Τι επιδιώκει η κυβέρνηση με την αναθεώρηση του Συντάγματος;
11/02/2026
Ο κ. πρωθυπουργός ανάγγειλε την αναθεώρηση ορισμένων άρθρων του Συντάγματος, τα οποία ο κυβερνητικός εκπρόσωπος προσδιόρισε με τους εξής πυλώνες, χωρίς όμως να δώσει συγκεκριμένες λεπτομέρειες: Αλλαγή στο άρθρο 86Σ “περί ευθύνης υπουργών”, στον τρόπο ανάδειξης της ηγεσίας της Δικαιοσύνης, στο άρθρο 16 Σ για τα ιδιωτικά πανεπιστήμια, για την αξιολόγηση των δημοσίων υπαλλήλων σε συνδυασμό με τη μερική άρση της μονιμότητάς τους, στη θητεία του ΠτΔ και στο να μην συζητούνται προϋπολογισμοί, που εκτρέπουν τα δημόσια οικονομικά..
Η διαδικασία της συνταγματικής αναθεώρησης θα αρχίσει την άνοιξη του 2026, ώστε η επομένη Βουλή να είναι αναθεωρητική και με εισηγητή της ΝΔ τον κ. Ευρ. Στυλιανίδη. Σύμφωνα με τη διαδικασία και τις πλειοψηφίες που προβλέπονται από το άρθρο 110 Σ. μπορεί να αποφασιστεί από την Ολομέλεια της Βουλής η αναθεώρηση διατάξεων, που σύμφωνα με το Σύνταγμα μπορούν να αναθεωρηθούν, όπως είναι οι παραπάνω, χωρίς να αποκλείονται και άλλες, που θα προταθούν είτε από την κυβέρνηση είτε με πρόταση 50 βουλευτών από άλλες πολιτικές δυνάμεις.
Φυσικά για την αναθεώρηση κάθε άρθρου απαιτούνται αυξημένες πλειοψηφίες είτε στην πρώτη φάση από τη παρούσα Βουλή είτε στη δεύτερη φάση της διαδικασίας από την επομένη αναθεωρητική Βουλή, αλλά αυτό είναι ζήτημα πολιτικών συγκυριών και συναινέσεων και με δεδομένο ότι, το προσεχές εκλογικό τοπίο φαίνεται ότι θα είναι θολό. Σαφώς η αναθεώρηση του άρθρου 16 για την ανώτατη ιδιωτική εκπαίδευση μετά τη ψήφιση του νόμου για τα ιδιωτικά πανεπιστήμια σχεδόν από όλες τις πολιτικές παρατάξεις έχει εξασφαλίσει την υπερψήφισή της.
Το αγκάθι της ευθύνης υπουργών
Η κυβέρνηση ανάγγειλε την αναθεώρηση του άρθρου 86 Σ “περί ευθύνης υπουργών”, με τη δημιουργία φίλτρου για την παραπομπή από ένα μικτό όργανο με τη συμμετοχή πολιτικών και δικαστών, ώστε η παραπομπή να μη γίνεται από κοινοβουλευτικούς συσχετισμούς κατά τη διαδικασία των προανακριτικών επιτροπών, που καταργούνται.
Προσωπικά πιστεύω ότι, πρέπει να αναθεωρηθούν οι διατάξεις των άρθρων 85 και 86 Σ για την ποινική ευθύνη των μελών του Υπουργικού Συμβουλίου και να δικάζονται από το Ειδικό Δικαστήριο μόνο για τις πολιτικές ευθύνες τους, ενώ για τις λοιπές άδικες πράξεις ακόμα και κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους να δικάζονται από τα κοινά δικαστήρια, χωρίς προηγούμενη άδεια της Βουλής. Επίσης, πρέπει να αναθεωρηθούν ριζικά τα άρθρα 61 και 62 Σ για τη βουλευτική ασυλία, που στην πράξη καλύπτει όλες τις μη νόμιμες δραστηριότητες των βουλευτών.
Για το άρθρο 90 Σ για τον τρόπο εκλογής της ηγεσίας των ανωτάτων δικαστηρίων (πρόεδρος-αντιπρόεδροι -εισαγγελέας ΑΠ) η κυβέρνηση δεν έχει διατυπώσει συγκεκριμένες προτάσεις παρά μόνο τη συμμετοχή δικαστών στην εκλογική διαδικασία, μολονότι για το θέμα υπάρχει μεγάλη επιστημονική προεργασία με άρθρα, συνέδρια και μελέτες ως και προτάσεις πολιτικών κομμάτων.
Φαίνεται από τις κυβερνητικές διαρροές ότι, μάλλον θα προταθεί η επιλογή να μη γίνεται από την κυβέρνηση αλλά από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας από κατάλογο ανώτατων δικαστών, που καταρτίζεται μεταξύ άλλων και από την αντικειμενική αξιολόγηση των δικαστών κατόπιν των εκθέσεων επιθεώρησης του συνολικού τους έργου, ώστε προς όφελος της δικαιοσύνης να προωθούνται οι άριστοι σε θέσεις ηγεσίας. Πιστεύω ότι, θα ήταν λάθος να εκλέγεται η ηγεσία της δικαιοσύνης μόνο από τους ίδιους τους δικαστές, γιατί ενδεχόμενα θα υπάρξει συναλλαγή και δημιουργία φατριών ακόμα και με πολιτικές κατευθύνσεις.
Με το Σύνταγμα του 1975 ορίστηκε όπως, οι ανώτατοι δικαστές αποχωρούν με τη συμπλήρωση του 67ου και οι κατώτεροι του 65ου έτους της ηλικίας τους. Έκτοτε οι βιολογικές συνθήκες έχουν αλλάξει και πρέπει να οριστεί ότι οι ανώτατοι δικαστές (ακυρωτικοί και πρόεδροι εφετών) αποχωρούν με τη συμπλήρωση του 70ου έτους της ηλικίας τους, όπως ίσχυε πριν την αναθεώρηση του Σ. το 1975, οι δε κατώτεροι δικαστές με τη συμπλήρωση του 67ου έτους της ηλικίας τους, όπως ισχύει για τους δημοσίους υπαλλήλους.
Με το άρθρο 87παρ.3 Σ. ορίζεται ότι οι δικαστές επιθεωρούνται από δικαστές ανώτερου βαθμού. Ο τρόπος αυτός επιθεώρησης των δικαστών, παρά τη βελτίωση με το ν.4938/2022-κωδ.5286/2025 δεν απόδωσε ικανοποιητικά αποτελέσματα. Εάν όμως κατά την προσεχή συνταγματική αναθεώρηση προστεθεί στην παραπάνω παράγραφο ότι οι δικαστές επιθεωρούνται και από δικαστικούς σχηματισμούς, όπως ο νόμος ορίζει, θα δοθεί η δυνατότητα στα ανώτερα δικαστήρια, ιδίως στον ΑΠ και ΣΤΕ, που κατόπιν ενδίκων μέσων δικάζουν αποφάσεις κατώτερων δικαστηρίων, να μπορούν μαζί με την εξέταση της απόφασης να βαθμολογούν με βάση αντικειμενικά κριτήρια και τους δικαστές που εξέδωσαν την απόφαση, οπότε θα υπάρξει πληρέστερη εικόνα του δικαστή για τη νομική του κατάρτιση και τη δυνατότητα εκτίμησης των αποδείξεων.
- Ελπίζω να υπάρξει σχετική πρόταση για την παραπάνω προσθήκη στο άρθρο 87παρ.3 Σ είτε από την κυβέρνηση είτε με πρόταση 50 βουλευτών από άλλες πολιτικές δυνάμεις.
Αναθεώρηση εφ’ όλης της ύλης
Σαφώς όλοι οι δημόσιοι υπάλληλοι πρέπει να αξιολογούνται με αξιόπιστη διαδικασία επιθεώρησης και ελέγχου, αλλά η μονιμότητα των ΔΥ αποτελεί ταμπού και οποιαδήποτε προσπάθεια άρσης της μονιμότητας θα προκαλέσει θύελλα αντιδράσεων εκ μέρους της ΑΔΕΔΥ και πολιτική εκμετάλλευση. Πέραν τούτου, η απόλυση ΔΥ λόγω άρνησης αξιολόγησης προσκρούει στη συνταγματική αρχή της αναλογικότητας.
Δεν υπάρχει επαρκής πληροφόρηση για τη ρύθμιση “το να μη συζητούνται προϋπολογισμοί που εκτρέπουν τα δημόσια οικονομικά”, το πιθανότερο όμως είναι να τεθεί φραγμός για τα ελλείμματα του προϋπολογισμού , ώστε να μην υπερβαίνουν ποσοστό του ΑΕΠ. Το άρθρο 74 παρ.5 Σ. ορίζει «πρόταση νόμου ή προσθήκη ή τροπολογία άσχετη με το κύριο αντικείμενο του νόμου δεν εισάγεται προς συζήτηση». Η διάταξη αυτή αποδείχθηκε γράμμα κενό, γιατί ποτέ δεν εφαρμόστηκε, με ευθύνη του Προεδρείου της Βουλής.
Τα δικαστήρια ελέγχουν μόνο τη συνταγματικότητα του νόμου, γιατί δεν μπορούν να ελέγξουν την εσωτερική λειτουργία της Βουλής ως internal corporis. Συνεπώς, πρέπει να επεκταθεί ο δικαστικός έλεγχος και στον τρόπο ψηφίσεως των νόμων για να αποτραπούν περιπτώσεις μη ορθής νομοθέτησης, όπως συνέβη πρόσφατα με τη νομοθετική ρύθμιση για την επιμέλεια τέκνων.
- Ο περιορισμός της θητείας του Προέδρου της Δημοκρατίας σε μόνο μία θητεία έξη ετών είναι θέμα τεχνικό χωρίς πολιτική σημασία.
- Πρέπει να ρυθμιστεί το σύστημα της επιλογής των επικεφαλής των συνταγματικών ανεξαρτήτων αρχών, γιατί το ισχύον σύστημα παρουσιάζει δυσλειτουργίες.
Τέλος, πρέπει να κατοχυρωθεί συνταγματικά ο προληπτικός έλεγχος των δημοσιονομικών δαπανών από το Ελεγκτικό Συνέδριο, που καταργήθηκε το 2017 αδόκιμα και συνετέλεσε σε σωρεία καταχρήσεων δημοσίου χρήματος, όπως στις περιπτώσεις του ΟΕΕΚ του ΟΠΕΚΕΠΕ, της ΓΕΣΕΕ κλπ.





