Το δίλημμα που στριμώχνει τον Ανδρουλάκη πριν το συνέδριο
20/02/2026
Η πρόσφατη συνέντευξη του Νίκου Ανδρουλάκη επιβεβαίωσε με σαφήνεια ότι το χάσμα ανάμεσα στον ίδιο και τον Αλέξη Τσίπρα δεν είναι συγκυριακό, αλλά βαθιά πολιτικό και στρατηγικό. Αλλά ταυτόχρονα και ελάχιστα ουσιαστικό σε ό,τι αφορά το πως θα κινηθεί το ΠΑΣΟΚ μετά τις εκλογές, καθώς ουδείς παίρνει όρκο πως ο Νίκος Ανδρουλάκης θα είναι εκεί ώστε να αποφασίσει ο ίδιος με ποιους η Χαριλάου Τρικούπη θα συνεργαστεί ή όχι.
Η πρόσφατη τοποθέτηση Ανδρουλάκη, ο οποίος “έκλεισε την πόρτα” σε ενδεχόμενη συνεργασία με τον Τσίπρα, επαναφέρει στο προσκήνιο ένα ερώτημα που εδώ και μήνες αιωρείται πάνω από τον χώρο της Κεντροαριστεράς. Ποια δηλαδή στρατηγική μπορεί να δώσει προοπτική στο ΠΑΣΟΚ, σε ένα πολιτικό σκηνικό που παραμένει ρευστό και πολυκερματισμένο;
Ο Νίκος Ανδρουλάκης, ερωτηθείς σε συνέντευξη για το ενδεχόμενο συμπόρευσης με τον Τσίπρα, απάντησε πως ο πρώην πρωθυπουργός “πήρε την ευκαιρία του”, αλλά υπέστη βαριά ήττα σε δύο εκλογικές αναμετρήσεις. Η διατύπωση δεν ήταν τυχαία. Υποδήλωνε πως, κατά την εκτίμηση της ηγεσίας του ΠΑΣΟΚ, ο κύκλος του Τσίπρα έχει κλείσει πολιτικά, τουλάχιστον με τη μορφή που τον γνωρίσαμε τα προηγούμενα χρόνια. Μάλιστα τόνισε χαρακτηριστικά πως ο πρώην πρωθυπουργός “πήρε την ευκαιρία του”, εννοώντας φυσικά πως πολιτικά δεν δικαιούται και μία ακόμα.
“Παγίδα” για ΠΑΣΟΚ και Ανδρουλάκη ο Τσίπρας
Το πρώτο και βασικό ερώτημα αφορά τη βιωσιμότητα της αυτόνομης πορείας που διακηρύσσει ο Νίκος Ανδρουλάκης. Με δεδομένο ότι το ΠΑΣΟΚ στις δημοσκοπήσεις κινείται γύρω από το 9%, ενώ σε ορισμένες μετρήσεις εμφανίζεται ακόμη και τρίτο κόμμα, γεννάται η απορία αν αυτό το ποσοστό παρέχει επαρκή πολιτικό χώρο ώστε να επιμείνει σε μια στρατηγική απομόνωσης.
Η μάχη για τη δεύτερη θέση, στην οποία συχνά εμφανίζεται και η Πλεύση Ελευθερίας, αναδεικνύει την εύθραυστη ισορροπία δυνάμεων στον προοδευτικό χώρο. Όταν ένα κόμμα αγωνίζεται να εδραιωθεί στη δεύτερη θέση με μονοψήφιο ποσοστό, είναι εύλογο να αναρωτηθεί κανείς αν η επίκληση της “αυτόνομης πορείας” συνιστά στρατηγική αυτοπεποίθησης ή άρνηση ανάγνωσης των συσχετισμών.
Η αυτόνομη πορεία προϋποθέτει όχι μόνο εκλογική αντοχή αλλά και πολιτικό σθένος, δηλαδή τη δυνατότητα να διαμορφώνεις ατζέντα, να επιβάλεις όρους στον δημόσιο διάλογο και να πείθεις ότι αποτελείς ρεαλιστική εναλλακτική διακυβέρνησης. Όταν, όμως, η δημοσκοπική εικόνα παραμένει στάσιμη και όταν η κοινωνική δυναμική δεν μεταφράζεται σε σαφή ανοδική τάση, τότε η εμμονή στην αυτονομία δεν μοιάζει και πολύ ρεαλιστική προσέγγιση. Δευτερευόντως, δεν μοιάζει και εντελώς δίκαιο να κρίνει ο Νίκος Ανδρουλάκης το αν ο Αλέξης Τσίπρα πέτυχε ή απέτυχε στις εκλογικές αναμετρήσεις του παρελθόντος.
Πράγματι, ο πρώην πρωθυπουργός το 2023 υπέστη από την ΝΔ και τον Κυριάκο Μητσοτάκη δύο απανωτές ήττες δίχως προηγούμενο στα μεταπολιτευτικά δεδομένα. Κοιτώντας όμως το “βιογραφικό” του Νίκου Ανδρουλάκη κάποιος σε ό,τι αφορά τις εκλογικές αναμετρήσεις που οδήγησε στο “μονοθέσιο” του ΠΑΣΟΚ, δε βλέπει και μια.. γεμάτη τροπαιοθήκη. Αντιθέτως, και στις δύο βουλευτικές εκλογές του 2023 δεν μπόρεσε να εκμεταλλευτεί την φθορά του ΣΥΡΙΖΑ (ειδικά στις επαναληπτικές κάλπες) ενώ το 2024 δεν κατόρθωσε να περάσει τον Στέφανο Κασσελάκη που είχε ανοίξει μέτωπο με τα 2/3 του κόμματός του.
Το τρίτο ερώτημα αφορά το ίδιο το αντικείμενο του αποκλεισμού. Ο Ανδρουλάκης απέκλεισε συνεργασία με ποιο κόμμα; Με κάτι που δεν υπάρχει ακόμη; Το κόμμα Τσίπρα παραμένει, τουλάχιστον προς το παρόν, κυοφορούμενο. Δεν έχει ιδρυθεί, δεν έχει οργανωτική δομή, δεν έχει σαφές πρόγραμμα. Κανείς δεν μπορεί να προβλέψει αν και πότε θα λάβει σάρκα και οστά, ούτε ποια εκλογική επιρροή θα έχει. Όταν, λοιπόν, ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ απορρίπτει εκ των προτέρων τη συνεργασία με τον Τσίπρα, κινδυνεύει να τον αναβαθμίσει σε εν δυνάμει συνομιλητή, την ώρα που εκείνος δεν διαθέτει καν επίσημο πολιτικό φορέα.
Τι θα φέρει το Συνέδριο
Με άλλα λόγια, η ρητή άρνηση συνεργασίας, ενώ δεν υπάρχει ακόμη συγκροτημένο κόμμα, προσδίδει πολιτική υπόσταση σε ένα σενάριο που θα μπορούσε να παραμείνει υποθετικό. Αντί να αποδυναμώνει την προοπτική επιστροφής του Τσίπρα, ενδέχεται να τη νομιμοποιεί στο δημόσιο πεδίο, καθώς τον παρουσιάζει ως μελλοντικό παίκτη με τον οποίο απαιτείται εκ των προτέρων τοποθέτηση.
Το τελευταίο και ίσως πιο κρίσιμο ζήτημα αφορά τις εσωκομματικές ισορροπίες. Ο Ανδρουλάκης, ως πρόεδρος, έχει κάθε θεσμικό δικαίωμα να χαράσσει πολιτική γραμμή. Το ερώτημα, όμως, είναι αν η γραμμή αυτή αντανακλά τη βούληση και των υπόλοιπων κορυφαίων στελεχών. Ο Χάρης Δούκας, ο οποίος δεν κρύβει τις διαφωνίες του και αμφισβητεί ανοιχτά επιλογές της ηγεσίας, εμφανίζεται πιο θετικός στην ιδέα μιας ευρύτερης προοδευτικής σύμπραξης, ακόμη και με τη συμμετοχή Τσίπρα. Η διαφοροποίηση αυτή δεν αποτελεί απλή απόχρωση στρατηγικής. Συνιστά διαφορετική ανάγνωση της συγκυρίας.
Το επικείμενο συνέδριο του ΠΑΣΟΚ, που έχει προγραμματιστεί για τα τέλη Μαρτίου, αναμένεται με ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς εκεί θα τεθούν με μεγαλύτερη καθαρότητα τα διλήμματα. Κανείς δεν ζητά (επίσημα) την απομάκρυνση του Ανδρουλάκη. Ωστόσο, όταν κορυφαία στελέχη δηλώνουν προβληματισμένα για τη δημοσκοπική εικόνα του κόμματος, υποδηλώνουν ότι εντοπίζουν και πολιτική ευθύνη.




