“Η Ταξιδιώτισσα”: Μια Γαλλίδα στη Σεούλ
05/04/2025
Ο ασιατικός κινηματογράφος πάντα εκπλήσσει, συχνά με την ποιητικότητα του, όπως και η ταινία ‘Η Ταξιδιώτισσα’ (Yeohaengjaui Pilyo / A Traveler’s Needs) του Χονγκ Σανγκ-σου ( Hong Sang-soo ), που ακολουθεί μία Γαλλίδα ταξιδιώτισσα, την Ιρίς, που ξέμεινε από χρήματα στη Νότια Κορέα, με πρωταγωνίστρια την Ιζαμπέλ Ιπέρ ( Isabelle Huppert ), συχνή συνεργάτιδα του σκηνοθέτη, που μας έχει παραδώσει εννέα (9) ταινίες τα τελευταία πέντε (5) χρόνια, με τρεις (3) από αυτές την Ιπέρ στο πρωταγωνιστικό ρόλο (αυτή εδώ είναι η τρίτη συνεργασία με τη δημοφιλή γαλλίδα πρωταγωνίστρια).
Με μια απλότητα – αυτό κι αν χρειάζεται σκηνοθετική μαεστρία – ο Σανγκ-σου προσφέρει ακόμα μία ταινία, που θα μπορούσε να μπει στο ευρύτερο πλαίσιο ενός ασιατικού καμβά. Κάτι μεταξύ road movie και διαλογικού θεατρικού παιχνιδιού, η κάμερα παρακολουθεί κυρίως σε μέσο πλάνο την Ιρίς (με συχνά ζουμαρίσματα – είχαμε χρόνια να δούμε κάτι τέτοιο με επιτηδευμένη αμεσότητα), που αυτοσχεδιάζει στον τρόπο που παραδίδει μαθήματα γαλλικών, χωρίς να έχει σχετική πρότερη εμπειρία.
Το μεγαλύτερο μέρος της ταινίας εξελίσσεται σε δημόσιο χώρο – λίγα τα εσωτερικά πλάνα – μοιάζει πολύ με το χαρακτήρα της πρωταγωνίστριας, μία αέρινη μορφή που κυρίως περιφέρεται στο νοτιοκορεάτικο αστικό τοπίο της Σεούλ, με τα πάρκα της να κερδίζουν χώρο, αλλά με την ευρύτερη πόλη να μην παίζει και τον πρωταρχικό ρόλο στις επιλογές των χώρων και των κάδρων.
Με μία ανθρωποκεντρική προσέγγιση εκφράζονται μέσω των συνεχών διαλόγων οι ανησυχίες και η φιλοσοφία ζωής στο σύγχρονο κόσμο, επιτρέποντας στο θεατή να γνωρίσει και τον ασιατικό τρόπο οπτικής, σε μια πόλη που η ποίηση είναι σκαλισμένη σε βράχους ή απλώνεται στους τοίχους κτιρίων. Είναι αξιοπρόσεχτο πως η ασιατική εδώ ματιά επαναφέρει κάτι ξεχασμένο στο δυτικό τρόπο ζωής, τα οφέλη μιας ποιητικότητας, ενός στοχασμού που έχει ανάγκη περισσότερο ο σύγχρονος τρόπος ζωής.
Η Ιρίς, περισσότερο ψυχαναλύει τους ‘μαθητές’ της και διατυπώνει φράσεις σε κομμάτια χαρτιού από αυτά που εκείνοι της λένε. Αυτά που διατυπώνει στα γαλλικά στην πραγματικότητα είναι προσωπικές της αιχμές και παρατηρήσεις για τον ψυχισμό και τα βαθύτερα κίνητρα εκείνου που έχει απέναντί της. Ο σκηνοθέτης στην ουσία απευθύνεται στον ίδιο τον θεατή, του θέτει τα ίδια ερωτήματα, τον καλεί να απαντήσει εσωτερικά, να ψάξει βαθύτερα και όχι επιφανειακά στον λόγο και τον τρόπο που ζει και υπάρχει.
Σαν ένα υπαρξιακό παιχνίδι, ο ρόλος της Ιπέρ και αέρινος είναι και αινιγματικός. Μία γυναίκα αίνιγμα αποκαλύπτεται σιγά-σιγά στην αφήγηση, όχι για το παρελθόν της, αλλά ούτε και γιατί κάνει ό,τι κάνει. Μένει στο διαμέρισμα ενός νεαρού, φιλόδοξου ποιητή, που αρχικά δεν ξεκαθαρίζεται αν είναι ερωμένη του ή φίλη του.
Πολύ γρήγορα αποκαλύπτεται πόσο τυχαία είναι και αυτή η διαμονή της στο διαμέρισμα, προκαλώντας μάλιστα κι έναν οικογενειακό καβγά μεταξύ γιου και μάνας, που περνάει απροσδόκητα από το διαμέρισμα του γιου της και ανακαλύπτει τη Γαλλίδα συγκάτοικο. Οι σκηνές μάνας γιου είναι εξαιρετικές – πόσο μοιάζει σε φροντίδα με τις Ελληνίδες μάνες – και εκρηκτικές, παρηγορητικές. Οι ερμηνείες πέραν της Ιπέρ είναι εξίσου σημαντικές, με απλότητα και ευθύτητα στέκονται στους διαλόγους τους.
Οι διάλογοι αρχικά μπορεί να μοιάζουν ασύνδετοι, χαλαροί, ανούσιοι, αλλά πολύ γρήγορα γίνεται κατανοητό πόσο οι χαρακτήρες βγαίνουν μέσα από τα λόγια και εξελίσσονται ή απλώνονται μέσα από φράσεις που μπορεί αρχικά να φαίνονται χαζές ή απρόσεχτες. Το απρόσεχτο εδώ προκύπτει ως ουσιώδες, η Γαλλίδα βρίσκει ένα τρόπο να κεντά τις ψυχές όσων στέκονται αντίκρυ της.
Τα βλέμματα, τα αγγίγματα, τα εντελώς τυχαία (αυτοσχεδιαστικά) λόγια είναι τόσο ζουμερά που χωρίς να δημιουργεί σφιχτοδεμένη δράση, χωρίς να έχει δημιουργήσει ο σκηνοθέτης (και σεναριογράφος) μία κλασικής μορφή αφήγηση, καταφέρνει να κρατήσει το ενδιαφέρον αμύητο, κι αυτό επειδή καταθέτει τη ζωή όπως ακριβώς θα την έβλεπε ένας ταξιδιώτης σε ένα περίπατο σε μία ξένη γι’ αυτόν πόλη. Ο κινηματογράφος, φυσικά, ποτέ δεν αναπαριστά όλη την πραγματικότητα, παρά πτυχές της και αυτές οι πτυχές εδώ ρυθμίζονται πιο αληθινά μέσα από αυτή την χαλαρή σεναριακή προσέγγιση.
Το ύφος της ταινίας
Σε ύφος η ταινία πλησιάζει τις ‘Υπέροχες Μέρες’ του Βιμ Βέντερς, όπου βασιλεύει η ησυχία και ο στοχασμός στο περιβάλλον, όσο και η ποίηση και η μουσική. Μοιάζει να διδάσκεται και εδώ από τον Σανγκ-σου, πως με λίγα υλικά μπορεί να κάνεις μια σπουδαία ταινία, χωρίς επιτηδευμένες τεχνικές κινηματογράφησης, χωρίς φαντεζί εφέ, χωρίς υπερτονισμένους χρωματισμούς ή ακραίες ερμηνείες, μια ταινία επανέρχεται εδώ σε μία απλότητα αφηγηματική, μινιμαλιστική, που κυριαρχεί το ανεπιτήδευτο.
Κυρίαρχο ότι ο (μοναχικός) δημιουργός έχει και πολλά πράγματα να μας πει και ξέρει πως να μας τα πει. Οι ιδέες με ωραίες πανοραμικές εικόνες και ευρηματικές ανατροπές δεν είναι πάντα η λύση. Πολλές φορές μία απλή και καθημερινή ιστορία στέκεται πληρέστερα στο θεατή και τον προβληματίζει εξίσου ή καλύτερα.
Οι απλές καθημερινές κουβέντες, η συζήτηση για το φαγητό, για το μαγκεόλι (αλκοολούχο ποτό με βάση το ρύζι), για τη μουσική, την ποίηση ή τον ποιητή, παρασέρνουν σε λεπτομέρειες της καθημερινής ζωής, χωρίς να κρύβουν κάτι σπουδαίο, παρά μόνο την ίδια την σχέση των ανθρώπων, που μέσα από αυτές τις μικρολεπτομέρειες (στην πραγματικότητα δεν είναι καθόλου λεπτομέρειες), δημιουργούνται οι μεγάλες αφηγήσεις ενός μινιμαλιστικού ρεαλισμού.
Η ταινία, παράλληλα, διαθέτει δραματουργικά στοιχεία μίας κομεντί που αρκετά συχνά σε οδηγεί στο χαμόγελο και στην ευφυή περιπλάνηση ενός ιδιότυπου χιούμορ (ο διευθυντής των κινηματογραφικών επιχειρήσεων γελάει ακατάπαυστα χωρίς απαραίτητα προφανή λόγο, ενώ φλερτάρει ή όχι με την Ιρίς). Ο τρόπος που σκαρφίζεται η Ιρίς να μαθαίνει στους άλλους γαλλικά, χωρίς να τους πολυμιλάει γαλλικά, επίσης, προσφέρει μία χιουμοριστική ιδιομορφία.
Ακόμα και το ξέσπασμα της μητέρας του νεαρού συγκάτοικου της Ιρίς, για την Ιρίς και το παρελθόν της (ποια είναι, τι κάνει στη Σεούλ, τι θέλει από το γιο της, για ποιο ακριβώς λόγο εκείνος τη φιλοξενεί, πως γνωρίστηκαν), οριακά λειτουργεί σουρεαλιστικά με τη συνολικότερη τυπολογία της ταινίας: μία χαλαρωτική υφολογική ποιητική απεικόνιση ενός κόσμου που αξίζει να τον ζεις με στίχους, μουσική, στη φύση με ένα ποτό, και μία εσωτερική και βαθύτερη ειλικρίνεια που οδηγεί στην απλότητα.
Ο θεατής βγαίνει από την αίθουσα με αυτή την ηρεμία που προσδίδει ο δημιουργικός στοχασμός αυτού του εξαίρετου σκηνοθέτη-δημιουργού. Η ταινία απέσπασε το Μεγάλο Βραβείο της Επιτροπής (Αργυρή Άρκτο) στο Φεστιβάλ Βερολίνου. Δεν είναι η πρώτη φορά, αλλά η τέταρτη που ο Σανγκ-σου καταφέρνει να αποσπάσει το συγκεκριμένο βραβείο.