Το σκάνδαλο Γκίλφοϊλ ανέδειξε και το κατάντημα της ελληνικής ελίτ
19/10/2026
Η σύντομη, αλλά περιπετειώδης αποκαθήλωση της Αμερικανίδας πρέσβειρας στην Αθήνα έχει δύο κεντρικές συνιστώσες. Αυτή των συνθηκών δημιουργίας του φαινομένου της Κίμπερλι, ως βασικού στοιχείου της κουλτούρας Τραμπ και αυτή του πραγματικού χαρακτήρα της ελληνικής ελίτ, που συντίθεται από την παρασιτική ολιγαρχία, που ασθμαίνως την αγκάλιασε στους κόλπους της και το ελληνικό κυρίαρχο πολιτικό σύστημα, που έχει μετατρέψει την Ελλάδα σε “οιονεί αποικία”.
Η Γκίλφοϊλ εξαιτίας της αλόγιστης εξωστρέφειάς της κατέδειξε με πάταγο το πραγματικό πρόσωπο και την ουσία της πολιτικής κουλτούρας Τραμπ και του ακροδεξιού αμερικανικού κινήματος MAGA, γνήσιο τέκνο του οποίου υπήρξε. Τα κύρια χαρακτηριστικά αυτής της ακροδεξιάς πολιτικής κουλτούρας είναι μεταξύ άλλων ο εγωκεντρισμός, η προσωπική προβολή μέσω της επίδειξης ισχύος, έναντι οποιουδήποτε τιμήματος και ενάντια σε κάθε στοιχειώδη κανόνα δεοντολογίας, με συνέπεια την πρόδηλη ηθική και οικονομική διαφθορά.
Το φαινόμενο Γκίλφοϊλ συμπυκνώνει αυτή την πολιτική και οικονομική διαφθορά του ακροδεξιού κινήματος, που στηρίζει τον Τραμπ, που έχει διαρρήξει θεσμούς, δεοντολογικές αξίες και κάθε αρχή του Διεθνούς Δικαίου. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της κεντρικής λογικής επίδειξης ισχύος, αποτελεί η δημοσιευθείσα από την εφημερίδα Wall Street Journal της αλαζονικής αναφοράς της Κίμπερλι Γκίλφοϊλ στον υπουργό Σταύρο Παπασταύρου τον Μάρτιο του 2026, ότι «όπως ρίξαμε την κυβέρνηση στη Ρουμανία, μπορούμε να κάνουμε το ίδιο και εδώ στην Ελλάδα».
Η ξέπνοη διάψευση της συνομιλίας αυτής από την κυβέρνηση Μητσοτάκη, ουδεμία φυσικά ασφάλεια παρέχει, αφού σε όλο αυτό το διάστημα παρουσίας της πρέσβειρας στην Αθήνα, σχεδόν το σύνολο του κυβερνητικού προσωπικού επιδόθηκε στη μέγιστη εκδήλωση οσφυοκαμπτισμού και δουλοπρέπειας έναντι της Γκίλφοϊλ.
Σκάνδαλο Γκίλφοϊλ και ελληνική ελίτ
Το σκάνδαλο Γκίλφοϊλ, όμως, πέρα από την παραπάνω διάσταση αποτελεί και σημαντικό στοιχείο για την δική μας χώρα, αφού πέραν των γεωπολιτικών συνεπειών, φωτογραφίζει και αντανακλά την ιταμή και χαμερπή στάση της λεγόμενης ελληνικής “ελίτ” και της αντανάκλασης των κυρίαρχων στοιχείων της συμπεριφοράς της, που είναι το ψευτογκλάμουρ, το κιτς και η παντελής έλλειψη εθνικής αξιοπρέπειας.
Γιατί είναι προφανές ότι, αν υπήρχε στη χώρα μας αστική τάξη δυτικού τύπου και όχι ένα συνονθύλευμα, που συναπαρτίζει την παρασιτική οικονομική ολιγαρχία και συνακόλουθα ένα σοβαρό πολιτικό σύστημα, η εν λόγω θα αποτελούσε ανεπιθύμητο πρόσωπο για την θέση της πρέσβειρας στην Ελλάδα, βάσει των παλαιότερων τηλεοπτικών δηλώσεών της ως τηλεπαρουσιάστρια, στα χρόνια των μνημονίων “περί τεμπελχανάδων Ελλήνων, που λερώνουν το χαλί σαν κοπρόσκυλα” και πλείστα άλλα “κοσμητικά” επίθετα για τον ελληνικό λαό.
Και όμως η ελληνική “ελίτ” την υποδέχθηκε ως θεόσταλτη από τον Τραμπ, ο οποίος σήμερα προσποιείται δημόσια, ότι δεν την γνωρίζει καν(!) επιδιδόμενη σε ένα πρωτοφανές “γλείψιμο” αυτής και εντάσσοντάς την στους κόλπους της για την επίδειξη της δύναμης και του πλούτου της και παράλληλα της χρησιμοποίησης της για μεγάλες μπίζνες (κάθετος διάδρομος κλπ).
Ακόμα όμως χειρότερο και από τα παραπάνω είναι το γεγονός, ότι αυτή η πνιγηρή υποκουλτούρα της παρασιτικής ελληνικής ολιγαρχίας, επιχειρείται να κυριαρχήσει παντού, λειτουργώντας ως κακός πομπός εν σχέσει με το αξιακό σύστημα της σημερινής τραυματισμένης ελληνικής κοινωνίας, που εμφανίζει έντονα στοιχεία μιθριδατισμού, προτείνοντας την επιδεικτική χλιδή, την χαμηλή αισθητική και την υποκατάσταση της ουσίας από το κακό θέαμα. Δίπλα, δε, σε αυτή τις ανίατες ασθένειες της παρασιτικής οικονομικής ολιγαρχίας λειτουργεί με όμοιο τρόπο η πολιτική εξουσία. Αποτέλεσμα αυτών είναι η συνεχής παρακμιακή πορεία της Ελλάδας.
Όλως διευκρινιστικά προς αποφυγή παρεξηγήσεων, οι αστικές τάξεις δυτικού τύπου είναι εξ φύσεως εκμεταλλευτικές εν σχέσει με τις καταπιεζόμενες από αυτές κοινωνικές τάξεις και πρωτίστως της εργατικής, πλην όμως, έχουν ιστορικά μεγάλη συνεισφορά στη δημιουργία δημοκρατικών ισχυρών θεσμών και στη διαμόρφωση αντίστοιχης κουλτούρας στις ευρωπαϊκές κοινωνίες, και σε μεγάλο βαθμό εθνικό παραγωγικό προσανατολισμό.
Τα πολλά γιατί της στρεβλής ανάπτυξης
Αντίθετα, η ελληνική παρασιτική οικονομική ολιγαρχία ποτέ δεν έλαβε χαρακτηριστικά συγκροτημένης αστικής τάξης σύμφωνα με το ευρωπαϊκό πρότυπο, αλλά λειτούργησε διαχρονικά ως “άρπαγας” του δημοσίου πλούτου αποκλειστικά και μόνο για το προσωπικό της συμφέρον και όχι για την ανάπτυξη του τόπου, με σοβαρές παραγωγικές επενδύσεις στον πρωτογενή και δευτερογενή τομέα της οικονομίας. Χρησιμοποίησε πάντα τις δομές του ελληνικού πελατειακού κράτους για δικό της όφελος, κρατώντας τη χώρα στο περιθώριο.
Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν η επαίσχυντη κατασπατάληση των κεφαλαίων του σχεδίου Μάρσαλ κατά τη δεκαετία του ’50, μετά τον καταστρεπτικό Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, τη ναζιστική κατοχή και τον Εμφύλιο Πόλεμο, η ληστρική χρησιμοποίηση των αποθεματικών των ασφαλιστικών ταμείων που μετατράπηκαν σε ατομικό πλούτο, το σάρωμα τεσσάρων ευρωπαϊκών προγραμμάτων στήριξης, η πρόσφατη, ενόψει της μνημονιακής κηδεμονίας, “προδοτική” στάση της το 2009-2010 με την εξαγωγή του κλεμμένου εθνικού πλούτου στο εξωτερικό και τέλος η εμμονική συνέχιση στον παρασιτισμό και την κλεπτοκρατία την τελευταία επταετία μετά την έξοδο της χώρας από τα μνημόνια, αντί των προσπαθειών στην πράξη αλλαγής του παραγωγικού μοντέλου ανάπτυξης της χώρας, αφού πλην ελαχίστων περιπτώσεων δεν υπάρχουν παραγωγικές επενδύσεις.
Η έλλειψη ισχυρής αστικής τάξης οφείλεται πρωτίστως στις ιδιότυπες συνθήκες εισδοχής του νεοελληνικού κράτους στον παγκόσμιο καπιταλιστικό καταμερισμό, όπου διατηρούνταν οι προ-καπιταλιστικές δομές και οι πατριαρχικές σχέσεις στην παραγωγή, την εργασία και το εμπόριο σε συνδυασμό με την έντονη εξάρτηση της ντόπιας οικονομίας από τους εξωγενείς παράγοντες, μεταξύ των οποίων και το ελληνικό κοσμοπολίτικο κεφάλαιο της διασποράς.
Έτσι, είχαμε ισχνή παραγωγική βάση και δημιουργία διαφόρων ομάδων οικονομικής ολιγαρχίας στο εσωτερικό της χώρας, που το χαρακτηριστικό τους στοιχείο ήταν η αντίληψη του ατομικού πλουτισμού και της ιδιοποίησης του εθνικού πλούτου μέσω των προνομιακών σχέσεών τους με το κράτος.
Συνέπεια αυτού ήταν η στρεβλή ανάπτυξη του κράτους, που σε αντίθεση με το δυτικό πρότυπο απέκτησε μόνιμα πελατειακά χαρακτηριστικά λόγω της χρησιμοποίησής του αρχικά από τους κοτζαμπάσηδες, στη συνέχεια από τα πολιτικά “τζάκια” και κατά την ιστορική διαδρομή από τα κόμματα, με κυρίαρχο στοιχείο τη λογική διαθέσεως του εθνικού πλούτου για πελατειακούς και μικροκομματικούς σκοπούς. Ο πλούτος όμως αυτός δεν ανταποκρινόταν στις παραγωγικές δομές και δυνάμεις της χώρας, όπως συμβαίνει με διάφορες διαφοροποιήσεις στα αμιγώς ευρωπαϊκά καπιταλιστικά κράτη, αλλά προερχόταν κατά κύριο λόγο από τον εξωτερικό δανεισμό, που λειτουργούσε διαβρωτικά για το μέλλον της χώρας.
Ο θρίαμβος του παρασιτισμού
Αποφασιστική στιγμή για την πλήρη επικράτηση του παρασιτισμού και μαυραγοριτισμού στη λειτουργία της οικονομικής ολιγαρχίας υπήρξε η ναζιστική κατοχή (1940-1945). Ενώ η Ελλάδα εξήλθε από μία σκληρότατη Κατοχή, στρώματα της οικονομικής ολιγαρχίας, που στην προηγούμενη περίοδο είχαν συνεργασθεί με τους κατακτητές και είχαν επιδοθεί στο προσφιλές “σπορ” του μαυραγοριτισμού σε βάρος του εξαθλιωμένου τότε λαού, κατάφεραν όχι μόνο να επιβιώσουν, αλλά εκμεταλλευόμενα τον αδελφοκτόνο Εμφύλιο Πόλεμο την περίοδο ’46-’49, εμφανίσθηκαν και ως “νικητές” στο μετεμφυλιακό κράτος της Δεξιάς.
Αυτά τα στρώματα των μαυραγοριτών, αντί να τιμωρηθούν ως δωσίλογοι, αποτέλεσαν τη νέα οικονομική ολιγαρχία της χώρας, εκμεταλλευόμενα αρχικά τα χρήματα του σχεδίου Μάρσαλ για ίδιον όφελος και στη συνέχεια, μέσω των περίφημων “θαλασσοδανείων” που τους παρείχε αγόγγυστα το ελληνικό κράτος και οι μετακατοχικές κυβερνήσεις, ροκάνισαν όλα τα διαθέσιμα των ασφαλιστικών ταμείων, η αξία των οποίων σήμερα, αν δεν είχαν κατασπαταληθεί με αυτό τον τρόπο και τοκίζονταν, θα ανερχόταν σε πολλά τρισ. ευρώ!
Αυτό το επίπεδο της οικονομικής ολιγαρχίας, της δράσης της με πυρήνα την αντίληψη του μαυραγοριτισμού και του ατομικού πλούτου, που οδηγεί στον παρασιτισμό, διαμόρφωσε το ισχύον μόρφωμα της παραγωγικής οικονομικής βάσης της χώρας και δημιούργησε τις διαχρονικές στρεβλώσεις στους επιμέρους θεσμούς του εποικοδομήματος που αλληλοεπηρεάζονται, κρατώντας τη χώρα σε τροχιά υστέρησης και υπανάπτυξης.
Παταγώδης η αποτυχία της οικονομικής και πολιτικής ελίτ
Ειδικότερα, η χρεωκοπία της χώρας το 2010, η οποία συνδέεται με τη μεγάλη οικονομική ύφεση, το τεράστιο δημόσιο χρέος, τα ελλείμματα και τη διογκούμενη κοινωνική αποσάθρωση ιδιαίτερα στα μεσαία και χαμηλότερα οικονομικά στρώματα, τα οποία οδηγήθηκαν ραγδαία στην προλεταριοποίηση, οφείλεται αναμφισβήτητα στην ιστορική παταγώδη αποτυχία της οικονομικής και πολιτικής ελίτ, που κατείχε την εξουσία και κυβέρνησε την Ελλάδα από την ίδρυσή της ως ανεξάρτητο κράτος έως τις τελευταίες δεκαετίες της Μεταπολίτευσης.
Αυτό το σύστημα που δομήθηκε από αυτήν και τη θεραπαινίδα της, την πολιτική εξουσία, ευθύνεται αποκλειστικά και για την επιλογή της συμμετοχής της χώρας, αν και απροετοίμαστης, στο ευρώ, αλλά και για τις σοβαρές παραλείψεις στη συνέχεια για την δημιουργία ανταγωνιστικών παραγωγικών δομών και αξιοποίηση των συγκριτικών πλεονασμάτων της, μέσω και της ορθής παραγωγικής διαχείρισης των ευρωπαϊκών κονδυλίων, ως αντιστάθμισμα της απώλειας των εργαλείων νομισματικής πολιτικής αλλά και της καταστροφής παραγωγικών τμημάτων της ελληνικής οικονομίας.
Όταν βρέθηκε μπροστά στο φάσμα της χρεωκοπίας, η οικονομική παρασιτική ολιγαρχία προχώρησε σε μαζική εξαγωγή των ληστρικών κερδών της προηγούμενης περιόδου “ψευδοευημερίας” στις τράπεζες του εξωτερικού, επιδεινώνοντας δραματικά τη δημοσιονομική θέση της χώρας.
Αντίθετη ακριβώς στάση απ’ αυτήν που επέδειξε την κρίσιμη αυτή περίοδο 2009-2010 η αστική τάξη της Ιταλίας, η οποία δεν εγκατέλειψε τη χώρα της. Ο αντίστοιχος φορέας των Ιταλών βιομηχάνων δημοσιοποίησε τότε την ετοιμότητά τους να αγοράσουν το 1/3 του δημοσίου ιταλικού χρέους, προκειμένου η χώρα τους να αποφύγει τη βίαιη εσωτερική υποτίμηση και τη μνημονιακή κηδεμονία, που υπέστη η Ελλάδα και ο ελληνικός λαός.
Σκάνδαλο Γκιλφόϊλ: Πλουτισμός, υποκουλτούρα και κιτς
Σήμερα, δεκαέξι χρόνια μετά το “ακάνθινο μνημονιακό στεφάνι”, αυτή η οικονομική ιθύνουσα τάξη, αφού παρέδωσε τα πάντα στους ξένους δανειστές στην προσπάθειά της να περισώσει τα δικά της οικονομικά προνόμια, στη συνέχεια πρωτοστάτησε στο να χάσει η Ελλάδα την τελευταία ευκαιρία της εντός της ΕΕ να αλλάξει κανόνες και μορφή του οικονομικού παραγωγικού μοντέλου της, ενισχύοντας εμπράκτως την παραγωγική βάση με ανταγωνιστικούς όρους, χρησιμοποιώντας αυστηρά προς αυτόν τον στόχο τα χρήματα του Ταμείου Ανάκαμψης.
Σε συνεργασία με την θεραπαινίδα της, την πολιτική εξουσία (κυβέρνηση ΝΔ), έχουν γιγαντώσει τον παρασιτισμό και έχουν στήσει επί μέρους μηχανισμούς κλεπτοκρατισμού σε όλους τους χώρους που διακινείται δημόσιο ή ευρωπαϊκό χρήμα (Ταμείο Ανάκαμψης, ΕΣΠΑ, ΟΠΕΚΕΠΕ, δημόσιες συμβάσεις κλπ.).
Το σκάνδαλο Γκίλφοϊλ κατέδειξε τις παραπάνω διαχρονικές ασθένειες και την εσωτερική, διεφθαρμένη και επικίνδυνη υφή της ελληνικής ελίτ. Προσωπικός πλουτισμός, αντί παραγωγικής ισχυροποίησης της χώρας και πολιτιστικά πρότυπα βαθιάς υποκουλτούρας με κυρίαρχα στοιχεία την επίδειξη της χλιδής και της χαμηλής αισθητικής.





