβερνητικής εξουσίας.
Η πολιτική αυτή εξουσία, όχι μόνο αποτελεί τη «θεραπαινίδα» της οικονομικής ολιγαρχίας που λειτουργεί διαχρονικά με καθαρά κερδοσκοπικό και αρπακτικό τρόπο σε βάρος του δημοσίου συμφέροντος, αλλά παράλληλα, για τη δική της αυτοσυντήρηση και αναπαραγωγή καλλιέργησε και επέβαλε στα ακραία του όρια το μοντέλο του πελατειακού κράτους και της διαμεσολάβησης, μεριμνώντας να αποκτήσει για τον εαυτό του σημαντικά προνόμια.
Η συμπεριφορά της αποτελεί υπόδειγμα της εξαιρετικής κοινωνιολογικής ανάλυσης του Μαξ Βέμπερ και δη των στοιχείων που προσδίδουν στο πολιτικό προσωπικό τον χαρακτήρα ενός συμπαγούς μηχανισμού με αυτοτελείς και πολλές φορές συντεχνιακού τύπου μεθόδους και πρακτικές αυτοσυντήρησης και αναπαραγωγής του. Λειτουργεί, δηλαδή, ως «νονός» ενός «νόθου πελατειακού συστήματος» σε μια καθημαγμένη οικονομία και κοινωνία, συνιστώντας έτσι ισχυρό αντίπαλο δέος σε οποιαδήποτε μορφή πολιτικής ανανέωσης σε κεντρικό και ενδιάμεσο θεσμικό επίπεδο.
Παράλληλα και πρωτίστως, αυτή λειτουργεί ως οικονομική θεραπαινίδα του άλλου πόλου των «παθών» της χώρας μας, που είναι η οικονομική ολιγαρχία, που έχει ως πυρήνα την αντίληψη του μαυραγοριτισμού και του ατομικού πλούτου, που οδηγούν στον παρασιτισμό, διαμορφώνοντας έτσι το ισχύον μόρφωμα της παραγωγικής οικονομικής βάσης της χώρας με τις στρεβλώσεις στους επιμέρους θεσμούς του εποικοδομήματος που αλληλοεπηρεάζονται, κρατώντας τη χώρα σε τροχιά υστέρησης και υπανάπτυξης.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της αντιπατριωτικής δράσης της οικονομικής ολιγαρχίας είναι ότι, όταν η χώρα βρέθηκε μπροστά στο φάσμα της χρεωκοπίας, πρώτη και μοναδική φροντίδα της ήταν η μαζική εξαγωγή των ληστρικών κερδών της προηγούμενης περιόδου «ψευδοευημερίας» στις τράπεζες του εξωτερικού, επιδεινώνοντας δραματικά τη δημοσιονομική θέση της χώρας. Αντίθετη ακριβώς στάση απ’ αυτήν που επέδειξε την κρίσιμη αυτή περίοδο 2009-2010 η αστική τάξη της Ιταλίας, η οποία δεν εγκατέλειψε τη χώρα της. Ο αντίστοιχος φορέας των Ιταλών βιομηχάνων δημοσιοποίησε τότε την ετοιμότητά τους να αγοράσει το 1/3 του δημοσίου ιταλικού χρέους, προκειμένου η χώρα τους να αποφύγει τη βίαιη εσωτερική υποτίμηση και τη μνημονιακή κηδεμονία, που υπέστη η Ελλάδα και ο ελληνικός λαός.
Σήμερα, δεκαπέντε χρόνια μετά το «ακάνθινο μνημονιακό στεφάνι», η οικονομική ιθύνουσα τάξη, αφού παρέδωσε τα πάντα στους ξένους δανειστές στην προσπάθειά της να περισώσει τα δικά της οικονομικά προνόμια, στη συνέχεια πρωτοστατεί με βασικό συνεργό της την κυβέρνηση της ΝΔ, στο να χάσει η Ελλάδα την τελευταία ευκαιρία της εντός της ΕΕ να αλλάξει κανόνες και μορφή του οικονομικού παραγωγικού μοντέλου της, ενισχύοντας εμπράκτως την παραγωγική βάση με ανταγωνιστικούς όρους, χρησιμοποιώντας αυστηρά προς αυτόν τον στόχο τα χρήματα του Ταμείου Ανάκαμψης.
Επείγουσα ανάγκη αλλαγής
Απέναντι σε αυτό τον κατήφορο ο μοναδικός δρόμος για την υπέρβαση της κρίσης και του γενικευμένου παρασιτισμού είναι η συντριβή και η υπέρβασή του σημερινού υπονομευμένου πολιτικού συστήματος μέσω της δημιουργίας ενός νέου δημοκρατικού, προοδευτικού και πατριωτικού κινήματος αλλαγής, που θα καλύψει το τεράστιο σημερινό πολιτικό κενό και θα θέσει στο προσκήνιο τα μεγάλα υπαρξιακά προβλήματα της χώρας.
Όπως είναι για παράδειγμα η ενδογενής ανασυγκρότηση της ελληνικής οικονομίας, η ουσιαστική εμβάθυνση και ανάταξη της παιδείας, η προστασία των μεσαίων και χαμηλότερων εισοδηματικών στρωμάτων, η ανακοπή της δημογραφικής κατάρρευσης, η εμβάθυνση και προστασία του δημοκρατικού πολιτεύματος και των ατομικών και συλλογικών εγγυήσεων κάθε Έλληνα πολίτη και η αντιμετώπιση του τουρκικού αναθεωρητισμού μέσω μιας νέας εθνικής στρατηγικής αποτροπής.
Τα παραπάνω ενώ αποτελούν κρίσιμα στοιχεία δεν αρκούν. Απαιτείται συνδυαστικά με ισχυρή στοχοπροσήλωση η θέση καθαρών αρχών, που πρέπει να διέπουν το νέο υπό διαμόρφωση πολιτικό κίνημα. Παράλληλα, πέραν του σαφούς πολιτικού προγράμματος και των ανάλογων ιδεολογικών δεσμεύσεων απαιτείται η συγκρότησή του να γίνει από πρόσωπα, που δεν θα είναι ενταγμένα με τον ένα ή άλλον τρόπο στα πελατειακά και κρατικά υπάρχοντα δίκτυα. Πρόσωπα, που θα αποποιηθούν εκ των προτέρων τα ιδιαίτερα προνόμια και την ατιμωρησία, που διέπει το σημερινό πολιτικό προσωπικό της χώρας και που θα έχουν την εμπειρία της παραγωγικής διαδικασίας, την γνώση και την προοδευτική και πατριωτική συνείδηση.
Αυτό το νέο πολιτικό κίνημα οφείλει να στηριχθεί και να συνθέσει τις μέχρι τώρα ιστορικές και βιωματικές αντιλήψεις και εμπειρίες όλων των προοδευτικών ιστορικών ρευμάτων, όπως αυτά της αριστερής σοσιαλδημοκρατίας, της ριζοσπαστικής αριστεράς και της οικολογίας, προτείνοντας μία ολιστική πολιτική πρόταση και σχέδιο για την αναγέννηση της χώρας.





