Το στερητικό σύνδρομο της αντιπολίτευσης

Δημήτρης Χρήστου933


+100%-

του Δημήτρη Χρήστου  – 

Ολοκληρώθηκε το ταξίδι του πρωθυπουργού στις ΗΠΑ. Θερμό ήταν το κλίμα στις συναντήσεις του τόσο με τον πρόεδρο Τραμπ όσο και με τον αντιπρόεδρο Πέινς. Σαφώς το ταξίδι αυτό, ύστερα από επίσημη πρόσκληση της αμερικανικής ηγεσίας, δεν ήταν για μια φωτογραφία, όπως εξέφρασε τους φόβους του ο Κυριάκος Μητσοτάκης, έχοντας ίσως παραδείγματα από προηγούμενα ταξίδια Ελλήνων ηγετών στο Λευκό Οίκο. Ενδεικτικό τη σημασίας που έδωσε η αμερικανική πλευρά ήταν και η σύνθεση των δύο αντιπροσωπειών.

Έντεκα Αμερικανοί αξιωματούχοι που κάθισαν δίπλα στον Τραμπ, μεταξύ των οποίων ο υπουργός Εξωτερικών Τίλερσον, Οικονομικών Μνούτσιν, Εμπορίου Ρος, ο προσωπάρχης του Λευκού Οίκου Κέλι και ο επικεφαλής του Εθνικού Συμβουλίου Ασφαλείας Μακμάστερ. Απέναντί τους και δίπλα στον Τσίπρα κάθισαν, μεταξύ άλλων, ο υπουργός Εξωτερικών  Κοτζιάς, ο υπουργό Οικονομίας Παπαδημητρίου, ο υπουργός Ψηφιακής Πολιτικής Παππάς, ο υπουργός Άμυνας Καμμένος.

Πώς μπορεί κανείς να αξιολογήσει τις συναντήσεις που έγιναν; Όλοι οι ειδικοί αναλυτές λένε –και αυτό ισχύει παγίως– ότι οι συμφωνίες και οι διαθέσεις κρίνονται εκ του αποτελέσματος. Και το αποτέλεσμα στο πεδίο των επενδύσεων, της ενέργειας, της άμυνας, του τουρισμού και των νέων τεχνολογιών, που ήταν τα αντικείμενα των  διεργασιών, απαιτεί εύλογο χρόνο για να φανεί. Πάντως, τόσο από το πρόγραμμα όσο και από τους συμμετέχοντες, είναι βέβαιο πως η ελληνική αποστολή δεν πήγε στην αμερικανική πρωτεύουσα για μια φωτογραφία.

Κυβέρνηση και εθνικά συμφέροντα

Βέβαια, η Ελλάδα είναι μικρή χώρα και για το πάρε, όπως συμβαίνει αιώνες στις διεθνείς σχέσεις, υπάρχει και το δώσε. Οι Αμερικανοί συζήτησαν το καθεστώς της βάσης στη Σούδα. Συζήτησαν επιπλέον και τον εκσυγχρονισμό των αεροσκαφών F-16, καθώς επίσης και την είσοδο αμερικανικού υγροποιημένου φυσικού αερίου στη νέα πύλη της Αλεξανδρούπολης.

Η ελληνική πλευρά, όπως θα έπραττε κάθε κυβέρνηση που νοιάζεται για τα εθνικά συμφέροντα, ήταν ανοιχτή στα θέματα αυτά. Διότι είναι πολύ σημαντικό, ειδικά αυτή την δύσκολη περίοδο που διανύει η χώρα, να έχεις καλές σχέσεις εμπιστοσύνης με μια δύναμη του επιπέδου των ΗΠΑ. Πολύ περισσότερο που στον τομέα της άμυνας η ΕΕ είναι απούσα και αδιάφορη! Η αμερικανική στήριξη στο θέμα της εθνικής ασφάλειας και της ταχύτερης εξόδου από τα δεσμά των μνημονίων είναι πολύτιμη.

Όσο οι συμφωνίες αυτές δεν ανατρέπουν δομημένες σχέσεις και δεν αδυνατίζουν τις γραμμές άμυνας της χώρας, μπορεί να γίνουν αποδεκτές. Και είναι άχαρο να επιχειρηματολογείς για την εξωτερική πολιτική με ιδεολογικούς περιορισμούς και συναισθηματικά κατάλοιπα, όταν το συνάλλαγμα των διεθνών σχέσεων είναι το εθνικό συμφέρον.

Η μικρή Αριστερά

Δυστυχώς, ένα κομμάτι της παραδοσιακής Αριστεράς των μικρών εκλογικών ποσοστών έχει εγκλωβιστεί από ιδεολογικά όρια, που στην πραγματικότητα δεν υπάρχουν. Θυμίζει σε πολλές περιπτώσεις την εγκόσμια καθυστέρηση της χριστιανικής εκκλησίας που ανήμπορη να δικαιολογήσει τις επιστημονικές εξελίξεις, οι οποίες ανατρέπουν τον θεμέλιο λίθο της, καταφεύγει στο δόγμα: πίστευε και μη ερεύνα.

Και ενώ οι ελληνοαμερικανικές συζητήσεις και η αναβάθμιση των σχέσεων παρουσιάζεται και σχολιάζεται θετικά από τον ευρωπαϊκό Τύπο, στη χώρα μας τα αντιπολιτευόμενα Μέσα, κολλημένα και ταγμένα τυφλά στην προσπάθεια να ανατρέψουν τη σημερινή κυβέρνηση για να κάνουν πρωθυπουργό τον Μητσοτάκη, βρήκαν τρωτά στη συμφωνία για την αναβάθμιση των αεροσκαφών F-16. Όχι για το αν είναι αναγκαία η αναβάθμιση. Αλλά αν η χώρα αντέχει τη δαπάνη που ανέρχεται στα 2,4 δισ. ευρώ.

Στην γραμμή αυτή είναι μόνιμα προσκολλημένη και η “κόρη μας η σοσιαλίστρια” Φώφη Γεννηματά, η οποία δήλωσε: «Για άλλη μια φορά ο πρωθυπουργός είπε πολλά, υποσχέθηκε περισσότερα, επιστρέφει όπως φαίνεται με άδεια χέρια. Πήρε ανέξοδα καλά λόγια και υπέγραψε γραμμάτια ύψους 2,4 δισ. ευρώ». Στις περιπτώσεις αυτές, όταν θες να είσαι υπεύθυνος σε τόσο σοβαρά και ευαίσθητα ζητήματα, οφείλεις να είσαι προσεκτικός και υπομονετικός μέχρι να ενημερωθείς για τα πραγματικά στοιχεία και τις πραγματικές ανάγκες, σε μια περίοδο που η Άγκυρα προκαλεί επικίνδυνα επεισόδια σε αέρα και θάλασσα.

Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Τζανακόπουλος επιβεβαίωσε ότι υπάρχει συμφωνία για την αναβάθμιση των F-16 συνολικού ύψους 2,4 δισ., τονίζοντας ότι είναι επωφελής για την Ελλάδα και αναγκαία για να μην απαξιωθεί ο υφιστάμενος στόλος. Διευκρίνισε, όμως, ότι η πραγματική επιβάρυνση για τον προϋπολογισμό θα είναι 1,1 δισ. σε βάθος 10-15 ετών.

Δείγματα ωρίμανσης

Η άπειρη το 2015 κυβέρνηση Τσίπρα καταφέρνει να ανταποκριθεί καλύτερα από ό,τι περιμέναμε στις διεθνείς της σχέσεις. Ανέτρεψε την μοναρχικού τύπου σχέση στο Eurogroup όταν στους πρώτους μήνες της θητείας της ήταν μόνη εναντίον όλων. Μέχρι και η Κύπρος ήταν απέναντι. Πρωτοστάτησε στην δημιουργία των μεσογειακών διασκέψεων σε επίπεδο κορυφής και βελτίωσε θεαματικά τις σχέσεις με τον γαλλογερμανικό άξονα, την Κίνα και τη Ρωσία του Πούτιν. Επίσης, άνοιξε πεδίο στρατηγικής σημασίας επαφών και συμφωνιών τόσο με το Ισραήλ όσο και με την Αίγυπτο.

Όμως, συνολικά τα κόμματα της αντιπολίτευσης και ειδικότερα εκείνα που παρουσιάζουν διαταραχές από το έλλειμμα εξουσίας, δεν μπορούν να ασκήσουν προγραμματική αντιπολίτευση. Αντιδρούν με ατάκες και αποσπασματικές υπερβολές, ποντάροντας στην αμέριστη υποστήριξη των συστημικών ΜΜΕ. Και τα έκαναν όλα αυτά, με την βεβαιότητα ότι θα καταφέρουν να ρίξουν την κυβέρνηση. Αποκαλυπτική του στερητικού συνδρόμου η αποκάλυψη που έκανε ο βουλευτής του Ποταμιού Μαυρωτάς, αναφέροντας στη Βουλή σχετικά με το νομοσχέδιο για τη νομική αναγνώριση Φύλου πως:  «Γίναμε δέκτες συστάσεων να μην ψηφίσουμε για να πέσει η κυβέρνηση».

Αν η αντιπολίτευση δεν προσαρμόσει την τακτική της σε ορίζοντα τετραετίας, η κυβέρνηση Τσίπρα πιθανό να ανανεώσει τη θητεία της για μια ακόμη τετραετία. Το δίλημμα που εκ των πραγμάτων θα τεθεί δεν θα είναι “ΣΥΡΙΖΑ ή ΝΔ”, αλλά “Τσίπρας ή Μητσοτάκης”.

bookmark icon