Η Τόσκα του μεγάλου πολέμου

Σύνταξη SLpress.gr
3

Για έξι μοναδικές παραστάσεις επιστρέφει η συγκλονιστική Τόσκα του Τζάκομο Πουτσίνι, σε μουσική διεύθυνση Λουκά Καρυτινού και σκηνοθεσία-σκηνικά-κοστούμια Νίκου Σ. Πετρόπουλου, στις 26 Ιανουαρίου, στην Αίθουσα Σταύρος Νιάρχος της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, στο πλαίσιο του αφιερώματος της ΕΛΣ στον Στέφανο Λαζαρίδη.

Πρόκειται για την παραγωγή που πρωτοπαρουσιάστηκε το 2007, μετά από πρόσκληση του τότε καλλιτεχνικού διευθυντή της ΕΛΣ Στέφανου Λαζαρίδη, στον Νίκο Σ. Πετρόπουλο, ο οποίος μετέφερε την δράση του έργου στην Ρώμη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

Με έντονα τα στοιχεία της βίας και του σαδισμού, η παράσταση επιτρέπει στα ακραία συναισθήματα των ηρώων να εκφραστούν με ακόμα μεγαλύτερη ένταση, έτσι που στην Β΄ Πράξη της όπερας ο εκβιασμός της πρωταγωνίστριας από τον λάγνο αξιωματικό Σκάρπια και η σκηνή κατά την οποία η Τόσκα τον σκοτώνει αποκτούν διαστάσεις θρίλερ.

Παραλλήλως, η ασπρόμαυρη αισθητική της παραγωγής και οι υποβλητικοί φωτισμοί δίνουν στην παράσταση τον αέρα κινηματογραφικής ταινίας, με έντονη αναφορά στις ταινίες του ιταλικού νεορεαλισμού.

Στη Ρώμη του Β' Παγκοσμίου Πολέμου

«Η μετατόπιση του ιστορικού πλαισίου δεν επηρεάζει το βασικό θέμα της όπερας, που αφορά τα συναισθήματα και τις επιθυμίες των τριών βασικών χαρακτήρων. Φιλοδοξεί όμως να φέρει στο νου εικόνες πολύ πιο οικείες σε όλους μας, από συνθήκες που οι παλιότεροι έχουν ζήσει και οι νεότεροι έχουν ακούσει από αφηγήσεις και δει μέσα από ντοκιμαντέρ και τον κινηματογράφο. Συνθήκες οριακές, που αποτελούν τη βάση για τις συγκρούσεις που πραγματεύεται η όπερα του Πουτσίνι», σημείωνε για την συγκεκριμένη παραγωγή ο Στέφανος Λαζαρίδης.

Για αυτήν την χρονική μετατόπιση, σαράντα και κάτι χρόνια μετά την παγκόσμια πρεμιέρα το 1900, ο σκηνοθέτης Νίκος Σ. Πετρόπουλος αναφέρει:

«Τον Φεβρουάριο του 1944, σε μια Ρώμη παρωδία Ανοχύρωτης πόλης, γεμάτη πρόσφυγες, κατασκόπους, διπλούς πράκτορες, πληροφοριοδότες, συνεργάτες Γερμανών, δωσίλογους, βασανιστές, φυγάδες, μέσα στον πάταγο των συμμαχικών βομβαρδισμών, στη συνεχή μετακίνηση, των γερμανικών στρατευμάτων και στο γενικό πανικό, η Τόσκα βρίσκει έναν ιδανικό ιστό για να μας οδηγήσει σε ένα ρεαλιστικό ιστορικό δράμα του 20ου αιώνα». 

Η Φλόρια Τόσκα, μια ντίβα της όπερας, είναι μία γυναίκα παράφορα ερωτευμένη, η οποία ζηλεύει παθολογικά το σύντροφό της. Ο Βαρόνος Σκάρπια είναι ένας σκοτεινός άνδρας, κάτοχος απόλυτης εξουσίας, ο οποίος ηδονίζεται από τον πόνο των θυμάτων του. Ανάμεσά τους βρίσκεται ο εραστής, ο αγνός πατριώτης Μάριο Καβαραντόσσι, ο οποίος οδηγείται στο θάνατο. Αιτία της δίωξής του δεν είναι οι ιδέες του, αλλά το ό, τι κατέχει την Τόσκα, την οποία ποθεί ο Σκάρπια.

Πρότυπο οπερατικής ντίβας

Σε αυτό το οπερατικό θρίλερ, το οποίο παρουσιάστηκε από την Εθνική Λυρική Σκηνή για πρώτη φορά το 1942, μεσούσης της  Γερμανικής Κατοχής, με την 19χρονη τότε Μαρία Κάλλας στον ομώνυμο ρόλο, τα παράφορα πάθη υπογραμμίζονται από την άκρως υποβλητική μουσική του Τζάκομο Πουτσίνι.

Η Τόσκα αποτελεί άλλωστε το κατ' εξοχήν έργο του Πουτσίνι, που ευθυγραμμίζεται με τα ιδεώδη του βερισμού, του ιταλικού κινήματος του νατουραλισμού. Ενός ρεαλισμού που για τον Πουτσίνι έγκειται στην αγριότητα των καταστάσεων και των εντάσεων ανάμεσα στους πρωταγωνιστές. Η επιθυμία του συνθέτη ήταν το έργο να μην θυμίζει καθόλου όπερα και για να το επιτύχει αυτό προχώρησε σε σοβαρές επεμβάσεις στο ποιητικό κείμενο, αποσκοπώντας στην ανάπτυξη μιας διαρκούς σκηνικής δράσης.

«Η Τόσκα μιλά για τον έρωτα, τη ζήλεια, τη διεστραμμένη λαγνεία, την πίστη στη φιλία. Και παρά το γεγονός ότι ο θάνατος σφραγίζει το έργο, εντούτοις η ουσία της πλοκής του έργου είναι ο αβίωτος διχασμός της ηρωίδας η οποία βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα εφιαλτικό δίλημμα», αναφέρουν οι συντελεστές της παράστασης. Και είναι αυτά τα χαρακτηριστικά της κεντρικής ηρωίδας που καθιστούν την Τόσκα μία  από τις δημοφιλέστερες όπερες, καθώς «αποτελεί το πρότυπο της οπερατικής ντίβας, τόσο με το τραγούδι όσο και με τη συμπεριφορά της. Όλοι της οι χειρισμοί και τα συναισθήματα στοιχειοθετούν το κατεξοχήν οπερατικό στερεότυπο της ματαιόδοξης λυρικής τραγουδίστριας, παραδομένης στα δυνατά της ένστικτα.  Πρωταγωνιστεί, είτε βρίσκεται πάνω στη σκηνή είτε πίσω από αυτή».

Με εξαιρετικές ερμηνείες

Στον ρόλο του τίτλου, η σπουδαία υψίφωνος της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, Τσέλια Κοστέα, η οποία πρόσφατα τον ερμήνευσε με ιδιαίτερη επιτυχία στην Γαλλία (Τουλόν) και την Γερμανία (Στουτγάρδη και Ντύσσελντορφ). Με την Εθνική Λυρική Σκηνή, η Κοστέα έχει ερμηνεύσει την Τόσκα στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών το 2011 και στο Ωδείο Ηρώδου Αττικού το 2012 και το 2015, αποσπώντας θετικότατες κριτικές, καθώς και το θερμό χειροκρότημα του κοινού.

Στον ρόλο του Σκάρπια κάνει το ντεμπούτο του ο διακεκριμένος Έλληνας βαρύτονος της ΕΛΣ, Δημήτρης Τηλιακός, ο οποίος επιστρέφει στην ΕΛΣ, μετά τη μεγάλη επιτυχία της πολυβραβευμένης ηχογράφησης του Ντον Τζοβάννι με τον Θόδωρο Κουρετζή και ύστερα από τις ιδιαιτέρως επιτυχημένες εμφανίσεις σε Παρίσι, Μόσχα(Μπολσόι), Βαρκελώνη, Βρυξέλλες, Ζυρίχη, Περμ, Νέα Υόρκη κ.α.

Τον Μάριο Καβαραντόσσι θα ερμηνεύσει στην πρώτη διανομή ο διακεκριμένος Τσέχος τενόρος Πάβελ Τσέρνοχ, γνωστός στο κοινό της ΕΛΣ από την ερμηνεία του ρόλου του πρίγκιπα στην όπερα Ρούσαλκα του Ντβόρζακ το 2009. Μετά το επιτυχημένο του ντεμπούτο στην όπερα του Μονάχου το 2009, ο Τσέρνοχ έχει πραγματοποιήσει μια εντυπωσιακή διαδρομή σε σπουδαία λυρικά θέατρα όπως, η Σκάλα του Μιλάνου, η Όπερα του Παρισιού, το Σαν Κάρλο της Νάπολης, η Γερμανική όπερα του Βερολίνου, η Όπερα της Ζυρίχης, το Ρεάλ της Μαδρίτης, το Μπολσόι, το φεστιβάλ του Μπρέγκεντς κ.α.

Στην δεύτερη διανομή, τον Καβαραντόσσι ερμηνεύει ο διακεκριμένος τενόρος της ΕΛΣ, Δημήτρης Πακσόγλου και τον Αντζελόττι ο Τάσος Αποστόλου.

Την παραγωγή διευθύνει ο Αρχιμουσικός της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, Λουκάς Καρυτινός. Την ευθύνη της προετοιμασία της Χορωδίας της ΕΛΣ έχει ο Αγαθάγγελος Γεωργακάτος και της Παιδικής Χορωδίας της ΕΛΣ η Κωνσταντίνα Πιτσιάκου.

Η Τόσκα παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στο θέατρο Κοστάντσι της Ρώμης στις 14 Ιανουαρίου 1900. Τον κεντρικό ρόλο ερμήνευσε τότε η ελληνικής καταγωγής Ρουμάνα υψίφωνος Χαρίκλεια Νταρκλέ, το γένος Χαρικλή, η οποία υπήρξε επιλογή του ίδιου του Πουτσίνι.

Στην Ελλάδα παρουσιάστηκε από το Γ’ Ελληνικό Μελόδραμα κατά την καλλιτεχνική περίοδο 1916-7, ενώ η Εθνική Λυρική Σκηνή την συμπεριέλαβε στο ρεπερτόριό της στις 27 Αυγούστου 1942, με την δεκαεννιάχρονη Μαρία Καλογεροπούλου (Κάλλας), υπό την διεύθυνση του Σώτου Βασιλειάδη.

Πληροφορίες

26, 28, 31 Ιανουαρίου & 4, 6, 9 Φεβρουαρίου 2018

Αίθουσα Σταύρος Νιάρχος Εθνικής Λυρικής Σκηνής

Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος

  • Οι απόψεις που αναφέρονται στο κείμενο είναι προσωπικές του αρθρογράφου και δεν εκφράζουν απαραίτητα τη θέση του SLpress.gr
  • Απαγορεύεται η αναδημοσίευση του άρθρου από άλλες ιστοσελίδες χωρίς άδεια του SLpress.gr. Επιτρέπεται η αναδημοσίευση των 2-3 πρώτων παραγράφων με την προσθήκη ενεργού link για την ανάγνωση της συνέχειας στο SLpress.gr. Οι παραβάτες θα αντιμετωπίσουν νομικά μέτρα.