“Δυστυχώς βρίζω”: Μια ταινία για τη δύναμη της αποδοχής απέναντι στο διαφορετικό
17/04/2026
Ο χαρακτηριστικός τίτλος της ταινίας “Δυστυχώς βρίζω” (“I Swear”), φανερώνει και ένα βασικό πρόβλημα του συνδρόμου Τουρέτ, που αναπτύσσει ο Τζον Ντέιβιντσον στη Σκωτία το 1983, ένα παιδί εργατικής οικογένειας, που ξαφνικά το σώμα του γίνεται ανεξέλεγκτο σε κινήσεις, σε παράξενα τικ, ενώ δε μπορεί να συγκρατήσει πολλές εκφράσεις, βρίζοντας ανάρμοστα, ακατάπαυστα, ανεξέλεγκτα.
Η συμπεριφορά αυτή, σε μία κοινωνία σε πλήρη άγνοια επί του συνδρόμου, θα τον φέρουν στο σχολικό και κοινωνικό περιθώριο, θα τον απομονώσουν, μοιάζει μία χαμένη υπόθεση, ενός ανθρώπου προς αποφυγή, που κανείς δεν αποδέχεται, ακόμα και η ίδια του η οικογένεια. Ο μικρός Τζον θα οδηγηθεί σε μόνιμη τιμωρία στο σπίτι του, να τρώει μόνος μπροστά από το τζάκι, ενώ ο πατέρας του θα φύγει από το σπίτι, χωρίς να μπορεί να σηκώσει όλο αυτό το πρόβλημα.
Σε αυτή την μονίμως ντροπιαστική συμπεριφορά του Τζον θα βρεθεί μπροστά του μία νοσοκόμα, μητέρα ενός συμμαθητή του και θα τον κρατήσει γενναιόδωρα στο σπίτι της, η οποία με αμέριστη αγάπη θα δείξει και τον τρόπο που οι άνθρωποι πρέπει να αποδέχονται και να συμπεριφέρονται στο διαφορετικό, ακόμα και στο αλλόκοτο. Μία, επί της ουσίας, καλή σαμαρείτιδα, η Ντότι (στο τέλος της ταινίας βλέπουμε τα πραγματικά πρόσωπα των εμπλεκομένων), περιθάλπει τον Τζον σαν να είναι δικό της παιδί. Του μαθαίνει να μη ντρέπεται για αυτό που είναι, να σταθεί στα πόδια του, δείχνει απεριόριστη κατανόηση για τη διαταραχή του, ενημερώνεται γι’ αυτήν και τον ενθαρρύνει να εργαστεί.
Μέσω εκείνης ο Τζον βρίσκει εργασία ως επιστάτης σε ένα ψυχαγωγικό κέντρο. Ο Τζον αρχίζει σιγά-σιγά να βοηθά άλλους ανθρώπους με το σύνδρομο, να δημιουργεί ενημερωτικές διαλέξεις και παρουσιάσεις, έναν ακτιβισμό που θα τον οδηγήσει σε βράβευση από την Βασίλισσα Ελισάβετ, με τον τίτλο του Μέλους του Τάγματος της Βρετανικής Αυτοκρατορίας, ύψιστη τιμή για έναν Βρετανό πολίτη. Ο Τζον εισέρχεται στο χώρο βράβευσης για να παραλάβει το βραβείο βρίζοντας τη Βασίλισσα και ταυτόχρονα ζητώντας συγνώμη.
Χάρη στην ερμηνεία του Ρόμπερτ Αραμάγιο (Robert Aramayo) αυτές οι εξαιρετικές αντιθέσεις, οι άξαφνες κραυγές, τα ανεξέλεγκτα τικ, οι ακραίες (συχνά εύστοχες) βρισιές, το χιούμορ, η μελαγχολική φύση και βαθιά πικρία του απέναντι στην κοινωνική απαξίωση που βιώνει, παντελώς άδικα, μας μεταφέρεται μία αφήγηση, που από ένα σημείο και πέρα οι πιθανές κινηματογραφικές αρετές της ταινίας, όπως οι γωνίες λήψης των πλάνων, η φωτογραφία, ή η επιτυχημένη διανομή, υπηρετούν διακριτικά τη δυναμική του ίδιου του θέματος που σε καθηλώνει.
Υπό αυτή την έννοια, η ταινία έχει σημασία να ειδωθεί μέσα από την οπτική της ανθρώπινης συμπεριφοράς και των κοινωνικών αποκλεισμών, που μπορεί να βιώνουν συνάνθρωποί μας, όταν ξεφεύγουν από μία κανονικότητα. Ο Κερκ Τζόουνς (Kirk Jones), ο οποίος υπογράφει και το σενάριο με συνέπεια, πετυχαίνει και αυτό: να αναπτύξει και την κοινωνική διάσταση της εποχής των δεκαετιών 1980 και 1990, τον σχολικό ηθικισμό ή την “καθώς πρέπει” κοινωνική διάσταση. Και όλα αυτά, τα επενδύει με χιούμορ.
Η σκηνοθεσία και οι ερμηνείες
Ο σκηνοθέτης και σεναριογράφος καταφέρνει να αναπτύξει το πρόβλημα του πρωταγωνιστή, χωρίς να μείνει σε έναν μελοδραματισμό (από μόνο του το θέμα είναι δραματικό), αλλά να εντάξει στοιχεία βρετανικού χιούμορ, κρατώντας ένα επίπεδο και μία ισορροπία, χωρίς να ξεφεύγει από το κέντρο της αφήγησης, που είναι ο πολυτραυματισμένος ψυχικά (και σωματικά) Τζον. Αυτή η διάσταση που αναπτύσσει με μαεστρία, δημιουργεί έναν χαλαρό ρυθμό, που επίσης βοηθά τον θεατή να ενσωματώσει το προσωπικό βίωμα του κεντρικού χαρακτήρα, να συγκινηθεί μαζί του, να συμπάσχει ή να γελάσει μαζί του.
Αυτές οι αρετές υπηρετούνται με μία απλότητα στην παραστατική εικονοποιία του απέναντι στην προσωπικότητα του ήρωα, και τη χαρισματική φιγούρα του πρωταγωνιστή, που γεμίζει τα κάδρα, αφήνει με λεπτότητα την αύρα του ανθρώπου που είναι εγκλωβισμένος σε μία διαταραχή, που αντιλαμβάνεται ότι δημιουργεί πρόβλημα στον κοινωνικό του περίγυρο, ενώ ταυτόχρονα δεν μπορεί να ελέγξει. Ένα κυριολεκτικά μαρτυρικό προσωπικό βίωμα, που δεν έχει σταματημό και ηρεμία. Ο Τζον, όμως, μοιάζει σαν έναν ήρωα, που καταφέρνει και σπάει αυτή την αλυσίδα, επικοινωνεί το πρόβλημα και λειτουργεί, αξιέπαινα, ως ένας κρίκος που θα βοηθήσει τις επόμενες γενιές να αντιμετωπίζουν αυτή τη σπάνια διαταραχή με κατανόηση.
Ταυτόχρονα, η Ντότι, που ερμηνεύει με συνέπεια η Μάξιν Πικ (Μaxine Peake), δείχνει και τον τρόπο και το δρόμο της κατανόησης και αποδοχής κοινωνικά αποκλεισμένων ανθρώπων, αξιοθαύμαστη, που ενσωματώνει στην οικογενειακή της ζωή έναν άνθρωπο με μόνο σκοπό να τον βοηθήσει. Η ταινία στέκεται σε αυτή την βιωματική προσέγγιση μίας πραγματικά αξιοθαύμαστης προσωπικής ιστορίας. Το μυθοπλαστικό σινεμά εδώ θα μπορούσε να αγγίζει το σινεμά βεριτέ, καταργώντας τα όρια μεταξύ κατασκευασμένης ιστορίας και πραγματικότητας, που δραματοποιεί την αλήθεια, με περίσσιο χιούμορ, ενώ προσθέτει ένα στοιχείο του θεμέλιου λίθου του σινεμά: να συγκινήσει.
Ο σκηνοθέτης, με όπλο την επιτυχημένη επιλογή του εξαιρετικού πρωταγωνιστή στέκεται ισορροπημένα σε ένα ανθρώπινο δράμα, θυμίζοντας στο θεατή οπτικές και αθέατες πλευρές καθημερινότητας, που αξίζει να αναδεικνύονται, έστω και αν έχουν στοιχεία διδακτισμού ή παραμένουν περιγραφικά και αισθητικά σε μία λογική χολιγουντιανής βιογραφίας με ένα ευτυχές (όσον είναι δυνατόν στην περίπτωση του Τζον) τέλος.





