Η τέχνη της μικρής ιστορίας

Τριαντάφυλλος Κωτόπουλος402


του Τριαντάφυλλου Κωτόπουλου  – 

Το διήγημα είναι σήμερα από τα πιο δημοφιλή λογοτεχνικά είδη διεθνώς. Στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια έχουμε την τύχη να διαβάζουμε πάρα πολύ καλά, μικρά κείμενα, από αυτά που δεν επιχειρούν να καταγράψουν έναν ολόκληρο αιώνα και να περνάνε από την ιστορία του παππού στον πατέρα, στον γιο και έπεται συνέχεια. Να σημειώσουμε εδώ πως μεγάλο μυθιστόρημα για την κρίση δεν ευτυχήσαμε να διαβάσουμε.

Σε όλες τις εποχές και σε όλες τις χώρες η λογοτεχνική κριτική δεν κατόρθωσε να διατυπώσει έναν ξεκάθαρο ορισμό για το τι είναι διήγημα. Διήγημα είναι μία σύντομη αφήγηση. Μια μικρή ιστορία συνήθως με αρχή, μέση και τέλος.

Το διήγημα είναι συντομότερο σε έκταση από τη νουβέλα και πολύ μικρότερο από το μυθιστόρημα (τα όρια, βεβαίως, είναι πάντοτε υποκειμενικά). Οι προσπάθειες ορισμού του σε συνάρτηση με τον αριθμό των λέξεων είναι ακραίες και μηχανιστικές, όπως ορισμένες αγγλοσαξονικές (βρίσκονται σε άμεση συνάρτηση με τον όρο short-story), οι οποίες υποδεικνύουν ότι οφείλει να κυμαίνεται μεταξύ 500 και 30.000 λέξεων. Δεν είναι, όμως, διήγημα ένα κείμενο 200 λέξεων. Ή είναι διήγημα ένα κείμενο 30.000 λέξεων;

Το διήγημα στο πέρασμα των αιώνων

Οι μακρινοί του πρόγονοι εντοπίζονται στα σύντομα αφηγηματικά έργα της ελληνορωμαϊκής αρχαιότητας (κείμενα του Δίωνα και του Λουκιανού), στην παράδοση της Ανατολής (Χίλιες και μία νύχτες) και σύμφωνα με ορισμένους μελετητές σε έργα της βυζαντινής περιόδου, μερικά από τα οποία έχουν ανατολίτικες καταβολές (Κίνα 9ος-13ο αι., Περσία τέλος του 12ου αι.). Στα τέλη πάντως του 13ου αιώνα συναντούμε το Δεκαήμερο (1349-351) του Βοκάκιου, με αφηγήσεις ανάλογες με αυτό το οποίο σήμερα ονομάζουμε διήγημα.

Το σύγχρονο διήγημα οφείλει πολλά στην έκρηξη του περιοδικού τύπου μέσα από την ανάπτυξη των μέσων μεταφοράς του 19ου αιώνα στην Ευρώπη και στην Αμερική. Οι εφημερίδες και αργότερα τα περιοδικά προσφέρουν μια νέα μεγάλη αγορά για το διήγημα, η οποία, όπως είναι φυσικό, ενθαρρύνει τη συγγραφή του.

Το κίνημα του Ρομαντισμού και το ενδιαφέρον πια των συγγραφέων για το παράξενο, το φανταστικό, τα παράφορα και απελευθερωμένα συναισθήματα και την κορύφωση της εμπειρίας, αιμοδοτούν τη λογοτεχνική παραγωγή μικρότερων κειμένων, αλλά η συνειδητοποίηση του είδους ανάγεται στη δεκαετία του 1850, δεκαετία στην οποία κορυφώνεται η περίοδος του ρεαλισμού.

Από τότε μέχρι σήμερα μία σειρά μεγάλων διηγηματογράφων, μας χαρίζουν εξαιρετικά έργα τους – Γκόγκολ, Τουρκένιεφ, Τσέχοφ, Χόφμαν, Πόε (ο πατέρας του σύγχρονου διηγήματος), Χέμινγουει, Μάνσφιλντ, Γκυ ντε Μοπασάν, Ντίκενς, Στήβενσον, Κίπλινγκ, Γουλφ, Τζόυς, Φόρστερ, Πιραντέλο, Κάφκα, Καλβίνο, Μπόρχες, Μάρκεζ, Κούντερα, Κάρβερ και τόσοι άλλοι νεότεροι συνεχιστές.

Ο διαγωνισμός της Εστίας

Στην ελληνική πραγματικότητα μέχρι τη δεκαετία του 1990, σε γενικές γραμμές, πιστεύαμε πως το διηγηματικό είδος, μετά από ορισμένα ξενόθεμα κείμενα του ελληνικού ρομαντισμού, άνθησε με την ηθογραφία στην περίοδο του ρεαλισμού μετά το 1883 και τον περιβόητο διαγωνισμό του περιοδικού Εστία.

Με την έλευση του 20ού αιώνα έχουμε τη σταδιακή κυριαρχία του μυθιστορήματος, αλλά τα τελευταία χρόνια η εκδοτική τουλάχιστον παραγωγή δεν πιστοποιεί αυτήν την πρωτοκαθεδρία. Σύγχρονοι μελετητές αμφισβητούν την «παντοδυναμία» του διαγωνισμού της Εστίας, υποστηρίζοντας ότι ευνόησε και προκάλεσε μαζική παραγωγή διηγημάτων, αλλά συγκεκριμένων προδιαγραφών.

Προδιαγραφές που ανέστειλαν την ομαλή εξέλιξη του ελληνικού διηγήματος προς έναν πραγματικό και όχι νοθευμένο ρεαλισμό. Κοντολογίς, δηλαδή, υποστηρίζουν ότι ο συγκεκριμένος διαγωνισμός πριμοδότησε μια ειδυλλιακή και ελάχιστα ρεαλιστική ηθογραφία του τόπου μας.

Στις μέρες μας επαναπροσεγγίζονται παλαιότερα διηγήματα, επανεκδίδονται κάποια ξεχασμένα και εκπονούνται σημαντικές μελέτες σχετικά με τη γέννηση και την εξέλιξη του νεοελληνικού διηγήματος. Ο Βιζυηνός, ο Παπαδιαμάντης, ο Χατζής, ο Ιωάννου, η Γαλάτεια Σαράντη, ο Βαλτινός και τόσοι άλλοι Έλληνες διηγηματογράφοι μας έχουν χαρίσει από τότε μέχρι σήμερα ιδιαίτερα αξιόλογα κείμενα.

Τα στοιχεία ενός καλού έργου

Ποια είναι όμως τα χαρακτηριστικά ενός διηγήματος; Ή για να είμαστε πιο ακριβείς τα χαρακτηριστικά ενός καλού διηγήματος (για τη μόδα του μπονζάι θα μιλήσουμε άλλη φορά);

1. Έκταση, «ενιαία εντύπωση», γλώσσα

O Έντγκαρ Άλλαν Πόε θεωρούσε ότι το διήγημα είναι αυτό το κείμενο που «μπορεί να διαβαστεί σε μια καθισιά». Ένα πρώτο του γνώρισμα είναι η περιορισμένη του έκταση, ιδιαίτερα σε σχέση με το εκτενές μυθιστόρημα. Αυτή σηματοδοτεί μία σειρά μεταξύ τους διαφοροποιήσεων, κυρίως στις αφηγηματικές τεχνικές που θα μεταχειριστεί ο συγγραφέας, αλλά και στον τρόπο θα δομήσει και θα παρουσιάσει το σκηνικό, τους χαρακτήρες και την πλοκή του.

To 1842 ο Πόε διατύπωσε την άποψη ότι η κύρια ιδιότητα του σύντομου πεζογραφήματος είναι η «ενιαία εντύπωση». Ο συγγραφέας συλλαμβάνει κάποιο μοναδικό γεγονός και προσπαθεί με ένταση και αφηγηματική πύκνωση να αναπτύξει την υπόθεσή του. Εδώ ακριβώς, βαρύνουσα σημασία έχουν η γλώσσα και η έκφραση.

Αλλά συχνά σε ένα διήγημα σημασία δεν έχει τι θα βάλεις, αλλά κυρίως τι θα παραλείψεις, έτσι ώστε το κείμενο να αποκτήσει μια διαχρονική γοητεία. Το παραπάνω διατύπωσε μοναδικά ο Χεμινγκουέι: «Αν ένας συγγραφέας γνωρίζει αρκετά γι’ αυτά που γράφει, τότε μπορεί να παραλείψει ορισμένα από τα πράγματα που γνωρίζει. Η αξιοπρέπεια στην κίνηση ενός παγόβουνου οφείλεται στο ότι μονάχα το ένα ένατο βρίσκεται πάνω στο νερό».

2. Χαρακτήρες – Σκηνικό – Πλοκή

Το διήγημα εκτυλίσσεται σε έναν χώρο. Κατά κανόνα οι ενεργοί ήρωες ενός διηγήματος είναι ελάχιστοι, ενίοτε μονάχα ένας. Ο χαρακτήρας τους στοιχειοθετείται τις περισσότερες φορές μέσα από την εξέλιξη της υπόθεσης.

Λόγω της σύντομης έκτασής τους, τα διηγήματα σπάνια διακρίνονται από μία πολύπλοκη δομή, ανάλογη των μυθιστορημάτων. Το διήγημα διαθέτει λίγα περιστατικά, λίγα επεισόδια, με κορυφαίο συνήθως ένα. Τις περισσότερες φορές οι εισαγωγές αποφεύγονται και η ιστορία αρχίζει με δράση, ενώ το τέλος είναι απότομο και ανοιχτό, συχνά χωρίς ηθικά διδάγματα. Ας μην ξεχνάμε πως η καλή λογοτεχνία θέτει ερωτήματα, δεν τα απαντά.

3. Μη εισαγωγή σε νέους κόσμους

Το διήγημα είναι πρακτικά αδύνατον να εισαγάγει τον αναγνώστη σε νέους κόσμους σε αντίθεση με το μυθιστόρημα. Ας θυμηθούμε για παράδειγμα το μυθιστόρημα Πόλεμος και Ειρήνη του Τολστόι που αναπαριστά ολόκληρη την εποχή κατά τη διάρκεια των Ναπολεόντιων πολέμων.

Οι επαναλήψεις, στοιχείο που ταιριάζει στο μυθιστόρημα, ηχούν εκνευριστικές και περιττές στο διήγημα, καθώς η μνήμη του αναγνώστη μπορεί να ανταποκριθεί χωρίς να ξεχάσει βασικά στοιχεία.

4. Η «τελική ανατροπή»

Ο Brander Matthews τόνιζε ως απαραίτητο στοιχείο του διηγήματος την πλήρη συμμετρία της πλοκής. Προτροπή που οδήγησε σε υπερβολές και μία συγκεκριμένη στιλιζαρισμένη φόρμα, που έπληξε την καλλιτεχνική αξία αρκετών κειμένων τα οποία δημοσιεύονταν στα ευρείας κατανάλωσης περιοδικά και εφημερίδες για ψυχαγωγικούς κυρίως σκοπούς.

Προέκταση της συμμετρίας της πλοκής ήταν και η λεγόμενη «τελική ανατροπή», η οποία δεν προσέθετε κάτι, ιδιαίτερα όταν συνέβαινε χωρίς καμία σχεδόν ανάπτυξη και εμβάθυνση των χαρακτήρων, χωρίς πειραματισμούς ή καινοτομίες στο ύφος, αλλά προσέφερε απλώς μία διασκεδαστική και απρόσμενη έκπληξη στο τέλος. Η τεχνική αυτή πάντως δεν αποκλείεται να χρησιμοποιηθεί σε ένα αρτιότερο διήγημα, αλλά εκεί θα φωτίζει μία σκοτεινή πτυχή του ήρωα ή κάποια αμφίσημα σημεία της πλοκής και θα έχει μία δομική χρησιμότητα.

5. Η «στιγμή της κρίσης»-epiphany

Ο Τσέχωφ θα φέρει τη μεγάλη επανάσταση στο διήγημα, καθώς η πλοκή περνά σε δεύτερη μοίρα και το επίκεντρο στρέφεται στην έντεχνη παρουσίαση επεισοδίων, καταστάσεων, συναισθημάτων και κυρίως στη «στιγμή της κρίσης». Αυτή μπορεί να είναι και ένα όχι κατ’ ανάγκη συνταρακτικό γεγονός, αλλά να συμβαίνει σε μια κρίσιμη καμπή.

Να λειτουργεί σαν δοκιμασία για τον κεντρικό χαρακτήρα ή σαν μέσο συνειδητοποίησης ή αυτογνωσίας. Τη στιγμή της κρίσης αξιοποιεί σε μεγαλύτερη ένταση ο Τζόις και για να την αποδώσει δανείζεται από το θρησκευτικό λεξιλόγιο τη λέξη epiphany -όταν δηλαδή αποκαλύπτεται στα μάτια του κεντρικού χαρακτήρα μια αλήθεια, την οποία ο ίδιος αδυνατούσε να συνειδητοποιήσει μέχρι τότε.

6. Οι νεότερες προσεγγίσεις

Από τις νεότερες προσεγγίσεις του είδους επισημαίνουμε την άποψη του Ian Reid που θεωρεί διήγημα σχεδόν κάθε σύντομο πεζογράφημα με την προϋπόθεση ότι διατηρεί σαφή σχέση με ιστορίες πλοκής. Μπορεί αντί για μία αιτιολογική οργάνωση να παρουσιάζει ένα σουρεαλιστικό αντικατάστατο ή να αφήνει τον αναγνώστη να συνάγει μια πλοκή από ασύνδετα στοιχεία.

Ο Bret Harte σημειώνει ότι ο πιο σημαντικός παράγοντας διαμόρφωσης του διηγήματος υπήρξε το χιούμορ, το διασκεδαστικό, αλλά και το λοξό και δηκτικό.

Οι διαφορές με το μυθιστόρημα

Να αναφερθούμε όμως και στη σχέση μεταξύ των διηγημάτων σε μία συλλογή. Τα κείμενα που τη συναποτελούν μπορεί να είναι: θεματικά ανεξάρτητες μεταξύ του ιστορίες ή να διατηρούν μία υφολογική και θεματική σχέση των έργων. Στην περίπτωση αυτή επιδιώκουν τη σύνθεση ενός ολοκληρωμένου πορτρέτου μιας εποχής, ενός χώρου, αξιακών συστημάτων, ιδεολογιών, συμπεριφορών κ.τ.λ. μέσα ακριβώς από μία επαναλαμβανόμενη εξέλιξη.

Αξίζει να κλείσουμε με την άποψη του Καθηγητής Ιστορίας και Πολιτικής Ιστορίας και συγγραφέα Fernando Iwasaki σχετικά με τις διαφορές του διηγήματος από το μυθιστόρημα:

  • Το μυθιστόρημα μπορεί να είναι με το αιμματάκι του, αλλά το διήγημα πρέπει να είναι καλοψημένο.
  • Το μυθιστόρημα πάντα παχαίνει αλλά το διήγημα έχει ακριβώς τις θερμίδες που χρειάζονται.
  • Το μυθιστόρημα, αφού το ανοίξεις, διατηρείται μια χαρά στο ψυγείο, το διήγημα όμως πρέπει να καταναλωθεί αμέσως.
  • Το μυθιστόρημα σε χορταίνει, το διήγημα σου ανοίγει την όρεξη.
bookmark icon
error: Content is protected !!