Η Οδός Γερανίου και το πόνημα για τη διανομή του Τύπου στην Ελλάδα
06/10/2026
Όταν ο Βασίλης Αναστασόπουλος μου ζήτησε να προλογίσω τη μελέτη του για την ιστορία της διανομής του Τύπου στην Ελλάδα “Η διανομή του Τύπου στην Ελλάδα από τα ανέκδοτα αρχεία του εφημεριδοπώλη” 19ος-21ος αιώνας, μία μελέτη η οποία κεντροθετείται στη συνεισφορά του άοκνου εργάτης της, του εφημεριδοπώλη, δέχτηκα με μεγάλη χαρά.
Μου θύμισε τα πρώτα φοιτητικά μου χρόνια στην Αθήνα και τη σύντομη διαδρομή μου απ΄ την οδό Γερανίου, πίσω από την εφημερίδα “Βραδυνή”, όπου εργαζόμουν σ’ ένα μηχανουργείο τυπογραφικών υλικών. Δούλευα μία φρέζα, η οποία καθάριζε το μέταλλο (αλουμίνιο), το οποίο μετά το καθάριζα επιπλέον με τη λίμα μέσα στο εργαστήριο, και μετά το πουλούσαμε σε τυπογραφεία με λινοτυπικές μηχανές – δεν υπήρχε ακόμη φωτοσύνθεση.
Είχα και εργασιακό τίτλο ειδίκευσης – “λιμαδόρος-φρεζαδόρος”. Αισθανόμουν πολύ υπερήφανος. Το μέταλλο το χρησιμοποιούσαν οι εργάτες στοιχειοθέτησης στα καλούπια προκειμένου να κάνουν τη στοιχειοθέτηση των γραμμάτων, να τη σταθεροποιήσουν για να τυπωθεί μετά το περιοδικό ή η εφημερίδα με την πρέσα της λινοτυπικής μηχανής.
Αλλά η φωτοσύνθεση έβγαλε εκτός αγοράς τις λινοτυπικές μηχανές και, μαζί, την ανάγκη παραγωγής μετάλλων αλουμινίου. Οι παραγγελίες για μέταλλο στο μηχανουργείο που δούλευα όλο και λιγόστευαν. Έτσι, μετά από σχεδόν ενάμιση χρόνο δουλειάς, με φωνάζει το αφεντικό – που ψήφιζε ΚΚΕ – και μου λέει ότι δεν μπορεί πια να με πληρώνει. Ήμουν ο μόνος εργάτης που είχε. Η κρίση του κλάδου ήταν πράγματι πολύ μεγάλη, αλλά μεγάλη ήταν και η εμπειρία μου. Πάνω απ’ όλα, βίωσα μία εργατογειτονιά. Είχε τα πάντα. Εστιατόριο με καταπληκτικό σπανακόρυζο. Κουρέα κι έναν γρήγορο καφετζή με τον παλιό τριγωνικό δίσκο – πανταχού παρών ήταν.
Είχε και τον μπάρμπα-Μήτσο με την τρίκυκλη μηχανή και την τέντα “Soulis”, ο οποίος έπαιρνε ό,τι φορτίο μπορούσε να φανταστεί κανείς για να το πάει στα Πρακτορεία για διανομές στην επαρχία – κάπου μεταξύ των οδών Αθηνάς και Θηβών – για να πάει μετά στο σπίτι του στην Πετρούπολη και στην αγαπημένη του κυρα-Κλεονίκη. Μου είχε πει ότι είχε ξεκινήσει ως “χαμάλης” στη Γερανίου μετά τον εμφύλιο, κουβαλούσε όλα τα φορτία με τον ώμο του. Μετά πήρε το τρίκυκλο και, λίγο πριν βγει στη σύνταξη τα μισά της δεκαετίας του 1980, μπόρεσε να πάρει ένα κλειστό βαν, επιτέλους.
Αυτά τα λέει ο λαός μας, και κάθε λαός, “εργασία, προκοπή και πρόοδο”, και σωστά τα λέει έτσι. Αλλά, υπήρχε και πολύ χιούμορ. Σε προεκλογικές περιόδους εμφανιζόταν ο Μπάμπης. Ο Μπάμπης ήταν ένας αλαφροΐσκιωτος, δραστήριος και άκακος άνθρωπος, ο οποίος ήθελε να γίνει βουλευτής. Σε κάθε προεκλογική εκστρατεία, πούλαγε μερικά χωράφια που είχε κληρονομήσει από τους γονείς του και έκανε εκλογικές περιοδείες. Τις ομιλίες του, συνήθως, τις έβγαζε πάνω σ’ έναν τενεκέ οικοδομής που του έδιναν οι εργάτες της Γερανίου. Μέγα σχολείο αυτός ο δρόμος για μένα. Ίσως μου άνοιξε τα μάτια περισσότερο απ’ ό,τι το πανεπιστήμιο.
Η εφημερίδα μέσα μου
Αλλά ο συγγραφέας αυτού του βιβλίου είναι πολύ περισσότερο ταυτισμένος με την παραπάνω ιστορία γιατί για πάνω από σαράντα χρόνια υπήρξε βασικός συντελεστής του επαγγέλματος της Διανομής των εφημερίδων ημερησίου Τύπου στην Ελλάδα. Από τον Μάη του 1975 έως τον Ιούλιο του 2016 εργάστηκε σε όλο το φάσμα της Διανομής εφημερίδων και περιοδικών. Γνώρισε, μέσα από την εμπειρία του, τη διαδρομή των εφημερίδων που διακινούνταν μέσω των υφιστάμενων πρακτορείων. Βίωσε τον μεγάλο αγώνα των εφημεριδοπωλών στην ελεύθερη διακίνηση των ιδεών που ξεπερνούσαν κάθε αντιξοότητα λόγω διαφόρων αδυναμιών ώστε η κάθε εφημερίδα, ανεξάρτητα από την ιδεολογική-πολιτική της κατεύθυνση, να φτάσει έγκαιρα στον αναγνώστη της.
Πολυγραφότατος και δραστήριος ήδη όταν ακόμη ήταν πλήρους απασχόλησης, δημιούργησε ιστοσελίδες, δημοσίευσε βιβλία και συνεργάστηκε με Έλληνες πανεπιστημιακούς, ενώ πιο πρόσφατα έγραψε διηγήματα και ποιητικές συλλογές. Αλλά το παρόν βιβλίο είναι η ίδια του η ιστορία στον στίβο της βιοπάλης. Δεν θα είναι υπερβολή να λέγαμε ότι πρόκειται για την ταύτισή του με την ιστορία του Τύπου και των αγώνων των υπηρετών του από τη Μεταπολίτευση μέχρι πολύ πρόσφατα.
Την «ημέρα που ξυπνήσαμε και είδαμε η μισή Κύπρος να λείπει», λέει παραστατικά ο Αναστασόπουλος, από τότε ξεκινά ένας νέος αγώνας για τη λαϊκή ενημέρωση. Όταν κυκλοφόρησε η πρώτη ελληνική εφημερίδα στη Βιέννη επί Τουρκοκρατίας, ο Χαμίτ Πασάς διαμαρτυρήθηκε στην κυβέρνηση της Αυστρίας διότι, όπως θα μας ενημερώσει ο Αναστασόπουλος, τα υποκείμενα της Αυτοκρατορίας του έπρεπε να είναι σε άγνοια για το τι συμβαίνει.
Πολύ πριν γίνει υλική, κινηματική δύναμη και εθνικο-απελευθερωτική εξέγερση, η ριζοσπαστικότητα που προέκυπτε απ’ τη γνώση των ιδεών του Διαφωτισμού ήταν ο μέγας εχθρός της εξουσίας του Οθωμανού αυτοκράτορα. Ο συγγραφέας δημιουργεί μία πρωτότυπη αφήγηση η οποία, πέρα απ’ την προσωπική του εμπειρία και τις αναλυτικές του ικανότητες, βασίζεται σε πολύχρονη αρχειακή έρευνα, ένα μεγάλο μέρος της οποίας εκτίθεται με λεπτομέρεια από την εποχή των Τρικούπη-Δεληγιάννη και Βενιζέλου-Μεταξά, έως τις μέρες μας. Εξαιρετικό ενδιαφέρον παρουσιάζει το σχετικό κεφάλαιο της μελέτης για το πορτραίτο-ανάλυση του κεντρικού ήρωα της αφήγησης, του εφημεριδοπώλη, και της εξέλιξής του. Ο πρώτος συνδικαλιστικός φορέας του κλάδου των εφημεριδοπωλών δημιουργήθηκε το 1914.
Από τη φύση της, η εφημερίδα υπήρξε ένα από τα πιο ευπαθή εμπορεύματα της αγοράς διότι η είδηση έχει ελάχιστες ώρες φρεσκάδας και ζωής. Εδώ στηρίζεται και η παλαιότερη διάκριση μεταξύ “πρωινών” και “απογευματινών” εφημερίδων, διάκριση που καταργήθηκε. Αλλά ο εφημεριδοπώλης είναι αυτός που κινούσε τα νήματα. Όσο πιο γρήγορος, τόσο πιο φρέσκια η είδηση, το “συμβάν”. Στην αρχή, ο εφημεριδοπώλης διακινούσε μία μόνο εφημερίδα.
Δεν είχε πάγκο, και η Διανομή γινόταν από σπίτι σε σπίτι και από μαγαζί σε μαγαζί. “Μια χεριά”, μας λέει ο Αναστασόπουλος, ισούται με “πενήντα εφημερίδες”. Η οικονομική και τεχνική εξέλιξη άλλαξε το κοινωνικό περιβάλλον και, μαζί, τον εφημεριδοπώλη. Δημιουργήθηκαν πρακτορεία, σωματεία, δίκτυα Διανομής, πάγκοι και περίπτερα. Η Διανομή στο χέρι σταματάει ουσιαστικά μετά το 1974. Η οδός Σωκράτους και η πλατεία Καρύτση ήταν η καρδιά του Τύπου στην Ελλάδα, οι δε έκτακτες ειδήσεις άρχισαν να κυκλοφορούν σε “Παραρτήματα”, όπως είχε επικρατήσει να λέγονται.
Η δική μου Γερανίου δεν υπάρχει
Τελικά, τα πρώτα ηλεκτρονικά προγράμματα καταφθάνουν το 1992 με τον Αντώνη Βασιλόπουλο και τον Γιώργο Δαμόπουλο οι οποίοι είχαν τον τομέα Διανομής στη Νέα Σμύρνη και στο Παλαιό Φάληρο, στην Αθήνα. Σ’ αυτό το πλαίσιο, ο Αναστασόπουλος δίνει μία εξαιρετική αφήγηση για τον Χρήστο Μητρόπουλο, από το Ράφτη Αρκαδίας. Ο Μητρόπουλος υπήρξε η καρδιά της λειτουργίας του Τύπου στην Ελλάδα το μεγαλύτερο μέρος του 20ού αιώνα.
Συμμετείχε στο ΕΑΜ-ΕΛΑΣ και συχνά-πυκνά θα τον άκουγες να τραγουδά το ποίημα του τάγματός του: «Σε πικράναμε πατρίδα, πίστεψέ το άθελά μας, γιατί κάποιοι πουλημένοι μας πήραν τα μυαλά μας». Αλλά ο Αναστασόπουλος, στο σχετικό κεφάλαιο όπου εξετάζει τις μακροβιότερες εφημερίδες της χώρας, δεν θα ξεχάσει τη Θεσσαλονίκη. Η “Αλήθεια” ιδρύθηκε το 1903 και η “Μακεδονία” το 1911. Ένας “Κύπριος”, θα έρθει στην Αθήνα για να δημιουργήσει την “Εστία” το 1894 (προϋπήρξε ως περιοδικό από το 1876), ενώ ο “Ριζοσπάστης”, πριν γίνει όργανο του ΚΚΕ, ήταν μία αντι-βασιλική εφημερίδα που ιδρύθηκε το 1908.
Στο βιβλίο αυτό, ο/η αναγνώστης/ρια θα ανακαλύψει έναν τεράστιο πλούτο γνώσης γύρω από ένα επάγγελμα που δεν υπάρχει πια. Η ψηφιοποίηση και η ανάπτυξη των ηλεκτρονικών μέσων αντικατέστησαν τον Τύπο, όπως παλιά στα φοιτητικά μου χρόνια η φωτοσύνθεση είχε αρχίσει ν’ αντικαθιστά τη λινοτυπική μηχανή. Η αφήγηση για την ιστορία του Τύπου συμπεριλαμβάνει και το συνολικό κοινωνικο-πολιτικό πλαίσιο μέσα στο οποίο λαμβάνουν χώρα οι εξελίξεις στον κλάδο.
Ένα καλοκαίρι, πριν μερικά χρόνια που βρέθηκα στην Αθήνα, είχα την επιθυμία να περάσω να δω την οδό Γερανίου. Απογοητεύτηκα και πικράθηκα από το θέαμα. Βέβαια, δεν περίμενα να δω τον καφετζή με τον δίσκο, τον κουρέα, τον μπαρμπα-Μήτσο, τους τυπογράφους ή τον “Μπάμπη” να βγάζει προεκλογικούς λόγους: “Είμαι εγώ αυτός που θα βάλει χόρτο στο γήπεδο του Αιγάλεω!” (το Αιγάλεω έπαιζε ακόμα σε ξερό γήπεδο ποδοσφαίρου).
“Ναι, ναι!”, του φώναζαν οι εργάτες, “και θάλασσα στα Τρίκαλα!”, του λέει ένας από αυτούς. Φοβερό καλαμπούρι, καταπληκτικό σκηνικό, μου θύμιζαν όλα αυτά τις ιστορίες απ’ το βιβλίο του Νίκου Τσιφόρου, “Τα παλιόπαιδα τ’ ατίθασα”. Δεν περίμενα να δω τίποτα απ’ όλα αυτά, διότι όπως λέει ο Αναστασόπουλος στον Επίλογο αυτού του εξαιρετικού πονήματος, «ο νόμος της ζωής είναι ό,τι γεννιέται είναι καταδικασμένο σε θάνατο».
Όμως, η Γερανίου και όλοι οι γύρω δρόμοι ήταν γεμάτοι άστεγους ανθρώπους, εξαθλιωμένους, εκλιπαρούντες για φαγητό και χρήματα, προφανώς για να αποκτήσουν την αναγκαία τους “δόση”, ένα βήμα πριν από τον θάνατο. Το φαινόμενο ήταν τραγικό και η τραγικότητά του οφείλεται στη μαζικότητά του. Δεν επρόκειτο για δυο-τρία μεμονωμένα περιστατικά για τα οποία θα μπορούσε να υπάρξει κοινωνική πρόνοια. Επρόκειτο για άμορφες μάζες ψυχών, κινούμενες προς τον θάνατο – το αντίθετο ακριβώς που συνέβαινε όταν εργαζόμουν εκεί αρχές της δεκαετίας του 1980, όπου όλα έσφυζαν από ζωή και χαρά.
Ωσάν η Γερανίου να έσβησε με ένα υπόκωφο κροτάλισμα, εντελώς αντίθετο με το ηχηρό εκείνο κροτάλισμα που έκανε ο τενεκές που έδεναν κρυφά οι εργάτες πίσω απ’ το Fiat του Μπάμπη του πολιτευτή, όταν οδηγούσε βγαίνοντας από τη Γερανίου να στρίψει στην Πειραιώς, αφού είχε τελειώσει την πανηγυρική ομιλία του. “Εργασία, προκοπή και πρόοδος”, μπαρμπα-Μήτσος και κυρα-Κλεονίκη, τέλος. Ως εδώ ήταν.





