Ένας συνεχιστής της μακρυγιαννικής παράδοσης

279


+100%-

Απόσπασμα από το βιβλίο: «Το Ημερολόγιον Χρήστου Καραγιάννη, 1918-1922» (σελίδες: από την 120 έως και την 123).
Κεφάλαιο: Μεγάλη μάχη του Μαίανδρου ποταμού και καταστροφή  της διμοιρίας μας από Τούρκους κι Ιταλούς.

 

 

Ιούνης 1919. Την εκκαθάριση της πόλης και την ταφή των πτωμάτων ανέλαβε ένα τάγμα του 4ου Πεζικού Συντάγματος.  Ολόκληρο το 3ο Πεζικό Σύνταγμα προχωρεί προς το Μαίανδρο ποταμό και προς αναμέτρηση με τον εχθρό μας. Όλοι οι λόχοι πήραν τον τομέα τους και θέση για πόλεμο.

Ο λόχος μας, με διοικητή το λοχαγό Αντωνίου Αντώνη από την Εύβοια, κατέλαβε το δεξιό άκρο με κατεύθυνση προς το Μαίανδρο ποταμό. Ο αξιωματικός μας, Σωτηρίου Χριστόφορος,  διατάχθηκε από το λοχαγό και το διοικητή του συντάγματος, να προπορευτεί η διμοιρία μας με κατεύθυνση τον ποταμό και προς κάλυψη της γέφυρας. Η διμοιρία μας ακροβολίζεται τώρα, και παίρνουμε μέτρα ασφαλείας για κάθε ενδεχόμενο.

Εγώ νιώθω μια χαρά, γιατί αυτός ο πόλεμος θα ’χει κάποιο ιερό σκοπό. Αν όχι κατοχή, θα αντεκδικηθούμε τους βάρβαρους Τούρκους.  Είχαμε αρκετά απομακρυνθεί από το λόχο μας και το έδαφος δεν μας καλύπτει όλους κι όσο πλησιάζουμε για τον προορισμό μας, τόσο εκτιθέμεθα στα 400 μέτρα περίπου, που βρεθήκαμε σε ακαλλιέργητα χωράφια ή μάλλον είναι βαλτώδες το έδαφος με ξηρά χόρτα και βούρλες. Δεχόμαστε πυρά και με τα πρώτα πέσαμε χάμω και χτυπήθηκαν 5 άνδρες μας. Οι 3 νεκροί και 2 τραυματίες. Η χαρά, που ένιωθα τις πρωινές ώρες, πως θα πήγαινα σε γάμο

Τώρα, όμως, όλα μεταβάλλονται σε λύπη. Αδύνατο να βοηθήσουμε τους συναδέλφους μας, τους συνανθρώπους μας που σπαρταρούνε χάμω στο χώμα και στα χορτάρια, ζητώντας βοήθεια, ζητώντας τις μανούλες τους κι όλα τα αγαπημένα τους πρόσωπα. Άλλος φωνάζει: «γυναικούλα μου», άλλος «παιδί μου» κι άλλοι «παιδιά μου, που δεν θα σας ξαναδώ».

Μας χτυπούν με πυκνά πυρά πολυβόλων κι από πυρά πυροβολικού, πεδινού και βαριών πυροβόλων. Η ενίσχυση αποκλείεται από τους δικούς μας, γιατί κάθε τμήμα που θα ξεμυτίσει  προς τα δω, θα ’χει την ίδια τύχη με τη μοίρα μας.  Εμείς δεν έχουμε  πυροβολικό, για να αντιδράσει κι έτσι τα εχθρικά κανόνια δρουν ακατάπαυστα και ανενόχλητα. Η διμοιρία μας θυσιάστηκε. Πέσαμε στην παγίδα των Τούρκων. Σβήνουμε από τα χαρτιά, διαγραφόμαστε για πάντα.

Ο κουρέας του λόχου είναι εδώ, κοντά μου, και προσπαθεί με το ξίφος του να ανοίξει το λάκκο του, να προφυλαχτεί ο δυστυχής κι όταν έφτασε η ώρα του, τον βρήκε μια ταινία πολυβόλου, τον γάζωσε η «γαζομηχανή» όλο του το σώμα και μετά έμεινε ακίνητος, ένα άψυχο πτώμα.

Τι να αντιμετωπίσουμε σήμερα; Τις σφαίρες που βουΐζουν; Την έκρηξη της οβίδας;  Τον ήλιο της 17ης Ιούνη, που μας έχει βάλει σε φούρνο και μας ψήνει ή τη δίψα, που λυσσάξαμε για μια σταγόνα νερό;

Πιο πέρα, διακρίνεται ένα πηγάδι κι όσοι πάνε σούρνοντας, δεν γυρίζουν πίσω. Παρόλα αυτά, ο Σωτηρίου διατηρεί την ψυχραιμία του, σαν μια αστείρευτη πηγή. όλο ακούγεται να λέει:

-Σας θέλω παιδιά μου, κάνετε υπομονή  και τώρα, όπου να ’ναι φτάνει η μεγάλη δύναμη, η δική μας, και θα [τους] φάμε.

Δυστυχώς, ποιος τον ακούει; Τα κουφάρια, τ’ άψυχα τα πτώματα, που αρχίζουν να μαυρίζουν και τα στόματά τους έχουν γεμίσει μύγες και σκουλήκια; Είναι όλο αίματα κι αφρούς. Ο Σωτηρίου μένει σαν μια κλώσα  που ψόφησαν τα πουλάκια της κι εκείνη επιμένει ακόμα με 2-3  πουλάκια να τα φωνάζει. Να τα βγάζει πιο πέρα, να σκάβει με τα νύχια  της και κράζοντας να τα συγκεντρώνει «κλου, κλου».

Ναι, κι ο Σωτηρίου κάτι έχει αντιληφθεί από αυτή την καταστροφή της διμοιρίας του, αλλά δεν μπορεί να κάνει διαφορετικά. Από το πρωί που μας έφερε η μοίρα μας εδώ, δεν μας επισκέφτηκε ούτε ένας σύνδεσμος, να μας φέρει έστω μια διαταγή από το λοχαγό  μας. Καμιά ελπίδα και παρηγοριά. Μας εγκατάλειψαν στο έλεος.

Η πρωινή χαρά μου μεταβλήθηκε σε πίκρα κι απελπισία. Κανείς δεν ακούγεται εκτός από το Σωτηρίου. Όλοι σκοτώθηκαν κι οι τραυματίες υποκύπτουν στα τραύματά τους και από αιμορραγία. Τώρα αισθάνομαι και οσμή από νωπό αίμα και που προξενεί φρίκη. Σέρνομαι με την κοιλιά μου μες τα αγκάθια, που με σουβλίζουν, ως που φτάνω τον Σωτηρίου, που βρήκα σε ένα χαντάκι, που τον προστάτευε από τις σφαίρες, όπου μου ’δωσε το χέρι του να πάρω τα κιάλια του να δω μακριά σε ένα πλαγινό μέρος, που βγαίνουν κύματα Τούρκοι και προχωρούν κατά δω. Μάλιστα, μου λέει ο αξιωματικός  ότι :

-Βλέπεις μερικούς που φοράνε  μπλε στολή; Αυτοί είναι Ιταλοί. Είναι σύμμαχοί μας. Οι μακαρονάδες, που δεν μας χωνεύουν εμάς τους Έλληνες,  κι όλος ο οπλισμός, που μας πολεμούν οι Τούρκοι είναι ιταλικός και το πυροβολικό τους επίσης.

Μόλις του επέστρεψα τα κιάλια και τα σήκωσε να κοιτάξει πάλι, ήρθε μια σφαίρα στο χέρι και του το έκανε με διπλό τραύμα. Τα τραύματά του ήταν διπλά, αλλά τώρα ήταν διαμπερές. Μόλις χτυπήθηκε ο αξιωματικός πέσανε τα κιάλια του κάτω στο έδαφος, είπε ένα μόνο:

-Ωχ! μου φάγανε το χέρι οι κιαρατάδες. Τώρα δεν πρέπει να χάσουμε καιρό, παρά να υποχωρήσουμε, είπε ο αξιωματικός, γιατί πίσω από κάτι σιτοθημωνιές φάνηκαν  κινήσεις Τούρκων και η απόσταση είναι μικρή. Φώναξε ο Σωτηρίου, κρατώντας το χτυπημένο χέρι του με τ’ άλλο. και τρέχουμε προς τα πίσω πατώντας στις βουρλιές κι όταν είχαμε προχωρήσει αρκετά, συναντούμε το λοχία της διμοιρίας,  τον Παπαευσταθίου, από τη Θήβα, που είχε τραυματιστεί στο πόδι του από την αρχή της μάχης, κι αγαπούσε το τάλαντο που το δώρισε ο Θεός κι η μανούλα του, κι έφυγε από τον τόπο, που θυσιάζονται οι ζωές μας και με την κοιλιά σέρνοντας είχε απομακρυνθεί αρκετά κι όταν μας είδε, άρχισε να μας παρακαλάει:

– Αδέλφια μου σώστε με. Καραγιάννη, κατάγομαι από ευπορότατη οικογένεια και θα σε κάνω αδελφό μου, κληρονόμο μου στην πατρική μου περιουσία, αλλά πάρτε με και σώστε με.

Έμεινα εγώ με έναν άλλο από τους διασωθέντες της διμοιρίας, τον Κούκουρα, για να τον σηκώσουμε. Είναι αδύνατον, ο Παπαευσταθίου είναι εύσωμος άντρας, βαρύς, αλλά ρίχνει τα δυο χέρια του στις πλάτες μου και πατώντας στο γερό του πόδι και το χτυπημένο να σέρνεται αυλακώνει τον κουρνιαχτό και τα ξερά χόρτα.

Τον πηγαίνουμε μια χαρά τον λοχία μας. Κοιτούμε καμιά φορά πίσω κι όλο προχωρούμε. Εκεί, καθώς πάμε τον Παπαευσταθίου, άρχισε να μας χτυπάει το εχθρικό πυροβολικό.

Αφήνουμε πίσω από ένα όχθο τον τραυματία, για να προστατευτεί, και γω με τον Κούκουρα απομακρυνόμαστε λίγο διαλέγοντας ένα μέρος, για να προφυλαχτούμε. Μια οργισμένη οβίδα σκάει τρομαχτικά σαν κεραυνός. Δεν κινηθήκαμε καθόλου από τη θέση μας, μήπως έρθει κι άλλη. Δεν είχε διαλυθεί ο καπνός  της πρώτης  και τα αυτιά μας βουΐζουν, ο λαιμός μου να τσούζει, το στήθος μου έχει κοκκινίσει από αίματα που με γρατζούνισαν κομματάκια οβίδας.

Κοιτάζω το λοχία, τι να δω; Τον είχε βρει ένα κομμάτι βλήμα κατάστηθα κι είχε γυρίσει στα πίστομα, το αίμα είχε πλημμυρίσει κι ο Παπαευσταθίου ανοιγόκλεινε το στόμα του. Είχε δεχτεί την χαριστική βολή.

Συνεχίσαμε το δρόμο μας, με κατεύθυνση το Αϊδίνιο, εγώ με τον Κούκουρα, ενώ ο Σωτηρίου είχε φύγει πρώτα. Αισθάνομαι ένα μούδιασμα στο αριστερό πόδι και μου φαίνεται βαρύτερο από το άλλο.

Στην αρχή, νόμιζα, πως κάποια βουρλιά θα με αγκυλώνει ή κανένα αγκάθι θα με εμποδίζει, αλλά το πόδι μου πατούσε μέσα στην αρβύλα υγρό. τότε δίνω προσοχή και βλέπω την αρβύλα μου, που είχε κοπεί προς τα μέσα, είχε σχίσει τον κόμπο. Δεν με εμπόδισε να συνεχίσουμε το δρόμο κι όταν πια είχαμε αποφύγει τους κινδύνους, συναντήσαμε ένα αμαξωτό δρόμο και εκεί ήσαν οι τραυματιοφορείς, που μεταφέρουν τραυματίες με τα φορεία, πιο βαριά τραυματισμένους. αυτούς ακολούθησα και γω και καταλήξαμε στο σιδηροδρομικό σταθμό Αϊδινίου, όπου η αίθουσα αυτή εχρησιμοποιείτο σα σταθμός επιδέσεως τραυμάτων. Εδώ, συνάντησα άλλους πολλούς τραυματισμένους του λόχου μας. ο λόχος μας μαχόταν όλος, όπως και η διμοιρία μας, που η δύναμή της ήταν 36 άνδρες, και απομείναμε μόνο 6 κι ο ανθυπολοχαγός μας, 7 σύνολο από τους 36. Ο λόχος μας  είχε   52 απώλειες. Εδώ γιατροί, νοσοκόμοι εργάζονται εντατικά.

Την αντεπίθεση ανέλαβε ο 11ος Λόχος, όπου εφονεύθη ο διοικητής του 11ου Λόχου, Σταθούλιας. Ψάχνοντας όλους τους τραυματίες εδώ μέσα σε αυτό το μεγάλο κτήριο, για να βρω το Σωτηρίου, επιτέλους τον βρήκα στο μέσα δωμάτιο μαζί με τον ανθυπολοχαγό του λόχου μας, τον Κρητικό Γωνιτάκη. Ο Γωνιτάκης ήταν πιο βαριά τραυματισμένος, είχε διαμπερές τραύμα στο λαιμό του.

 

Ο Χρήστος Καραγιάννης ήταν ένα αγράμματο τσοπανόπουλο από την Αγία τριάδα (τότε Στεβενίκο) Βοιωτίας. Έμαθε γράμματα μόνος του, χωρίς να πάει ούτε μια μέρα στο σχολείο. Κράτησε λεπτομερές «Ημερολόγιον» των περιπετειών του από την 2η στρατιωτική του θητεία/επιστράτευση στον Α’  Παγκόσμιο Πόλεμο, την εκστρατεία στην Ουκρανία, την Μικρασιατική εκστρατεία και καταστροφή. Το κείμενό του γεμάτο ευγένεια και αγνό πατριωτισμό, απεικονίζει ανάγλυφα το κλίμα της εποχής εκείνης και  έχει ιδιαίτερη φιλολογική αξία. Γρήγορα θα βρει την αναγνώρισή του ανάμεσα στα νεοελληνικά γράμματα.

[Ο μελετητής τού Χρήστου Καρανίκα Στάθης Ασημάκης κατατάσσει το «Ημερολόγιον» στην τριάδα των τριών σημαντικότερων βιωματικών νεοελληνικών συγγραμμάτων (μαζί με το «Η ζωή εν τάφω» του Στρατή Μυριβήλη και «Το πλατύ ποτάμι» του Γιάννη Μπεράτη)].
Ο Χρήστος Καρανίκας, επίσης, ως αυτοδίδακτος γενικός γιατρός, ήδη από το 1923 και μέχρι τον θάνατό του το 1976, υπηρέτησε ανελλιπώς για 53 σχεδόν χρόνια τους συγχωριανούς και κοντοχωριανούς του με τις ιατρικές του θεραπείες, μικροχειρουργικές επεμβάσεις, διαγνώσεις, φαρμακευτικές αγωγές κλπ).
Η ομάδα για την ανάδειξη του έργου του Χρήστου Καραγιάννη προβαίνει σε σειρά ενεργειών, προκειμένου να κάνει γνωστή την προσωπικότητά του και κυρίως «το Ημερολόγιόν» του και το οποίο  σύντομα θα επανεκδοθεί ωραία επιμελημένο και σχολιασμένο.
Έχει  προγραμματιστεί εκδήλωση για τον Χρήστο Καρανίκα στο Πολεμικό Μουσείο Αθηνών στις 24/10/17  7.30μ.μ. με ομιλητές:
· τον κ. Χρήστο Αναστασίου , ιστορικό, Διευθυντή του Ιστορικού Αρχείου του Ιδρύματος «Κωνσταντίνος Καραμανλής» και
· τον κ. Ιωάννη Καμνή, αντιπρόεδρο του Δ.Σ. του Πολεμικού Μουσείου
Οι ενδιαφερόμενοι φίλοι μπορούν να επικοινωνήσουν με την ομάδα υποστήριξης στο 697 774 3198  και stavrosvasiliou@yahoo.gr

bookmark icon