Αγαπάμε το βιβλίο και άλλες φανταστικές ιστορίες

5

της Έλενας Πατάκη  – 

Με αφορμή τη σημερινή –εξαιρετική!– τοποθέτηση του συναδέλφου Σταύρου Πετσόπουλου, εκδότη της ΑΓΡΑΣ, στη LIFO, σε άρθρο με τον εύγλωττο τίτλο «Η απαξίωση του βιβλίου από βιβλιοθήκες, κράτος και άλλους φορείς»* αποφάσισα να ανασύρω ένα κείμενο προβληματισμού που είχα καταθέσει τον Νοέμβριο του 2016 στην Ομάδα Βιβλίου** του Υπουργείου Πολιτισμού στην οποία συμμετείχα.

Σκοπός του σύντομου αυτού σημειώματος ήταν να συζητηθούν, να εξειδικευθούν και τελικά να υλοποιηθούν κάποιοι άξονες «πολιτικής» που δεν απαιτούν καμία οικονομική συμμετοχή του Υπουργείου. Απαιτούν μόνο θέληση και πίστη στην αναγκαιότητα να διαφυλαχθεί η ανάγνωση και, για τον σκοπό αυτό, να διασωθεί –επειγόντως– το βιβλίο, το πολιτιστικό αγαθό που βάλλεται όσο κανένα άλλο από τον κυνισμό και την αδιαφορία του πολιτικού συστήματος εδώ και πολλά χρόνια και, ειδικότερα, από το 2014 οπότε καταργήθηκε ο νόμος της Ενιαίας Τιμής Βιβλίου.

Σκεφτόμουνα λοιπόν το 2016 και δεν έχω λόγο να μη σκέφτομαι και σήμερα ότι… πρέπει να λάβουμε υπόψη το περιβάλλον του βιβλίου στην Ελλάδα και δεν μπορούμε να μην αναφέρουμε μία πολύ ενδεικτική παράμετρο που είναι οι συνήθειες της ανάγνωσης. Συγκρίνοντας στοιχεία από τις έρευνες που το ΕΚΕΒΙ διενεργούσε και δημοσίευε –όσο υπήρχε– με στοιχεία από διεθνείς έρευνες, διαπιστώνουμε ότι η αναγνωσιμότητα στην Ελλάδα διατηρείται σε χαμηλά επίπεδα.

Υπάρχει μια μικρή κοινότητα που διαβάζει, γράφει, συζητάει και γενικά ασχολείται συστηματικά με το βιβλίο και εκεί παρατηρείται άνθηση σε όλα τα επίπεδα. Έξω από αυτή την κοινότητα όμως το τοπίο για το βιβλίο είναι θολό. Μέσα από την εμπειρία μου θα αναφέρω παρακάτω κάποια πράγματα που πιστεύω πως μπορούν να επηρεάσουν θετικά τη διαμόρφωση του πεδίου και να συντείνουν ώστε να αυξηθούν όλο και περισσότερο οι συνειδητοί αναγνώστες.

Στόχος των δράσεων για την προώθηση του βιβλίου και της ανάγνωσης πρέπει να είναι και η ανάδειξη του πνευματικού έργου που περιέχεται σε κάθε βιβλίο. Αυτό μπορεί να συνδυαστεί και με την προετοιμασία που γίνεται για τη θέσπιση ενός πλαισίου για τον δανεισμό (έντυπων και ηλεκτρονικών) βιβλίων από τις βιβλιοθήκες. Έτσι, εκτός από τα γενικά μηνύματα για την απόλαυση και τα οφέλη που προσφέρει η ανάγνωση, ο σεβασμός του πνευματικού έργου μπορεί να περάσει στη συνείδηση του κοινού μέσα από συγκεκριμένα μηνύματα όπως:

  • Όχι στις φωτοτυπίες
  • Όχι στο κυνήγι του δωρεάν βιβλίου
  • Ανάδειξη των επαγγελμάτων του εκδοτικού χώρου: βιβλιοθηκονόμος, βιβλιοπώλης, εκδότης, επιμελητής σειράς (θεωρώντας πως για τους συγγραφείς, μεταφραστές, εικονογράφους η αναγνώριση είναι σε καλύτερα επίπεδα και η στήριξη από το ΥΠΠΟ είναι αυτονόητη…)
  • Ο αργός (και μοναχικός) χρόνος που απαιτεί η ανάγνωση και το πώς το περιβάλλον μπορεί να επηρεάσει θετικά ή αρνητικά τη στάση μας απέναντι στην ανάγνωση (παιδική ηλικία, εφηβεία, ενήλικη ζωή).

Χρειάζεται ειδική μέριμνα;

Μερικοί λόγοι για τους οποίους είναι απαραίτητη ειδική μέριμνα για τα παραπάνω:

Είναι κοινή πρακτική πολλών βιβλιοθηκών (πχ σχολικών ή δημοτικών βιβλιοθηκών – όχι βέβαια σοβαρών βιβλιοθηκών εθνικής εμβέλειας) να προσπαθούν να εμπλουτίσουν τη συλλογή τους συντάσσοντας πολύ τεκμηριωμένες επιστολές που εξαίρουν την αξία της ανάγνωσης και του καταλόγου του εκάστοτε εκδότη-παραλήπτη της επιστολής, η οποία καταλήγει με ένα αίτημα για την αποστολή δωρεάν βιβλίων.

Είναι σπάνιες δε οι περιπτώσεις που το αίτημα συνοδεύεται από συγκεκριμένη επιλογή τίτλων. Συχνά, για να καταδείξουν το πόσο μεγάλη έλλειψη βιβλίων έχει η βιβλιοθήκη, ζητούνται βιβλία απούλητα ή κακέκτυπα που κανονικά θα κατέληγαν να πολτοποιηθούν. Όλα αυτά τη στιγμή που η κοινή πρακτική σε όλο τον κόσμο είναι οι βιβλιοθήκες να αγοράζουν τα βιβλία σε ειδική τιμή, υψηλότερη από τη λιανική, προκειμένου να δικαιούνται να τα δανείζουν. Η λογική του δωρεάν βιβλίου, όπως και της φωτοτυπίας έρχεται σε αντίθεση με τον σεβασμό του πνευματικού έργου.

Επιπλέον, η προστιθέμενη αξία της «συλλογής» των βιβλίων μιας βιβλιοθήκης από λίγους εκτιμάται. Είναι προς το συμφέρον όλων οι αναγνώστες να εκπαιδευτούν ώστε να επιλέγουν συνειδητά τι θα διαβάσουν και η εκπαίδευση αυτή να περνάει και μέσα από τις βιβλιοθήκες. Να σημειώσω εδώ πως είναι διάχυτη η λανθασμένη αντίληψη ότι οι εκδότες μπορεί να μην επιθυμούν η ανάγνωση να περνάει από τη βιβλιοθήκη, γιατί χάνουν πωλήσεις. Αυτό δεν ισχύει. Είναι κοινή πεποίθηση ότι η έλλειψη ενός ευρέος δικτύου βιβλιοθηκών είναι ένας ακόμα παράγοντας που συντείνει στο να διατηρείται σε χαμηλά επίπεδα η αναγνωσιμότητα στην Ελλάδα.

Σχετικά με τον αργό χρόνο που απαιτεί η ανάγνωση ας αναλογιστούμε αν έγιναν ποτέ κάποιες δράσεις που έλαβαν υπόψη τον πολύ σημαντικό αυτό παράγοντα. Συνήθως οι δράσεις έχουν σκοπό την προσέλκυση πολυπληθούς κοινού, χωρίς να απαιτείται προηγούμενη εξοικείωση με το έργο που «παρουσιάζεται», ούτε και προβλέπεται η επαφή με αυτό στο πλαίσιο της δράσης. Στην πλειονότητα των περιπτώσεων η επαφή με το βιβλίο τελειώνει με το πέρας της δράσης. Το βιβλίο σπάνια διαβάζεται.

Και τελικά τι προσλαμβάνει ένα παιδί – μη συνειδητός αναγνώστης; Μήπως ότι το βιβλίο είναι κάτι που κάποιος ενήλικας (γονιός, δάσκαλος) πρέπει να φροντίζει να το φέρνει στα μέτρα του, προσαρμόζοντάς το στις συνήθειές του και στις κεκτημένες δεξιότητές του (παιχνίδι, κατασκευές), την ώρα που στην πραγματικότητα αυτό που χρειάζεται είναι να του δοθεί το κίνητρο και το ασφαλές πλαίσιο μέσα στο οποίο θα αναπτύξει άλλες, ιδιαίτερα σύνθετες δεξιότητες που σχετίζονται με την επιλογή και την ανάγνωση του καλού βιβλίου;

Μία τέτοια βασική δεξιότητα είναι η περιβόητη κριτική σκέψη, που ενώ θεωρητικά είναι ο πυλώνας του εκπαιδευτικού μας συστήματος, στην πραγματικότητα είναι ο μεγάλος αγνοούμενος. Είναι αυτή που θα μπορέσει να τους εξοπλίσει ώστε να μάθουν να αντιστέκονται στα ελκυστικά πακέτα ψυχαγωγίας και ενημέρωσης που προωθούνται από τα σύγχρονα ΜΜΕ και να εξασκηθούν στο να αναζητούν και να εντοπίζουν τα αναγνώσματα που θα κερδίσουν το ενδιαφέρον τους. Οι όποιες δράσεις για την προώθηση του βιβλίου και της ανάγνωσης έχουν τη σφραγίδα θεσμικών φορέων οφείλουν να έχουν πάντα μια τέτοια διάσταση.

Επαγγέλματα του εκδοτικού χώρου και τεχνολογική ανάπτυξη

Όσον αφορά τα επαγγέλματα του εκδοτικού χώρου, η προστασία τους δεν είναι, βέβαια, αυτοσκοπός. Μέσα στο ψηφιακό περιβάλλον όλα εξελίσσονται και σε λίγα χρόνια το τοπίο μπορεί να είναι εντελώς διαφορετικό από το σημερινό. Όμως θα συμφωνήσουμε, νομίζω, πως αυτή τη στιγμή υπάρχει διαφορά ανάμεσα στις αυτοεκδόσεις και στα βιβλία που υπογράφονται από έναν «δοκιμασμένο» συγγραφέα ή φέρουν τη σφραγίδα ενός εκδότη. Φυσικά υπάρχουν διαφοροποιήσεις, αλλά ας σκεφτούμε με βάση όσα γενικά ισχύουν, τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό.

Σταδιακά, λόγω της άνθησης των αυτοεκδόσεων μέσω εταιριών παροχής υπηρεσιών που καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα από την έκδοση μέχρι και το marketing –τόσο για έντυπες ψηφιακές εκτυπώσεις όσο και για ebook– κινδυνεύει να διαστρεβλωθεί η εικόνα του επαγγέλματος του εκδότη, ενώ ο τίτλος του «συγγραφέα» κινδυνεύει να απολέσει το κύρος του.

Αυτό, βέβαια, είναι απότοκο της τεχνολογικής ανάπτυξης, παρατηρείται διεθνώς και σε καμία περίπτωση δεν προτείνω να «καταπολεμηθεί». Χρειάζεται όμως να γίνει αντιληπτό πόσο σημαντικό είναι στις σημερινές συνθήκες να αναπτύξει ο καθένας την ικανότητα να κρίνει το περιεχόμενο, ώστε να επιλέγει συνειδητά. Κριτήρια και πηγές πληροφόρησης, που είναι χρήσιμα και κοινά για τους επαγγελματίες ή τους βιβλιόφιλους, δεν είναι καθόλου κοινά για τον μέσο Έλληνα.

Θα ήταν χρήσιμο για παράδειγμα να έχουν όσο γίνεται περισσότεροι δυνητικοί αναγνώστες πρόσβαση στη ΒΙΒΛΙΟΝΕΤ, σε καταλόγους βραβευμένων τίτλων, στην κριτικογραφία, στα βιογραφικά των δημιουργών κά. Και όταν λέω πρόσβαση δεν εννοώ τις ιστοσελίδες και τις βάσεις δεδομένων, αλλά τις δεξιότητες που σχετίζονται με αυτή τη διαδικασία ανάπτυξης μιας ζωντανής και κριτικής σχέσης με το βιβλίο, η οποία περνάει και μέσα από τις βιβλιοθήκες και τα βιβλιοπωλεία. Είναι γνωστό ότι πολλοί δυνητικοί αναγνώστες δε νιώθουν καλά ούτε καν να περάσουν το κατώφλι της βιβλιοθήκης ή του βιβλιοπωλείου. Η πολιτική για το βιβλίο μπορεί να προφέρει πολλά στο χτίσιμο μιας τέτοιας ζωντανής και κριτικής σχέσης του κοινού με το βιβλίο.

Συνοψίζοντας, πιστεύω ότι ο στόχος της ανάδειξης του πνευματικού έργου μπορεί να επιτευχθεί μέσω ειδικά σχεδιασμένης καμπάνιας που θα απευθύνεται τόσο στο κοινό όσο και στους επαγγελματίες του χώρου. Οι δεύτεροι θα πρέπει σταδιακά να οργανώνουν τις δράσεις τους λαμβάνοντας υπόψη και αυτή την οπτική. Σε πρώτη φάση, νομίζω πως η ίδια η Υπουργός μπορεί να δώσει έμφαση σε κάποιες από αυτές τις παραμέτρους μέσα από συνεντεύξεις, δελτία τύπου κά.

Γενικά, άλλωστε, η επικοινωνιακή διάσταση της πολιτικής για το βιβλίο δεν πρέπει να υποτιμάται. Την ίδια στιγμή που έχει σχεδόν μηδενικό σχεδόν κόστος, έχει μεγάλη αξία για τη δημιουργία της επιθυμητής κουλτούρας ανάγνωσης. Έτσι θα πρέπει να τονίσουμε πως έχει μεγάλη σημασία να ενεργοποιηθούν επικοινωνιακά όλοι οι θεσμικοί παράγοντες του βιβλίου, αφού αποκτήσουν ξεκάθαρη εικόνα της αγοράς, των προβλημάτων και των ευκαιριών που δίνονται σήμερα, και των στόχων που από κοινού θα θέσουμε.

Σημειώσεις

Το κόμικ ΟΙ ΑΝΑΓΝΩΣΤΕΣ δημοσιεύεται κάθε Τετάρτη στη Facebook σελίδα των Εκδόσεων Πατάκη (Εκδόσεις Πατάκη-Patakis Publishers). Με το μοναδικό χιούμορ του Τόμεκ Γιοβάνη (Tomek Giovanis, Tomek Giovanis Illustrations & Comics), αποκλειστικά για τις Εκδόσεις Πατάκη!
#oianagnostes #tomek #eimasteoianagnostes

*http://www.lifo.gr/articles/guest_editors/178863/i-apaksiosi-toy-vivlioy-apo-vivliothikes-kratos-kai-alloys-foreis

**Θυμίζω ότι οι προτάσεις της Ομάδας Βιβλίου του Υπουργείου Πολιτισμού συγκεντρώθηκαν σε μια σειρά κειμένων που κατατέθηκαν στο ΥΠΠΟ και τέθηκαν στη διαδικασία της δημόσιας διαβούλευσης. Έκτοτε η τύχη των προτάσεων αγνοείται. Με εξαίρεση τη διαβούλευση για το Δικαίωμα Δημόσιου Δανεισμού που έχει ξεκινήσει, αλλά προχωράει με πάρα πολύ αργούς ρυθμούς…