Ομοσπονδία ή παρακμή το υπαρξιακό δίλημμα της ΕΕ
07/02/2026
Σε κάθε μεγάλη κρίση των τελευταίων ετών, από τον πόλεμο στην Ουκρανία και τη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή μέχρι τον εμπορικό πόλεμο ΗΠΑ-Κίνας και την αναδιάταξη της παγκόσμιας οικονομίας, επαναλαμβάνεται ως μάντρα από αναλυτές το ίδιο σχόλιο: “Η Ευρώπη απουσιάζει”. Δεν καθορίζει εξελίξεις, δεν επιβάλλει όρους, δεν δρα αυτόνομα και γενικά δεν λαμβάνεται υπόψη από τους μεγάλους γεωπολιτικούς και γεωοικονομικούς δρώντες. Η Ευρωπαϊκή Ένωση εμφανίζεται αμήχανη, διχασμένη και πολιτικά αδύναμη. Τις περισσότερες φορές οι ηγέτες της φαίνονται να εκλιπαρούν να λάβουν “μία θέση στο τραπέζι”.
Το γεγονός αυτό προκαλεί έντονη κριτική από δημοσιολογούντες και μέρος της κοινής γνώμης, οι οποίοι μιλούν για “γεωπολιτική ανυπαρξία” και “αδυναμία της Ευρώπης να υπερασπιστεί τα συμφέροντά της”. Την ίδια στιγμή όμως, οι ίδιοι παράγοντες που διαπιστώνουν αυτή την αδυναμία σπεύδουν να καταγγείλουν κάθε συζήτηση περί βαθύτερης ευρωπαϊκής ενοποίησης ως απειλή για την εθνική κυριαρχία. Η “γραφειοκρατία των Βρυξελλών” μετατρέπεται στο μόνιμο εξιλαστήριο θύμα, ενώ αποσιωπάται το προφανές: Η ΕΕ νοσεί όχι επειδή είναι υπερβολικά συγκεντρωτική ή διεφθαρμένη, αλλά επειδή είναι ανεπαρκώς πολιτικά ενοποιημένη. Η αντίφαση δεν είναι τυχαία.
Αντικατοπτρίζει τη βαθύτερη κρίση ταυτότητας της Ευρώπης. Θέλουμε μια Ένωση ικανή να παίζει ρόλο στον κόσμο, αλλά χωρίς τα πολιτικά εργαλεία που απαιτούνται. Θέλουμε ισχύ, αλλά όχι κοινή κυριαρχία. Το αποτέλεσμα είναι μια Ευρώπη που μοιάζει με σύλλογο κρατών εγκλωβισμένων στο παρελθόν, την ώρα που ο υπόλοιπος κόσμος αλλάζει με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Κανείς σχεδόν δεν τολμά να θέσει ανοιχτά τα επόμενα λογικά βήματα: Είτε τη διάλυσή της, είτε την ομοσπονδοποίηση, δηλαδή τη σύνταξη Ευρωπαϊκού Συντάγματος και τη δημιουργία θεσμών και μορφών διακυβέρνησης που θα ελέγχονται από τους λαούς και θα λογοδοτούν σε αυτούς.
Η ψευδαίσθηση της ισχύος
Η ΕΕ αρέσκεται να προβάλει την εικόνα μιας οικονομικής υπερδύναμης. Ωστόσο αυτή βασίζεται σε δεδομένα που ανήκουν ολοένα και περισσότερο στο παρελθόν. Σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα στοιχεία, η Ευρωπαϊκή Ένωση το 2023 αντιπροσώπευε περίπου το 14,7% του παγκόσμιου ΑΕΠ σε όρους ισοτιμίας αγοραστικής δύναμης (PPS), κατατάσσοντάς την τρίτη παγκοσμίως μετά τις ΗΠΑ και την Κίνα. Εάν τα στοιχεία εξεταστούν σε βάθος χρόνου, θα γίνει αντιληπτό ότι η θέση της στην παγκόσμια οικονομία μειώνεται με την πάροδο του χρόνου.
Οι δείκτες χειροτερεύουν, εάν εξεταστούν ξεχωριστά τα κράτη-μέλη. Η οικονομική ισχύς χωρίς ενιαία πολιτική βούληση και κοινά εργαλεία άσκησής της μετατρέπεται σε στατιστικό μέγεθος χωρίς στρατηγικό αντίκρισμα. Η ΕΕ δεν διαθέτει ενιαία δημοσιονομική πολιτική, δεν έχει δεσμευτική κοινή εξωτερική πολιτική και άμυνα και αδυνατεί να αντιδράσει γρήγορα και με ομόνοια σε κρίσεις. Το αποτέλεσμα είναι μια ένωση χωρών, που διαθέτουν αγορά, αλλά όχι κράτος.
Η διαρθρωτική υστέρηση της Ευρώπης αποτυπώνεται με σαφήνεια στην παραγωγικότητα της εργασίας, έναν από τους πιο κρίσιμους δείκτες μακροπρόθεσμης οικονομικής ισχύος. Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΟΟΣΑ, η παραγωγικότητα εργασίας στις ΗΠΑ (μετρούμενη ως ΑΕΠ ανά ώρα εργασίας σε όρους ισοτιμίας αγοραστικής δύναμης – PPP) παραμένει σημαντικά υψηλότερη από εκείνη της ΕΕ. Το 2023, η παραγωγικότητα στις πρώτες ξεπερνούσε τις 80 δολάρια ανά ώρα εργασίας, ενώ στις περισσότερες μεγάλες Ευρωπαϊκές οικονομίες κυμαινόταν αισθητά χαμηλότερα, κοντά ή κάτω από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ, ο οποίος διαμορφώθηκε περίπου στα 70 δολάρια ανά ώρα.
Το χάσμα αυτό δεν αποτελεί συγκυριακό φαινόμενο, αλλά αντανακλά βαθύτερες αδυναμίες της Ευρωπαϊκής οικονομίας: χαμηλότερες επενδύσεις σε καινοτομία, κατακερματισμένες αγορές κεφαλαίων, απουσία ενιαίας βιομηχανικής στρατηγικής και θεσμικά εμπόδια, που επιβραδύνουν τις οικονομίες κλίμακας και την τεχνολογική διάχυση. Όπως επισημαίνει ο ΟΟΣΑ, η χαμηλή δυναμική παραγωγικότητας στην Ευρώπη αποτελεί πλέον έναν από τους βασικούς παράγοντες απώλειας διεθνούς ανταγωνιστικότητας σε σχέση με τις ΗΠΑ και άλλες αναδυόμενες μεγάλες οικονομίες. Το χάσμα αυτό δεν κλείνει, αλλά τείνει να παγιωθεί.
Το ίδιο άσχημη είναι τα στοιχεία στις δαπάνες για Έρευνα και Ανάπτυξη (R&D). Σύμφωνα με τη Eurostat, οι συνολικές δαπάνες της ΕΕ για R&D ανήλθαν στο 2,2% του ΑΕΠ το 2022, έναντι 3,5% στις ΗΠΑ και άνω του 2,6% στην Κίνα. Το αποτέλεσμα είναι η απουσία ευρωπαϊκών εταιρειών από τους τομείς αιχμής της ψηφιακής οικονομίας, της τεχνητής νοημοσύνης και των προηγμένων πλατφορμών. Η Ευρώπη παραμένει ισχυρή σε ρυθμιστικό επίπεδο, αλλά αδύναμη σε στρατηγικό. Η υπερβολική έμφαση στη ρύθμιση, χωρίς αντίστοιχες επενδύσεις και κοινή βιομηχανική πολιτική, οδηγεί σε απώλεια ανταγωνιστικότητας και σε εξάρτηση από τρίτες δυνάμεις.
Η υποχώρηση συνοδεύεται και από γήρανση του πληθυσμού, η οποία λειτουργεί ως πολλαπλασιαστής των προβλημάτων. Το ποσοστό ατόμων ηλικίας 65 ετών και άνω υπερβαίνει πλέον το 21%, ενώ ο δείκτης εξάρτησης ηλικιωμένων αυξάνεται σταθερά, επιβαρύνοντας τα δημόσια οικονομικά και περιορίζοντας τη δυναμική ανάπτυξης. Την 1η Ιανουαρίου 2024, η διάμεση ηλικία του πληθυσμού της ΕΕ έφτασε τα 44,7 έτη, αυξημένη κατά 2,2 έτη μέσα σε μόλις μία δεκαετία. Πρόκειται για μία από τις γηραιότερες κοινωνίες παγκοσμίως, με ό, τι αυτό συνεπάγεται για την αγορά εργασίας, τα συνταξιοδοτικά συστήματα και τις δυνατότητες οικονομικής ανάπτυξης.
Οι τάσεις είναι αποκαρδιωτικές, εάν εξεταστούν οι ηλικιακοί δείκτες μεταξύ των γηγενών Ευρωπαίων και όσων έχουν μετοικήσει νόμιμα ή παράνομα στην Ευρώπη από άλλες χώρες . Χειρότερα είναι τα δημογραφικά στοιχεία αναφορικά με την αναλογία γεννήσεων/θανάτων μεταξύ γηγενών Ευρωπαίων και όσων γεννήθηκαν σε τρίτες χώρες ή από μητέρες καταγόμενες από μη-Ευρωπαϊκά κράτη. Κανένα κράτος-μέλος, όσο ισχυρό κι αν είναι, δεν μπορεί να αντιμετωπίσει μόνο του αυτή την πρόκληση. Η απουσία κοινής δημογραφικής, μεταναστευτικής και κοινωνικής πολιτικής μετατρέπει ένα συλλογικό πρόβλημα σε άθροισμα εθνικών αδιεξόδων, τα οποία τροφοδοτούν περαιτέρω την κοινωνική δυσαρέσκεια και δίνουν πολιτικό χώρο σε δημαγωγούς.
Ο Κόσμος των Νέων “Αυτοκρατοριών”
Το πρόβλημα της Ευρώπης γίνεται πιο έντονο αν εξεταστεί το ευρύτερο πλαίσιο των διεθνών εξελίξεων. Ο κόσμος του 21ου αιώνα δεν εξελίσσεται προς μια παγκοσμιοποιημένη ουτοπία ισότιμων κρατών, αλλά προς ένα σύστημα μεγάλων γεωπολιτικών και γεωοικονομικών ενοτήτων. Όπως έχει επισημάνει ο Eric Hobsbawm, το ευρωπαϊκό έθνος – κράτος είναι ιστορικό προϊόν συγκεκριμένων συνθηκών και κοινωνικοπολιτικών δομών του 19ου και των αρχών του 20ου αιώνα, οι οποίες δεν επαρκούν πλέον για να ερμηνεύσουν και να διαχειριστούν τις σύγχρονες διεθνείς σχέσεις. Ο 21ος αιώνας δεν ανήκει πλέον στα μικρά και μεσαία κράτη που δρουν μεμονωμένα, αλλά σε νέες μορφές “αυτοκρατοριών”.
Οι ΗΠΑ αποτελούν τη χαρακτηριστικότερη σύγχρονη εκδοχή αυτοκρατορίας. Διαθέτουν παγκόσμια στρατιωτική παρουσία, τεχνολογική υπεροχή, έλεγχο κρίσιμων εφοδιαστικών αλυσίδων, αφθονία στρατηγικών πρώτων υλών και χρηματοπιστωτική ηγεμονία μέσω του δολαρίου. Η Ρωσία, αν και οικονομικά και πληθυσμιακά συρρικνωμένη σε σχέση με την ΕΣΣΔ, επιχειρεί να επιβάλει μια σφαίρα επιρροής, συνδυάζοντας την στρατιωτική ισχύ, την ενεργειακή διπλωματία και τον (ακόμα περιορισμένο) αναθεωρητισμό, εκμεταλλευόμενη την τεράστια γεωγραφική μάζα και την αφθονία πρώτων υλών.
Η Κίνα οικοδομεί μια γεωοικονομική αυτοκρατορία μέσω επενδύσεων, πρωτοβουλιών όπως ο BRI, τεχνολογικής διείσδυσης και σταδιακής στρατιωτικής ισχυροποίησης. Η Ινδία τέλος, διεκδικεί ρόλο ηπειρωτικής δύναμης με αυξανόμενη επιρροή στον Ινδο-Ειρηνικό, κάνοντας παράλληλα ανοίγματα προς τον υπόλοιπο κόσμο, όπως φαίνεται και από την πρόσφατη Συμφωνία Ελευθέρων Συναλλαγών (ΣΕΣ) με την ΕΕ. Απέναντι σε αυτές τις εξελίξεις, η Ευρωπαϊκή Ένωση παραμένει κατακερματισμένη, με κράτη που συχνά ανταγωνίζονται μεταξύ τους ακόμη και σε ζητήματα ζωτικής σημασίας, όπως απέδειξαν οι πρόσφατες αντιδράσεις για τη συμφωνία με τη MERCOSUR.
Γεωπολιτική Αδυναμία και Στρατηγική Εξάρτηση
Όπως έχει επισημανθεί σε άλλα άρθρα του συντάκτη, η ΕΕ αδυνατεί να υπερασπιστεί τον εαυτό της χωρίς τις ΗΠΑ. Η συζήτηση περί “ευρωπαϊκής άμυνας” παραμένει αποσπασματική, με αντικρουόμενα εθνικά συμφέροντα και χωρίς ενιαία διοίκηση, δόγμα ή πολιτική βούληση. Σε ένα διεθνές περιβάλλον αυξανόμενης αστάθειας, αυτή η αδυναμία μπορεί να αποδειχθεί μοιραία.
Η αποχώρηση ή έστω η μερική απεμπλοκή των ΗΠΑ από την Ευρώπη, σε περίπτωση συνέχισης της τρέχουσας πολιτικής και από τις επόμενες κυβερνήσεις, ένα σενάριο καθόλου απίθανο εάν ληφθούν υπόψη οι δημογραφικές, οικονομικές και κοινωνικές αποκλίσεις μεταξύ των δύο οντοτήτων, θα άφηνε την ένωση εκτεθειμένη σε πιέσεις, που δεν θα είναι εύκολο να διαχειριστεί. Επιπρόσθετα, κανένα ευρωπαϊκό κράτος μόνο του, ούτε καν η Γερμανία ή η Γαλλία, δεν μπορεί να σταθεί ισότιμα απέναντι στις μεγάλες δυνάμεις του 21ου αιώνα.
Σε παγκόσμιο επίπεδο, ο γεωοικονομικός και γεωπολιτικός ανταγωνισμός έχουν εισέλθει σε φάση εντατικοποίησης. Οι ΗΠΑ διατηρούν την πρωτοκαθεδρία σε απόλυτους όρους ΑΕΠ και χρηματοπιστωτική ισχύ, καθώς σύμφωνα με τις προβλέψεις του ΔΝΤ για το 2025 η Αμερικανική οικονομία αναμένεται να διατηρήσει την πρώτη θέση με περίπου $30,6 τρισ. σε ονομαστικό ΑΕΠ, πολύ μπροστά από την δεύτερη Κίνα με περίπου $ 19,4 τρισ.
Η τελευταία ωστόσο, είναι ήδη η μεγαλύτερη οικονομία παγκοσμίως σε όρους PPP, αντιπροσωπεύοντας περίπου το 19% του παγκόσμιου ΑΕΠ, έναντι περίπου 14,8% για τις ΗΠΑ το 2024 και αναμένεται να διατηρήσει αυτή τη θέση τα επόμενα χρόνια. Παράλληλα, η Ινδία ξεχωρίζει ως μια από τις ταχύτερα αναπτυσσόμενες μεγάλες οικονομίες, με ετήσιους ρυθμούς ανάπτυξης, που υπερβαίνουν κατά πολύ τον παγκόσμιο μέσο όρο (π.χ. ~6,7% το 2025 στις εκτιμήσεις του ΟΟΣΑ), διευρύνοντας το γεωοικονομικό πεδίο ανταγωνισμού προς όφελος των ασιατικών αγορών έναντι των παραδοσιακών δυτικών δυνάμεων.
Αντιθέτως, η ΕΕ καταγράφει χαμηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, περιορισμένη αύξηση παραγωγικότητας και έντονη εσωτερική ανομοιογένεια. Στα προαναφερθέντα δεν έχει γίνει καμία μνεία για τις υπόλοιπες χώρες της Λατινικής Αμερικής, της Ασίας και της Αφρικής, που αυξάνουν το μερίδιό τους στην παγκόσμια κατανομή πλούτου, τον έλεγχο και κατοχή πρώτων υλών, σπάνιων γαιών ή πολύτιμων μετάλλων, ενώ εντάσσονται σε σχήματα περιφερειακής και οικονομικής ενοποίησης και συνεργασίας (όπως πχ BRICS), που σκοπό έχουν την αμφισβήτηση της Ευρωπαϊκής και Αμερικανικής ηγεμονίας.
Το Πραγματικό Διακύβευμα για την Ευρώπη
Η επιλογή που έχει μπροστά της η Ευρώπη δεν είναι ανάμεσα σε “περισσότερη” ή “λιγότερη” Ευρώπη, αλλά ανάμεσα σε ομοσπονδία ή παρακμή. Η συνέχιση του σημερινού μοντέλου σημαίνει σταδιακή απώλεια ισχύος, επιρροής και τελικά κυριαρχίας. Η απάντηση δεν μπορεί να είναι η επιστροφή στον εθνικό κατακερματισμό. Η μόνη ρεαλιστική προοπτική είναι η μετατροπή της ΕΕ σε πραγματική ομοσπονδία: με ενιαία δημοσιονομική πολιτική, κοινή εξωτερική πολιτική και άμυνα και δημοκρατική νομιμοποίηση των κεντρικών θεσμών. Παράλληλα θα πρέπει να υπάρχουν δικλείδες ασφαλείας ώστε να προστατεύονται τα δικαιώματα των Ευρωπαίων πολιτών και να γίνονται σεβαστά τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά ενός εκάστου έθνους .
Στις δεκαετίες του 1970 και 1980 τα μικρά και μεσαία συνοικιακά μπακάλικα με δυσκολία τα έφερναν βόλτα, ενώ είχαν δυσαρεστημένες και συνεχώς συρρικνούμενες πελατείες. Την ίδια στιγμή άνοιγαν μεγάλα πολυκαταστήματα με περισσότερες παροχές, καλύτερες τιμές και ελκυστικότερα εμπορεύματα. Η μοίρα τους είναι γνωστή. Η πλειοψηφία τους έκλεισε ή εξαγοράστηκε, οι πελάτες τους απορροφήθηκαν, οι ιδιοκτήτες τους άλλαξαν επάγγελμα, κατέληξαν άνεργοι ή έγιναν υπάλληλοι των νέων αλυσίδων. Δυστυχώς έτσι όπως εξελίσσονται τα πράγματα οι Ευρωπαίοι πολιτικοί ηγέτες μοιάζουν ολοένα και περισσότερο με ιδιοκτήτες τέτοιων καταστημάτων, ενώ κάποιοι συμπεριφέρονται σαν τον Ζήκο!
Ταυτόχρονα οι πολίτες φτωχαίνουν διαρκώς, ενώ την ίδια στιγμή κάτοικοι σε άλλα μέρη του κόσμου βλέπουν το εισόδημά τους να ανεβαίνει σταθερά. Εάν οι Ευρωπαϊκές ηγεσίες και οι λαοί που τις εκλέγουν συνεχίσουν να λειτουργούν ζώντας σε άλλες εποχές, μένοντας προσκολλημένοι σαν ξεπεσμένοι αριστοκράτες σε αλλοτινά μεγαλεία και εθνικούς μύθους περί μοναδικότητας και “ανάδελφων εθνών”, τότε στο όχι και τόσο μακρινό μέλλον μάλλον, οι χώρες μας θα έχουν τη μοίρα των παλιών μπακάλικων.
Η Ιστορία δεν συγχωρεί την αδράνεια, δεν περιμένει κανέναν και δεν γνωρίζει “σωστή” και “λάθος” πλευρά. Οι πολιτικές οντότητες, που αδυνατούν να προσαρμοστούν στις μεγάλες δομικές αλλαγές του διεθνούς συστήματος, καταλήγουν στο περιθώριο. Η Ευρώπη καλείται να αποφασίσει αν θα αποτελέσει ενεργό παράγοντα του 21ου αιώνα ή αν θα μετατραπεί σε γεωπολιτικό θεατή. Όπως πολύ σωστά λέγεται: “εάν δεν κάθεσαι στο τραπέζι, τότε είσαι στο μενού”. Η τωρινή πορεία οδηγεί στη μετατροπή των κρατών της σε γεωπολιτικό μουσείο, ανίσχυρα παραρτήματα των νέων αυτοκρατοριών, που θα “ξεπουλούν τα ασημικά” για να συντηρούν έναν τρόπο ζωής, που διαρκώς θα χειροτερεύει.
Όπως τραγούδησαν οι Pink Floyd, “united we stand, divided we fall” ή όπως υπενθυμίζει το αμερικανικό δολάριο “E pluribus unum” (από τα πολλά, το ένα). Δυστυχώς όμως, ο συντάκτης αν και φεντεραλιστής δεν πιστεύει ότι αυτή η ιδέα έχει ελπίδες υλοποίησης στο προβλεπτό μέλλον. Η ιστορική εμπειρία έχει δείξει ότι οι λαοί και οι ηγεσίες πολύ σπάνια, αν όχι ποτέ, δεν αλλάζουν ριζικά κατεύθυνση και νοοτροπίες, πριν η καταστροφή τους χτυπήσει την πόρτα.





