Χαλάει την σούπα του κομματικού καρτέλ η Κοβέσι…
28/04/2026
Η ελληνική πολιτική σκηνή θυμίζει όλο και περισσότερο έναν ατελείωτο αρχιτεκτονικό διάδρομο, όχι από εκείνους που οδηγούν κάπου, αλλά από εκείνους που απλώς υπάρχουν. Έναν διάδρομο σαν αυτούς που καθιέρωσε ο John Thorpe της Ελισαβετικής και Ιακωβιανής εποχής, όταν εκείνος εισήγαγε την έννοια της μετάβασης από δωμάτιο σε δωμάτιο, χωρίς να χρειάζεται να διασχίσεις την ίδια τη ζωή του σπιτιού.
Μόνο που στην ελληνική εκδοχή, η μετάβαση δεν αφορά χώρους, αλλά ρόλους, θέσεις και κυρίως συμφέροντα. Σε αυτόν τον διάδρομο της πολιτικής, οι “διαδρομιστές” δεν κινούνται με στόχο, αλλά με ένστικτο επιβίωσης. Δεν ανοίγουν πόρτες για να αλλάξουν κάτι, τις ανοίγουν για να βρεθούν από την “σωστή” πλευρά της εξουσίας.
Εξάλλου το δωμάτιο μάλλον δεν έχει σημασία, γιατί σημασία έχει ποιος κάθεται μέσα και τι μοιράζει. Έτσι λοιπόν ένας εσμός ανθρώπων βυσσοδομεί στους διαδρόμου της πολιτικής για “λοφία και λουφέδες”. Αυτή, λοιπόν, είναι η ελληνική εκδοχή πολιτικής κινητικότητας που δεν έχει καμία σχέση με ιδέες γιατί όλα γίνονται “σημαίες ευκαιρίας” και δημόσιες σχέσεις. Και επίσης το πιο ενδιαφέρον είναι ότι οι “διαδρομιστές” όσο κι αν προσποιούνται ότι ανήκουν σε διαφορετικά “δωμάτια”, συναντιούνται. Αν όχι φυσικά, σίγουρα ιδεολογικά.
Γιατί πόση απόσταση χωρίζει πραγματικά εκείνον που δηλώνει με στόμφο «όσο μας το επιτρέπει ακόμα η κ. Κοβέσι έχουμε Δημοκρατία» (Άδωνις Γεωργιάδης) από τη βουλεύτρια κ. Λιάνα Κανέλλη που ειρωνεύεται λέγοντας, «θα βάλουμε και φωτοστέφανο στη Λάουρα Κοβέσι;». Να γιατί η ελληνική πολιτική πολλές φορές θυμίζει πλυντήριο που πλένει σε λάθος πρόγραμμα και έτσι ο αποχρωματισμός σε ό,τι πλένεται είναι το μόνο σίγουρο.
Και επίσης, έρχεται να επιβεβαιωθεί ότι η διάκριση μεταξύ Δεξιάς και Αριστεράς δεν έχει κριτήρια ταξινόμησης και δεν κατανοείται με προϋποθέσεις του χθες, γιατί εκείνες έχουν σήμερα αλλάξει. Και αν θα πρέπει να κατανοήσουμε σήμερα την πολιτική δεν θα πρέπει να την κατανοήσουμε με όρους ταυτότητας ή αντίθεσης αλλά με όρους ομοιωματικών συμφερόντων.
Η ειρωνική αποδόμηση της κ. Κοβέσι εμπεδώνεται από κάποιους ως υπεράσπιση ενός συστήματος που διατηρεί τις δομικές παθογένειες και τις συνέπειές της όπως είναι η ανισότητα, η αναξιοπιστία των θεσμών, η ανυποληψία της δημοκρατίας για χρόνια και θέλει το σύστημα χωρίς να δέχεται ενοχλητικές παρεμβάσεις, αλλά να κινείται στις ίδιες συνθήκες και στις ίδιες προσαρμοστικότητες.
Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία και πρόσωπα όπως η Κοβέσι, δεν κρίνονται πια για το έργο τους, αλλά για το πώς ενοχλούν συστημικές δομές και δεν αντιμετωπίζονται ως αυτό που είναι, δηλαδή ως θεσμικός θεματοφύλακας, αλλά ως πρόσωπο ενοχλητικό. Και τότε η καχυποψία των πολιτών δεν είναι απλώς δικαιολογημένη, γίνεται σχεδόν αναπόφευκτη. Ίσως, τελικά, η φράση που ακούγεται στη βάση να μην είναι κυνισμός αλλά διάγνωση: “μαύρος λύκος, άσπρος λύκος, όλοι στην ίδια αγέλη”.
Πολιτική χωρίς νόημα
Να λοιπόν πως η πολιτική μετατρέπεται σε μια αυτάρεσκη διαδικασία που καταναλώνει τον εαυτό της. Δεν παράγει νόημα, δεν γεννά προοπτική, ούτε συλλογικό όραμα και ελπίδα, απλώς ανακυκλώνει θέσεις, πρόσωπα και ρητορικές. Είναι μια πολιτική που δεν απευθύνεται στην κοινωνία, αλλά στον καθρέφτη της. Και ο καθρέφτης, ως γνωστόν, δεν αντιλέγει. Τώρα καταλαβαίνει κανείς γιατί πολλά πολιτικά πρόσωπα δεν μας γοητεύουν και δεν μας πείθουν και επίσης δεν μας χαρίζουν καμιά διάθεση να τα ακούμε, γιατί η δική τους ρητορική αρχίζει εκεί που αρχίζει η κυριαρχία, όσο και αν η ρητορική τους είναι πλουμιστή από “αγωνιστικομαχία”.
Η ειρωνεία είναι πως όλοι γνωρίζουν το παιχνίδι. Οι πολίτες το υποψιάζονται, οι συμμετέχοντες το βιώνουν, και όμως συνεχίζουν να το παίζουν. Γιατί; Διότι ο διάδρομος αυτός δεν έχει έξοδο. Ή, για να είμαστε πιο ακριβείς, η έξοδος υπάρχει, αλλά δεν συμφέρει κανέναν από τους εντός να την αναζητήσει. Η παραμονή στο σύστημα, ακόμη και ως “αντιπολίτευση”, είναι πιο ασφαλής από την πραγματική ρήξη.
Κάπως έτσι, φτάνουμε στη σημερινή όψιμη εικόνα μιας πολιτικής που δεν εξελίσσεται, αλλά παλαιώνει μέσα στις ίδιες της τις συμβάσεις. Μιας πολιτικής που έχει χάσει την ικανότητα να εκπλήσσει, να συγκρούεται ουσιαστικά, να μετασχηματίζει. Αντίθετα, αρκείται στο να επιβεβαιώνει τον εαυτό της μέσα από προβλέψιμες αντιπαραθέσεις και κατασκευασμένες εντάσεις. Και για να το πούμε και αλλιώς, η πολιτική κάποιες φορές μοιάζει να είναι στημένη από ένα τρόπο ομοιώσεων.
Οι διαφορές είναι επιφανειακές, σχεδόν διακοσμητικές, ενώ οι ρόλοι εναλλάσσονται, αλλά το σενάριο μένει ίδιο. Και ο πολίτης; Εκείνος παραμένει θεατής σε ένα έργο που έχει δει πολλές φορές, αλλά συνεχίζει να παίζεται σαν να είναι πρεμιέρα. Ίσως το πιο ανησυχητικό δεν είναι ότι η πολιτική μοιάζει με διάδρομο, αλλά είναι ότι έχουμε συνηθίσει να ζούμε μέσα σε αυτόν. Να κινούμαστε κι εμείς, έστω και παθητικά, από πόρτα σε πόρτα, από αφήγημα σε αφήγημα, χωρίς να αναρωτιόμαστε αν υπάρχει κάτι πέρα από αυτό.
Γιατί στο τέλος της ημέρας, το πρόβλημα δεν είναι μόνο οι διαδρομιστές, είναι ότι ο διάδρομος παραμένει άθικτος. Και όσο αυτός διατηρείται, η πολιτική θα συνεχίζει να εξαντλείται στον εαυτό της καταφάσκοντας, ειρωνικά, σε αυτό που δεν είναι.





