Πού τελειώνει η κρίση και αρχίζει η αυθαιρεσία στη Δικαιοσύνη;
27/10/2026
Ο Αντιεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Βασίλης Φλωρίδης με άρθρο του στην εφημερίδα “Καθημερινή” κατάγγειλε φλέβα διαφθοράς στη Δικαιοσύνη και δημιουργία κρίσης, με το να μη δεχθεί το Ποινικό Τμήμα του ΑΠ σε συμβούλιο, την εισήγηση του ως εισαγγελέα να γίνει δεκτή αίτηση αναίρεσης κατά παραπεμπτικού βουλεύματος του Εφετείου που παρέπεμπε 11 κατηγορούμενους να δικαστούν για διάφορες πράξεις, γιατί η κατηγορία, κατά τη γνώμη του, ήταν ανυπόστατη με σαθρά αποδεικτικά στοιχεία και επρόκειτο για κατασκευή κατηγορίας.
Το άρθρο του Βασίλη Φλωρίδη, γνωστού εισαγγελικού λειτουργού αδελφού του υπουργού Δικαιοσύνης, που μολονότι ήταν πρώτος στους ψήφους των συναδέλφων του και στην επιλογή στη Διάσκεψη των Προέδρων για τη θέση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου δεν επελέχθη από το Υπουργικό Συμβούλιο – προφανώς λόγω του κωλύματος από τη συγγενική σχέση – συζητήθηκε ευρύτατα με ιδιαίτερη προβολή στα ΜΜΕ και προκάλεσε δυσμενείς εντυπώσεις, απορίες και αντιδράσεις – όχι μόνο στους νομικούς κύκλους – εξαιτίας των καταγγελιών για διαφθορά ακόμα και σε επίπεδο Αρείου Πάγου.
Το άρθρο προκάλεσε διάφορες και άμεσες παρεμβάσεις – όπως του Προέδρου και Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου που με κοινό δελτίο τύπου το αποδοκίμασαν τονίζοντας, ότι οι εισαγγελικοί λειτουργοί μπορούν να εκφράζουν τη διαφωνία τους σε δικαστική κρίση μόνο με ένδικα μέσα και όχι με δημοσιεύματα στον τύπο, της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων, που διαμαρτύρεται, ότι το άρθρο δυσφημεί ως διεφθαρμένους τους δικαστές που εξέδωσαν τα βουλεύματα, της Ένωσης Εισαγγελέων, ότι οι αιτιάσεις πλήττουν την εντιμότητα και ανεξαρτησία των δικαστών – ενώ δικηγορικοί φορείς ζητούν ακόμα και τη πειθαρχική του δίωξη.
Τελικώς, ο υφυπουργός Δικαιοσύνης Ιωάννης Μπούγας διαβίβασε την υπόθεση στον πρόεδρο του ΣΤΕ, προκειμένου να οριστεί αντιπρόεδρος του δικαστηρίου που θα διενεργήσει την πειθαρχική έρευνα εις βάρος του Βασίλης Φλωρίδη.
Δεν γνωρίζω ποιοι είναι οι 11 κατηγορούμενοι, ούτε ποια κατηγορία που τους αποδίδεται, ούτε έχω λάβει γνώση της δικογραφίας και μόνο από δημοσιογραφικές πληροφορίες θα σκιαγραφήσω το θέμα: Το Νοέμβριο 2021 η ΔΙΑΣ συνέλαβε στη Φιλοθέη τέσσερεις νεαρούς, εκ των οποίων ο ένας γιος του τότε υπουργού Προστασίας του Πολίτη και βρέθηκε επάνω τους μικροποσότητα ελαφρών ναρκωτικών ουσιών. Το 2023 συνταξιούχος αστυνομικός κατάγγειλε, ότι ο τότε Αρχηγός της ΕΛΑΣ συγκάλυψε την υπόθεση, με συνέπεια να ασκηθεί ποινική δίωξη εναντίον του, ενώ υποβληθήκαν μηνύσεις και κατά άλλων προσώπων.
Τις δικαστικές διαδρομές της υπόθεσης περιγράφει ο κ. Φλωρίδης στο άρθρο του με τελική έκδοση από το Εφετείο Αθηνών βουλεύματος από 282 σελίδες, που παραπέμπει 11 άτομα να δικαστούν εντός του προσεχούς Νοεμβρίου για διάφορα αδικήματα ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Κατά του βουλεύματος ασκήθηκε αναίρεση, που τη χειρίστηκε ο κ. Φλωρίδης, ο οποίος πρότεινε να αναιρεθεί το βούλευμα προφανώς για έλλειψη αιτιολογίας, αλλά ο Άρειος Πάγος απόρριψε την αναίρεση, γιατί έκρινε ότι το βούλευμα περιείχε επαρκείς αιτιολογίες.
Δικαιοσύνη και διαφθορά: Ποιος ελέγχει τους δικαστές;
Απορώ όμως πως μια ασήμαντη υπόθεση για κατοχή μικροποσότητας ναρκωτικών εξελίχθηκε σε μείζον νομικό και πολιτικό ζήτημα, που τη διαδρομή του παρακολουθεί το Πανελλήνιο και δεν είναι κατασκευασμένη, αλλά μάλλον οφείλεται στον υπερβάλλοντα ζήλο των αρμοδίων οργάνων στα πλαίσια της αστυνομικής και δικαστικής διακριτικής μεταχείρισης των επωνύμων. Σύμφωνα με τον ορισμό της Διεθνούς Τράπεζας «διαφθορά είναι η χρήση του αξιώματος για ίδιο όφελος».
Ο Φλωρίδης δίνει άλλη διάσταση στη δικαστική διαφθορά « Δεν απαιτείται χρηματισμός για να μιλήσεις για διαφθορά στη Δικαιοσύνη. Αρκεί να τεκμαίρετε εκτροπή της δικαστικής εξουσίας προς εξυπηρέτηση ιδιωτικού συμφέροντος, ή κάλυψη προηγουμένης αυθαιρεσίας». Εάν επικρατήσει η αντίληψη αυτή τότε καταργείται η αρχή της ηθικής απόδειξης του άρθρου 177 ΚΠΔ και τότε κατά τεκμήριο, χωρίς απόδειξη, κάποιοι δικαστές για δικανική τους κρίση σε δίκες που εμπλέκονται επώνυμοι θεωρούνται διεφθαρμένοι –
σύμφωνα άλλωστε και με την άποψη μέρους της κοινής γνώμης, ιδιαίτερα σε δίκες επωνύμων ή με πολιτική σημασία.
Συμφωνώ , ότι η διαφθορά ευθέως τη νομιμοποίηση της κρατικής εξουσίας και ότι στην απονομή της ποινικής δικαιοσύνης επηρεάζει την ίδια την αξιοπιστία της και πλήττει την εμπιστοσύνη των πολιτών σε αυτή, που σύμφωνα με τις διάφορες δημοσκοπήσεις ανέρχεται πέριξ του 20ο/ο. Η διακρίβωση όμως της διαφθοράς είναι σχεδόν αδύνατη, γιατί καλύπτεται από την ανέλεγκτη δικανική κρίση (αρθ. 177 ΚΠΔ), που μόνο εφόσον η απόφαση ανατραπεί με ένδικο μέσο μπορεί να υπάρξει πειθαρχικός έλεγχος, αν έχει υπερβεί τα ακραία όρια της, αλλά από ότι γνωρίζω δεν συνέβη ποτέ.
Ότι στη ποινική διαδικασία το κρίσιμο ζήτημα είναι η αξιοπιστία του δικανικού συλλογισμού, που αποτυπώνεται στο αιτιολογικό της δικαστικής απόφασης. Μετά την αποδοχή από τον υπουργό Δικαιοσύνης της γνωμοδότησης του Εφετείου Αθηνών να μη καθαρογράφονται κατά κανόνα οι αθωωτικές αποφάσεις, εκτός του ότι παραβιάζει το άρθρο 93παρ3 Συντάγματος, που απαιτεί την αιτιολόγηση όλων των δικαστικών αποφάσεων, δεν υπάρχει στις αθωωτικές αποφάσεις δικανικός συλλογισμός, έλλειψη που καλύπτει την αυθαίρετη δικαστική κρίση και με τη παρατήρηση, ότι συνήθως οι παρεμβάσεις στο δικαστήριο γίνονται για αθώωση.
Συμφωνώ με τον κ. Φλωρίδη, ότι όταν πλήττεται η εμπιστοσύνη των πολιτών κλονίζεται η νομιμοποίηση της Δικαιοσύνης. Γι’ αυτό οφείλουν οι δικαστικοί λειτουργοί να υπηρετούν το κράτος δικαίου απαρέγκλιτα χωρίς εκπτώσεις και υποχωρήσεις. Γι’ αυτό απαιτείται διαφάνεια της διαδικασίας, αιτιολογία στις αποφάσεις (ιδίως στις αθωωτικές), έλεγχος από αρμόδια όργανα (υπάρχει έλλειμμα στο σύστημα επιθεώρησης των δικαστών), πραγματική λογοδοσία – κανείς σε κανένα βαθμό δεν πρέπει να μείνει ανέλεγκτος. Όλοι πρέπει να λογοδοτούν (δεν υπάρχει νομικό πλαίσιο ούτε μηχανισμός λογοδοσίας).





