Ένας συνεχιστής της μακρυγιαννικής παράδοσης – 2


+100%-

Απόσπασμα από το βιβλίο: «Το Ημερολόγιον Χρήστου Καραγιάννη, 1918-1922″

Τα γεγονότα 16-19 Αυγούστου 1922

Βλέπω γύρω‐γύρω να κινούνται και ν’ ανακατεύονται οι στρατιώτες του Πεζικού και του Πυροβολικού. Να υποχωρούν με τα όπλα τους και με βήμα ταχύ. Ακόμα δεν έχω αποφασίσει, για να φύγω παρά μόνο αλλάζω θέση. Αποτραβήχτηκα πιο πέρα και κάθησα κάτω από κάτι μικρά πευκάκια μαζί με άλλους 2 συναδέλφους μου. Νομίζουμε πως κάποιος θα μας ειδοποιήσει να φύγουμε. Είχα ελπίδες τώρα σαν του δέντρου τα φύλλα όπου τα παίρνει ο άνεμος και μένουν γυμνά τα κλωνάρια.

 

Πάνω στη σκέψη και στην παραζάλη μου με τρόμαξε ένας συμπολεμιστής μου με μια γερή κλωτσσιά που μούδωσε λέγοντάς μου: «Σήκω συνάδελφε να φύγουμε, όπως φύγανε όλοι. Κάτι λίγοι έχουμε μείνει εδώ οι πιο κουτοί ανθρώποι.» Η στιγμή αυτή είναι κρίσιμη. Έχουμε περικυκλωθεί κι αν πέσουμε στα χέρια τους…

Πήραμε την απόφαση και σηκωθήκαμε απ’ τη θέση μας και κατευθυνόμαστε προς τ’ αριστερά. Θεωρώντας σαν πιο ακίνδυνο το μέρος αυτό προσπαθούμε να βρούμε το δρόμο της ιστορικής χαράδρας Τουλού Μπουνάρ για να ξεφύγουμε. Με τη σκέψη αυτή αποφασίσαμε και σηκωθήκαμε και προχωρήσαμε. Πρώτα όμως ακούσαμε μια ομοβροντία πυροβολισμών. Αυτοί οι πυροβολισμοί μάς ανάγκασαν να σταματήσουμε επί τόπου κι απότομα.

Μετά από αυτό ακούσαμε σπαραχτικές φωνές κι έτσι αναγκαστήκαμε να τρυπώσουμε πάλι στο ίδιο μέρος στα πυκνά πευκάκια. Εκεί κρύφτηκα σε πιο πυκνά κλωνάρια και δεν άργησαν να φανούν οι Τούρκοι ιππείς συνοδεύοντας ομάδες Ελλήνων. Άλλοι κρατούνε τις γυμνωμένες σπάθες στα χέρια τους κι άλλοι κοντάρια κι οδηγούνε τους Έλληνες και σκοτώνουνε καθ’ οδό με τα κοντάρια τους και συγκεντρώνουνε κάτω στο οροπέδιο.

Μια ομάδα από Έλληνες που περνούσε από μπροστά μου και τη συνοδεύουν οι Τούρκοι τους φωνάζουν με τη γλώσσα τους τεσλήμ, τεσλήμ = παραδοθείτε. Ένας Έλληνας σύστησε στους άλλους να σπάσουν τα όπλα και να μην τα παραδώσουν γερά. Ίσως αυτός νάτανε κάποιος αξιωματικός. Δεν ακούγεται τίποτε άλλο εκτός από κλάματα και φωνές. Κραυγές απόγνωσης. Φωνή βοώντος εν τη ερήμω.

Κάθομαι κρυμμένος μες τα πεύκα. Το αίμα μου παγώνει στις φλέβες και κρύος ιδρώτας με λούζει. Τα μιλίγγια μου χτυπούν, η αναπνοή μου σταμάτησε. Πότε δοκιμάζω να βγω και να παραδοθώ στους Τούρκους και ν’ ακολουθήσω τους άλλους και να τύχω στην ίδια μοίρα, πότε το μετανιώνω και χώνω τη μούρη μου κάτω στο έδαφος, για να μην αντικρίζω τους Έλληνες που τους χτυπάνε με τα κοντάρια στα στήθια τους οι βάρβαροι Τούρκοι. Σήμερα σφάζονται οι ήρωες Έλληνες. Σήμερα σηκώνουν τα χέρια τους ψηλά και παραδίδονται. Σήμερα ταπεινώνονται οι Έλληνες.

Στις 19 Αυγούστου πέρασαν τη γέφυρα του Γκεντίζ και μπήκαν σε βουνά καλυμένα με δάση. Βαδίζουν μέρα‐νύχτα. Εκεί σε κάποιο οικισμό που πήγε για να γεμίσει τα παγούρια του αποκόπηκε από την παρέα του και έμεινε μόνος του. Γέμισα τα παγούρια μου, αφού χόρτασα πρώτα και προχώρησα πρώτα γρήγορα‐γρήγορα κι έφτασα στον αμαξιτό δρόμο περιμένοντας να φτάσουνε η μικρή φάλαγγα με τη δική μου παρέα. Περιμένω μισή ώρα αλλά τίποτα. Πουθενά δεν φαίνεται η φάλαγγα.

Ο αμαξωτός δρόμος καταλήγει στο Ουσάκ. Ελπίζοντας όλοι μας πως το Ουσάκ θα οχυρώνονταν απ’ τον ελληνικό στρατό και θ’ αμυνόμασταν εκεί, γιατί ήταν μια καλή αμυντική ζώνη. Αφού είδα ότι πέρασε ολόκληρη ώρα κι ακόμα να φανούν οι πατριώτες μου με το αμάξι κι έτσι ανησυχώ κι απ’ το μυαλό μου περνούν διάφορες επικίνδυνες σκέψεις. Η καρδιά μου χτυπάει γρήγορα. Πατώ στα νύχια, ορθώνομαι, τεντώνομαι, αφουγκράζομαι σαν το λαγό που τον κυνηγούν τα λαγόσκυλα, πατάει στα πισινά του πόδια και τα μπροστινά του τα σηκώνει ψηλά, για να ακούσει το λίχτισμα των σκυλιών, τίποτε. Τη μικρή στρατιωτική φάλαγγα άνοιξε η γη και την κατάπιε…

Για μένα τώρα είναι αργά. Μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα. Μ’ όλη μου την εξαντλημένη δύναμη προσπαθώ να συγκεντρωθώ. Μια αποφασίζω και θέλω να πεθάνω και μια δεν θέλω να πεθάνω. Αγωνιώ αφάνταστα. Αποφάσισα να περάσω λίγο πιο δεξιά απ’ την πυρωμένη πόλη και σε λίγη ώρα κατόρθωσα να φτάσω μερικούς βραδυπορούντες που ήτανε άλλοι άρρωστοι κι άλλοι ελαφριά τραυματισμένοι. Άφησα πιο πίσω πολλούς σαν και μένα, στην ίδια μοίρα.

Σαν απομακρυνθήκαμε απ’ την πόλη και κάναμε πιο δεξιά είχα περάσει μερικά χιλιόμετρα που ο ήλιος μάς έκαιγε και το στόμα μας απ’ τη δίψα. Τα πόδια μου γίναν βαριά και δεν μπορώ να τα σηκώσω πλέον. Σαν να ζαλίστηκα κι έπεσα καταμεσής του δρόμου στον ίσκιο μιας βελανιδιάς και περίμενα μ’ ευχαρίστηση το θάνατο. Δεν ξέρω και γω πόσα λεπτά της ώρας θα κοιμήθηκα μα ίσως και καθόλου που ξαφνιάστηκα και με ξύπνησε μια ελαφριά λαχτισιά ενός άγνωστου συνάδελφού μου που περνούσε τρομαγμένος. Και μου λέει: «Σήκω συνάδελφε, γιατί φτάσαν οι κιαρατάδες.»

«Άφησέ με», του λέω, «συνάδελφε είμαι άρρωστος και δεν μπορώ.» Επέμενε ο άγνωστος αυτός συνάδελφος. «Σήκω» μου ξαναλέει, «γιατί αν περάσει το δικό μας ιππικό, που τους καθυστέρησε με μια αντεπίθεση και φύγει θα μας σουβλίσουν με τα κοντάρια τους.» «Μα δεν μπορώ, δεν έχω κουράγιο. Σώθηκε η καρδιά μου», του ξαναείπα, αλλά φύγε και εγώ είμαι αποφασισμένος. «Όχι», μου λέει, «δεν θα σε αφήσω. Θα σε βοηθήσω εγώ, δεν έχεις τίποτες, μόνο έχει λυθεί ο αφαλός σου.»

Και γονάτισε δίπλα μου αυτός ο Σωτήρας μου και μου πέρασε το ζωνάρι του στη μέση μου. Μου μάζεψε την κοιλιά μου, μ’ ένα καλό σφίξιμο που μου ‘κανε. Αμέσως αισθάνθηκα μια ανακούφιση. Μ’ έπιασε με τα δυο του χέρια και με σήκωσε. Τότε έστριψα το κεφάλι μου προς τα πίσω κι είδα πως όλος ο κάμπος του Ουσάκ είχε γεμίσει καβαλαρία από Τούρκους και Έλληνες που αλληλοσπαράζονται. Αυτός ο θεάνθρωπος, ο συνάδελφος, που βρέθηκε μπροστά μου και με πήρε απ’ το χέρι και με πήγε αρκετό διάστημα κι αφού είδε πως ανέκτησα τις δυνάμεις μου, με χαιρέτισε δια χειραψίας και μ’ άφησε χωρίς να μου πει τ’ όνομά του.

 

Όπως γράφει στη συνέχεια, ανάκτησε πάλι τη θέληση για ζωή και βάδισε με το μπουλούκι δίπλα στη σιδηροδρομική γραμμή και έφτασε στο Σταθμό Ιννάι. Κατέφθασε το τρένο και κατόρθωσε να ανεβεί μετά από χίλια παρακάλια.

Ο ζωγράφος Χρίστος Παπαδάκης‐Καραγιάννης, εγγονός του Χρήστου Καραγιάννη, ως δάσκαλος σε ομάδες ζωγραφικής ενηλίκων, εκτός των άλλων, συνήθιζε, σε στιγμές ανάπαυλας, να διαβάζει στους μαθητές του αποσπάσματα από το Ημερολόγιο του παππού του. Πριν λίγα χρόνια, και αφού είχε τελειώσει την ανάγνωση του παραπάνω αποσπάσματος, είδε όρθια απέναντί του να στέκεται συγκινημένη τη μαθήτριά του Βάσω Αυγέρη‐Παπαδιώτη, η οποία του είπε ότι ο αναφερόμενος σωτήρας πρέπει να ήταν ο παππούς της εκ μητρός, Κωνσταντίνος Λιάσκος (που γεννήθηκε στην Κρανιά Πρέβεζας το έτος 1900 και πέθανε το 1974), γιατί είχε ακούσει επακριβώς αυτό το περιστατικό από το δικό της παππού, ο οποίος είχε προβεί σε αυτή την καλή πράξη κατά την οπισθοχώρηση της Μικρασίας.

bookmark icon