Σκέψεις για την ανασυγκρότηση της νομοθετικής εξουσίας
24/07/2026
Η Ελληνική Δημοκρατία έχει εισέλθει σε μία περίοδο όπου η ανάγκη θεσμικών αλλαγών δεν αποτελεί απλώς αντικείμενο κομματικής συζήτησης, αλλά κοινωνική απαίτηση. Παρά την πολιτική σταθερότητα που εξασφάλισε η Μεταπολίτευση και τις σημαντικές κοινωνικές επιτυχίες της, ολοένα και περισσότεροι πολίτες θεωρούν ότι το υπάρχον σύστημα αδυνατεί να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις της εποχής. Κάποιος μπορεί να ισχυριστεί ότι οι θεσμικές δυσλειτουργίες σε συνδυασμό με το δημογραφικό και τη γεωπολιτική κατάσταση, συνιστούν πλέον υπαρξιακά ζητήματα για το έθνος.
Τα παραπάνω προβλήματα οξύνονται και από την αυξανόμενη πεποίθηση ότι η ενασχόληση με την πολιτική έχει εξελιχθεί σε προνόμιο μιας σχετικά κλειστής ομάδας ανθρώπων, η οποία τείνει να εξελιχθεί σε κάστα, αποκομμένη από τις κοινωνικές ανάγκες. Επιπρόσθετα, είναι δύσκολο να αμφισβητηθεί ότι το πολίτευμα έχει αποκτήσει έντονα πρωθυπουργοκεντρικά χαρακτηριστικά. Ο καθηγητής Γιώργος Κοντογιώργης περιγράφει αυτή την πραγματικότητα με τον όρο «εκλόγιμη μοναρχία». Αυτό σημαίνει ότι οι πολίτες καλούνται να επιλέξουν εκείνους που θα τους κυβερνήσουν, όμως μετά την εκλογική διαδικασία διαθέτουν ελάχιστα μέσα παρέμβασης ή ελέγχου μέχρι την επόμενη αναμέτρηση.
Αυτή η διαπίστωση δεν αποτελεί μομφή κατά συγκεκριμένων προσώπων ή κυβερνήσεων. Κανένα δημοκρατικό πολίτευμα δεν πρέπει να βασίζεται στην προσδοκία ότι όσοι ασκούν εξουσία θα διαθέτουν πάντοτε ακεραιότητα, μετριοπάθεια και αίσθημα καθήκοντος. Οι θεσμοί οφείλουν να σχεδιάζονται έτσι ώστε να λειτουργούν αποτελεσματικά ακόμη και όταν οι άνθρωποι αποδεικνύονται κατώτεροι των περιστάσεων ή ιδιοτελείς. Συνεπώς, η Ελλάδα δεν χρειάζεται απλώς ένα αναθεωρημένο Σύνταγμα, αλλά μία νέα πολιτική θέσμιση, ικανή να αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη των πολιτών προς τη δημοκρατία τους. Οι προτάσεις των επόμενων πέντε άρθρων βασίζονται σε τρεις θεμελιώδεις παραδοχές και μία αρχή.
Η πρώτη παραδοχή είναι ότι όλοι οι θεσμοί πρέπει να λειτουργούν αποκλειστικά προς όφελος του πολίτη, της κοινωνίας και της συνέχειας του Ελληνικού Κράτους. Η δεύτερη παραδοχή αφορά την ανάγκη ισορροπίας μεταξύ των τριών εξουσιών. Η τρίτη παραδοχή συμπυκνώνεται στη διαχρονική διαπίστωση του Λόρδου Άκτον ότι: «η εξουσία διαφθείρει και η απόλυτη εξουσία διαφθείρει απόλυτα».
Η Ιστορία έχει αποδείξει ότι η αποτελεσματικότερη προστασία απέναντι στην αυθαιρεσία είναι η ύπαρξη ισχυρών θεσμικών αντίβαρων, λογοδοσίας και αποτελεσματικών μηχανισμών ελέγχου. Τέλος, η αρχή που διατρέχει τις προτάσεις που ακολουθούν επιδιώκει τη διάχυση της εξουσίας. Δηλαδή, τη σταδιακή μεταφορά αρμοδιοτήτων από τα πρόσωπα προς τους θεσμούς, από την κορυφή της κρατικής πυραμίδας προς περισσότερα συλλογικά όργανα και τελικά προς τους ίδιους τους πολίτες.
Η Νομοθετική Εξουσία ως πραγματικό θεσμικό αντίβαρο
Βάση του νέου συστήματος είναι ο πλήρης διαχωρισμός της νομοθετικής από την εκτελεστική εξουσία. Οι βουλευτές δεν θα μπορούν να αναλαμβάνουν κυβερνητικά καθήκοντα, ούτε να εγκαταλείπουν την έδρα τους προκειμένου να συμμετάσχουν σε κυβερνητικά σχήματα. Τα μέλη της κυβέρνησης θα επιλέγονται αποκλειστικά εκτός των νομοθετικών σωμάτων. Σήμερα η πιθανότητα υπουργοποίησης λειτουργεί ως ένας ισχυρός μηχανισμός κομματικής πειθαρχίας.
Ουσιαστικά η συμμετοχή ενός βουλευτή στο κυβερνητικό σχήμα αυξάνει τις πιθανότητες επανεκλογής του, ενώ όσοι προσδοκούν κυβερνητική θέση πολύ δύσκολα θα ασκήσουν ουσιαστικό έλεγχο στην κυβέρνηση. Αντίθετα, όταν η νομοθετική και η εκτελεστική εξουσία είναι απολύτως διακριτές, ο βουλευτής μπορεί να επιτελέσει τον πραγματικό του ρόλο ο οποίος είναι να νομοθετεί, να ελέγχει την κυβέρνηση και να εκπροσωπεί την κοινωνία χωρίς προσωπικές εξαρτήσεις.
Οι βουλευτές θα εκτίουν σταθερή τετραετή θητεία, ενώ η κυβέρνηση δεν θα μπορεί να διαλύει το Κοινοβούλιο προκηρύσσοντας πρόωρες εκλογές για λόγους πολιτικής σκοπιμότητας. Αυτές θα διεξάγονται σε προκαθορισμένες ημερομηνίες, ώστε να διασφαλίζονται η θεσμική σταθερότητα, η προβλεψιμότητα και ο μακροπρόθεσμος σχεδιασμός της δημόσιας διοίκησης και οικονομίας. Τα παραπάνω αποτελούν αναγκαίες προϋποθέσεις για τη συνέχεια του κράτους. Οι κυβερνήσεις οφείλουν να ολοκληρώνουν τη θητεία τους βάσει της λαϊκής εντολής και όχι να επιλέγουν τον χρόνο των εκλογών ανάλογα με τις πολιτικές συγκυρίες και τακτικισμούς.
Η συμμετοχή ενός πολίτη στα νομοθετικά σώματα δεν πρέπει να συνεπάγεται προσωπική ή επαγγελματική ζημία. Η Πολιτεία οφείλει να εξασφαλίζει ότι κάθε βουλευτής, ανεξαρτήτως οικονομικής κατάστασης ή επαγγέλματος, θα μπορεί να αναλάβει το εν λόγω λειτούργημα χωρίς να διακινδυνεύσει το μέλλον του ή την ευημερία της οικογένειάς του. Για τον λόγο αυτό η θέση εργασίας κάθε μέλους θα προστατεύεται συνταγματικά τόσο στον δημόσιο όσο και στον ιδιωτικό τομέα. Η υπηρεσιακή, ασφαλιστική και μισθολογική εξέλιξη θα συνεχίζεται κανονικά καθ’ όλη τη διάρκεια της θητείας του, ώστε η συμμετοχή στα κοινά να μην μετατρέπεται σε επαγγελματική θυσία.
Αντίστοιχα, η αποζημίωση των βουλευτών θα πρέπει να εξασφαλίζει αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης, χωρίς όμως να δημιουργεί προνομιακή μεταχείριση. Η άσκηση δημόσιας εξουσίας δεν θα αποτελεί μέσο πλουτισμού, αλλά λειτούργημα που προϋποθέτει ευθύνη, διαφάνεια και προσωπική προσφορά. Η Πολιτεία θα μεριμνά επίσης για τη στέγαση των μελών από την περιφέρεια που δεν διαθέτουν κατοικία στην Αθήνα, καθώς και για τις αναγκαίες μετακινήσεις τους. Παράλληλα, τα δύο νομοθετικά σώματα θα υποστηρίζονται από μόνιμο επιστημονικό και διοικητικό προσωπικό, ώστε οι βουλευτές να διαθέτουν την απαραίτητη τεχνική και νομική υποστήριξη κατά την άσκηση των καθηκόντων τους.
Το υπάρχον Κοινοβούλιο θα αντικατασταθεί από δύο νέα νομοθετικά σώματα, την Εκκλησία του Δήμου και τη Γερουσία.
Η Εκκλησία του Δήμου
Η δημιουργία της δεν αποσκοπεί στην αναβίωση της αρχαίας αθηναϊκής δημοκρατίας ούτε στην υποκατάσταση της αντιπροσωπευτικής λειτουργίας του πολιτεύματος. Αντλεί την έμπνευσή της από την αρχαία ομώνυμή της, αλλά και από τις σύγχρονες Συνελεύσεις Πολιτών (Citizens’ Assemblies), προσαρμόζοντάς την στην σύγχρονη πραγματικότητα. Σκοπός του θεσμού είναι να καταστήσει τη συμμετοχή στα κοινά δικαίωμα και δυνατότητα όλων των πολιτών και όχι αποκλειστικό πεδίο δράσης μιας περιορισμένης ομάδας επαγγελματιών πολιτικών. Με αυτό τον τρόπο θα εκπροσωπούνται όλες οι κοινωνικές ομάδες, ανεξαρτήτως οικονομικής κατάστασης, επαγγέλματος ή μορφωτικού επιπέδου, ενώ παράλληλα θα ενισχύεται το αίσθημα συλλογικής ευθύνης απέναντι στους δημοκρατικούς θεσμούς και στα δημόσια αγαθά.
Θα αποτελείται από 104 πολίτες, έναν άνδρα και μία γυναίκα από κάθε έναν από τους 52 νομούς της χώρας, όπως αυτοί ίσχυαν πριν από τη διοικητική μεταρρύθμιση του «Καλλικράτη». Η επιλογή τους θα γίνεται με δημόσια ηλεκτρονική κλήρωση μεταξύ όσων πολιτών έχουν εκδηλώσει σχετική επιθυμία συμμετοχής στη διαδικασία. Δικαίωμα συμμετοχής θα έχουν όλοι οι Έλληνες πολίτες ηλικίας από 25 έως 75 ετών, με λευκό ποινικό μητρώο, έχουν πλήρη πολιτικά δικαιώματα, οι άνδρες έχουν εκπληρώσει τις στρατιωτικές τους υποχρεώσεις και γενικότερα οι προϋποθέσεις που ισχύουν για τον ορισμό κάποιου ως ενόρκου.
Παράλληλα, θα πρέπει να αποδέχονται τον πλήρη έλεγχο «πόθεν έσχες» της οικονομικής τους κατάστασης, καθώς και εκείνης των συγγενών πρώτου βαθμού, πριν, κατά τη διάρκεια της θητείας τους και για δύο ακόμη έτη μετά τη λήξη της. Η πρόβλεψη αυτή απορρέει από τη θεμελιώδη αρχή ότι κάθε δημόσιο αξίωμα πρέπει να συνοδεύεται από αυξημένες υποχρεώσεις διαφάνειας. Όσοι καλούνται να διαχειριστούν δημόσια εξουσία και δημόσιο χρήμα οφείλουν να αποδεικνύουν εμπράκτως ότι οι αποφάσεις τους υπηρετούν αποκλειστικά το δημόσιο συμφέρον.
Η δημόσια ηλεκτρονική κλήρωση θα πραγματοποιείται από το Υπουργείο Εσωτερικών υπό την εποπτεία ανώτατων δικαστικών λειτουργών, με χρήση πιστοποιημένου πληροφοριακού συστήματος που θα εξασφαλίζει το αδιάβλητο της διαδικασίας. Η θητεία των μελών θα ασκείται μόνο μία φορά, χωρίς τη δυνατότητα νέας συμμετοχής. Με τον τρόπο αυτό αποτρέπεται η δημιουργία μιας νέας κατηγορίας επαγγελματιών «πολιτών-βουλευτών» και η εμπειρία της συμμετοχής θα διαχέεται διαρκώς σε νέα πρόσωπα, ενισχύοντας τη δημοκρατική παιδεία και το αίσθημα πολιτικής ευθύνης.
Η ιδιότητα του μέλους θα παύει μόνο σε περιπτώσεις μόνιμης σωματικής ή ψυχικής αδυναμίας άσκησης των καθηκόντων του ή μετά από αμετάκλητη καταδίκη για αδίκημα που επισύρει ποινή κάθειρξης. Καμία πολιτική διαφωνία ή διαφοροποίηση από την πλειοψηφία δεν θα μπορεί να αποτελεί λόγο έκπτωσης. Τα μέλη θα απολαμβάνουν απόλυτη ελευθερία λόγου και ψήφου. Η ψήφος τους θα είναι αποκλειστικά κατά συνείδηση, θεμελιωμένη στα πραγματικά περιστατικά, στην τεκμηριωμένη ενημέρωση και στην προσωπική τους κρίση, την οποία όμως θα οφείλουν να αιτιολογούν πλήρως.
Η Γερουσία
Η Γερουσία προορίζεται να αποτελεί το θεσμικό όργανο πολιτικής εμπειρίας. Αποστολή της θα είναι να λειτουργεί ως δεύτερο επίπεδο ποιοτικού ελέγχου της νομοθέτησης, αξιολογώντας τη συνοχή, βιωσιμότητα και μακροπρόθεσμες συνέπειες κάθε νομοθετικής πρωτοβουλίας. Θα αποτελείται από 200 αιρετούς γερουσιαστές, οι οποίοι θα εκλέγονται με το σύστημα της απλής αναλογικής από τα πολιτικά κόμματα που συγκεντρώνουν τουλάχιστον το 3% των έγκυρων ψήφων σε πανελλαδικό επίπεδο. Η κατανομή των εδρών θα γίνεται με βάση τον πληθυσμό κάθε εκλογικής περιφέρειας.
Οι γερουσιαστές θα μπορούν να υπηρετήσουν έως τρεις τετραετείς θητείες. Όλοι οι υποψήφιοι θα αναδεικνύονται μέσα από ανοικτές, διαφανείς και δημοκρατικές εσωκομματικές εκλογές. Η συμμετοχή στα ψηφοδέλτια δεν θα αποτελεί αποκλειστικό προνόμιο των κομματικών ηγεσιών, αλλά προϊόν εσωκομματικών εκλογών στις νομαρχιακές οργανώσεις, όπου θα συμμετέχουν επί ίσοις όροις όλοι οι ενδιαφερόμενοι, ακόμη και οι εν ενεργεία γερουσιαστές. Η επανεκλογή δεν θα θεωρείται αυτονόητο δικαίωμα, αλλά θα εναπόκειται στην εκ νέου κρίση της κομματικής βάσης. Η δημοκρατία πρέπει να αρχίζει μέσα στα ίδια τα κόμματα.
Πολιτική μεταρρύθμιση: Η Νομοθετική Διαδικασία
Η παραγωγή των νόμων θα αποτελεί προϊόν συνεργασίας των δύο σωμάτων, την οποία θα διαθέτουν αμφότερα. Όταν μία πρόταση συγκεντρώσει στην Εκκλησία του Δήμου τουλάχιστον τριάντα υπογραφές, τότε θα εισάγεται προς επεξεργασία. Πριν συζητηθεί στην Ολομέλεια, θα εξετάζεται υποχρεωτικά από ειδικές επιτροπές ως προς τη συνταγματικότητα, τη συμβατότητά της με το ευρωπαϊκό και διεθνές δίκαιο, καθώς και ως προς τις οικονομικές και κοινωνικές συνέπειες.
Τα δύο σώματα θα έχουν τη δυνατότητα να καλούν πανεπιστημιακούς, επιστήμονες, τεχνοκράτες, εκπροσώπους επαγγελματικών και κοινωνικών φορέων, ώστε κάθε σημαντική νομοθετική πρωτοβουλία να στηρίζεται σε τεκμηριωμένη γνώση και όχι αποκλειστικά στην κομματική αντιπαράθεση. Εφόσον ένα νομοσχέδιο εγκριθεί από την Εκκλησία του Δήμου, θα διαβιβάζεται στη Γερουσία. Αν εγκριθεί και από αυτήν, θα αποστέλλεται στον Πρωθυπουργό για εφαρμογή.
Αντίστοιχη διαδικασία δεν θα ισχύει για νομοθετική πρωτοβουλία της Γερουσίας, αλλά ένα νομοσχέδιο που θα έχει εγκριθεί από την πλειοψηφία των γερουσιαστών θα υποβάλλεται στον Πρωθυπουργό για εφαρμογή. Θα υπάρχει όμως υποχρέωση να συνοδεύεται από το αποτέλεσμα ψηφοφορίας και τις εισηγήσεις της Εκκλησίας του Δήμου.
Ο Πρωθυπουργός θα διατηρεί το δικαίωμα αναπομπής ενός νόμου για επανεξέταση, χωρίς όμως να διαθέτει απόλυτο δικαίωμα αρνησικυρίας. Εάν το νομοσχέδιο επανεγκριθεί με πλειοψηφία δύο τρίτων και στα δύο σώματα, η κυβέρνηση θα υποχρεούται να το εφαρμόσει. Η διαδικασία αυτή εξασφαλίζει ότι καμία εξουσία δεν θα μπορεί να επιβάλλει μονομερώς τη βούλησή της. Η νομοθέτηση θα αποτελεί προϊόν συνεργασίας, διαβούλευσης και αμοιβαίου θεσμικού ελέγχου.
Τέλος, προτείνεται η καθιέρωση Δημοψηφισμάτων με Πρωτοβουλία των Πολιτών. Εφόσον συγκεντρωθούν έγκυρες υπογραφές που αντιστοιχούν στο 30% των εγγεγραμμένων εκλογέων, ο Πρωθυπουργός θα υποχρεούται, μετά τον προβλεπόμενο έλεγχο εγκυρότητας, να προκηρύξει δημοψήφισμα εντός τριών μηνών από την κατάθεση του σχετικού αιτήματος. Η διαδικασία αυτή δεν υποκαθιστά την αντιπροσωπευτική δημοκρατία, αλλά τη συμπληρώνει, υπενθυμίζοντας ότι η τελική πηγή κάθε δημόσιας εξουσίας παραμένει πάντοτε ο ελληνικός λαός.
Πολιτική: Αυστηροί Κανόνες Διαφάνειας
Ιδιαίτερη βαρύτητα πρέπει να δοθεί στη διαφάνεια της πολιτικής χρηματοδότησης. Θα δημιουργηθεί ανεξάρτητη αρχή, η οποία θα ελέγχει τα οικονομικά δεδομένα των κομμάτων, των υποψηφίων και εν ενεργεία βουλευτών, των μελών της κυβέρνησης και όσων διαχειρίζονται δημόσιο χρήμα. Οι δωρεές από φυσικά και νομικά πρόσωπα, θα επιτρέπονται μέχρι συγκεκριμένου ανώτατου ορίου, θα είναι πάντοτε ονομαστικές και θα δημοσιοποιούνται υποχρεωτικά σε ειδική ηλεκτρονική πλατφόρμα, προσβάσιμη σε κάθε πολίτη. Δεν είναι μεμπτό ομάδες συμφερόντων να στηρίζουν συγκεκριμένα κόμματα ή πολιτικούς, αρκεί να το γνωρίζει ο πολίτης για να μπορεί να αποφασίσει αναλόγως. Η διαφάνεια είναι αποτελεσματικότερη από την απαγόρευση.
Η ανασυγκρότηση της νομοθετικής εξουσίας αποτελεί το πρώτο βήμα για ένα πολίτευμα στο οποίο η εξουσία δεν συγκεντρώνεται, αλλά διαχέεται. Δεν αυτονομείται από την κοινωνία, αλλά επιστρέφει διαρκώς σε αυτήν. Στο επόμενο μέρος θα εξεταστεί η οργάνωση της εκτελεστικής εξουσίας, με στόχο τη δημιουργία μιας κυβέρνησης αποτελεσματικής στη διοίκηση, αλλά ταυτόχρονα ουσιαστικά ελεγχόμενης από τους δημοκρατικούς θεσμούς.





