ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ

Κερασούντος ιδιωματισμοί…

Κερασούντος ιδιωματισμοί... Νικόλαος Σφαιρόπουλος

Σε προηγούμενο άρθρο, αναφέρθηκε μία δημώδης παράδοση από την περιοχή της Κερασούντος. Στο παρόν δεύτερο άρθρο, παρουσιάζονται τέσσερις ακόμα από τις συνολικά δέκα παραδόσεις της ίδιας περιοχής, που έχει καταγράψει ο Νικόλαος Πολίτης στους δύο πρώτους τόμους του έργου του “Μελέται περὶ τοῦ βίου καὶ τῆς γλώσσης τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ-Παραδόσεις”.

Η αράχνη ονομαζόταν “κάντζαρος” ή “κάντσαρος” στη Χαλδία και “τσάντσαρος” στην Κερασούντα και σε άλλες περιοχές του Πόντου. Οι ονομασίες αυτές προέρχονται από το έντομο κάνθαρος, αν και η αράχνη δεν ανήκει στα έντομα. Η αντίληψη των κανθάρων ως ιερών ή δαιμονικών όντων, συχνά με τη μορφή κερασφόρων κανθάρων ή “Λυκοκαντζάρων”, είναι κοινή στις δοξασίες πολλών λαών. Ο Πολίτης επισημαίνει ότι η προσθήκη του “σ” στην αρχή λέξεων, ιδίως αυτών που ξεκινούν με “κ”, ήταν συνηθισμένη στη δημώδη γλώσσα.

Έτσι, από τον κάνθαρο προήλθε ο όρος σκάνθαρος ή σκαθάρι, που χρησιμοποιείται για τα έντομα της τάξης των κολεοπτέρων. Ένα από τα γένη των σκαθαριών είναι ο σκαραβαίος, το ιερό έντομο των αρχαίων Αιγυπτίων. Επιπλέον, προήλθαν οι όροι “ὁ σκιάντζαρος” ή “τὸ σκιάντζαρο”, που αναφέρονται στο σκιάχτρο, το φόβητρο των πτηνών και των αλεπούδων στα χωράφια, τους αμπελώνες και τους κήπους. Ομοίως, ο όρος “μπαμπούλας”, με τη σημασία του μορμολυκείου, του φόβητρου δηλαδή των μικρών παιδιών, είναι πανελλήνιος και προέρχεται από τη λαϊκή ονομασία διαφόρων κολεοπτέρων, όπως “μπάμπουλας”, “βάβουλας” ή “μπουμπούλας”.

Η άποψη σχετικά με τη συμμετοχή του όρου “κάντζαρος” στην ετυμολογία του ονόματος των Καλικάντζαρων έχει προκαλέσει διαφωνίες. Σύμφωνα με τον Αδαμάντιο Κοραή, η λέξη είναι σύνθετη από το “καλὸς”, κατ’ ευφημισμό σε αντιστοιχία με τις Νεράιδες, που αποκαλούνταν “καλαὶ ἀρχόντισσαι”, και το “κάντζαρος”. Αν και ο Πολίτης δεν υιοθετεί αυτή την άποψη, η αρχαία παροιμία “Κανθάρου σκιαὶ”, για τους φοβούμενους τα ανάξια φόβου, καθώς και οι φθογγολογικοί νόμοι της ελληνικής γλώσσας, την ενισχύουν.

Ο Πολίτης συνδέει την ετυμολογία της λέξης “Καλικάντζαρος” με τους συναφείς όρους “Καλικοτσάγγαρος” και “Καλιτσάγγαρος”, που αναφέρονται σε εκείνους που φορούν καλίκια αντί για τσαγγία ή σε εκείνους που διαθέτουν καλά τσαγγία, με τη μεγεθυντική κατάληξη -αρος. Η λέξη καλίκι ή καλίγι υποδηλώνει ανθρωπόμορφα πλάσματα που δεν έχουν άκρο πόδα (με αποτέλεσμα τα υπόδηματά τους να είναι κούφια) ή που διαθέτουν χηλή (συνήθως οπλή τράγου) αντί για πόδι. Αν και η βυζαντινή λέξη “τσαγγίον”, που υποδήλωνε ένα είδος ψηλών υποδημάτων δεν έχει διασωθεί, το παράγωγό της τσαγγάρης ή τσαγκάρης είναι ευρέως γνωστό.

Είναι φανερό ότι και οι δύο αυτές λέξεις σχετίζονται με τα πόδια και τα υποδήματα των Καλικάντζαρων, υποδηλώνοντας πλάσματα ικανά να τσαγγαρώνουν, δηλαδή να αναρριχώνται εύκολα στους τοίχους, να περπατούν στις στέγες και να κατεβαίνουν από τις καμινάδες. Έτσι, η λέξη “Καλικοτσάγγαρος”, σύμφωνα με τον Πολίτη, εξελίχθηκε σε “Καλιτσάγγαρος”, όρος που χρησιμοποιείτο στα δυτικά παράλια του Πόντου, και στη συνέχεια σε “Καλικάντζαρος”. Μεταφορικά, η λέξη αράχνη λέγεται για κάποιον ισχνότατο, ο οποίος αποκαλείται σκωπτικά “Καλικάντζαρος”, λόγω της παροιμιώδους αδύνατης σιλουέτας των Καλικάντζαρων, οι οποίοι μπορεί να είναι ψηλοί ή μικρόσωμοι, όμως στις περισσότερες παραδόσεις εμφανίζονται ως νάνοι.

“Ἡ Ταβάρα”

Ταβάρα, βάρḭ ἀνάμεσα σ’, κατέβα πόλιν ἄμεσας, καυκὶν καυκὶν τὴ θάλασσα, κοκκὶν κοκκὶν τὴν ἄμμο, ὅσα κοσκιονοτρύπεα, ὅσα στομοκοκέφαλα, ὅλα νὰ μετρᾷς ἀτα, καὶ ἂν ἒν βραδὺν νὰ ἔρσ‘αι. Παράφραση: Ταβάρα να βαρύνει το σώμα σου, κατέβα στην πόλη αμέσως, (μέτρα) ποτήρι-ποτήρι τη θάλασσα, κουκί-κουκί την άμμο, όσες τρύπες του κόσκινου, όσες κορυφές παλουκιών (στους φράχτες), όλα αυτά να τα μετράς, κι αν είναι (ακόμη) νύχτα (τότε μόνο) να έλθεις.

Η Ταβάρα αναφέρεται και ως Βραχνάς, Βραχνιάς, Σβραχνάς (στη Σάμο), Βαρυπνάς (κατά παραφθορά και Βαρυχνάς) και Μόρα (στην Αθήνα και την Αρκαδία). Πρόκειται για έναν νυχτερινό εφιάλτη που, σύμφωνα με τη λαϊκή παράδοση, προκαλείται από ένα δαιμονικό πνεύμα, το οποίο κάθεται στο στήθος του κοιμισμένου, δυσκολεύοντας την αναπνοή του. Μεταφορικά, ο όρος βραχνάς (που δεν έχει σχέση με το βραχνός) σημαίνει οτιδήποτε προκαλεί έντονη ανησυχία, άγχος και θλίψη. Σημαντική είναι η από αρχαιοτάτων χρόνων δοξασία πολλών λαών, και του ελληνικού, ότι όποιος καταφέρει να αρπάξει “Τὸ σκουφὶν τοῦ Βαρυπνᾶ” γίνεται πλούσιος.

Ο ελληνικός λαός, όπως και πολλοί άλλοι, πίστευε ότι ο μόνος τρόπος για να απαλλαγεί κάποιος από την κακοποιό δράση ενός δαιμονικού όντος ήταν να το καθυστερήσει με πανουργία μέχρι να λαλήσουν τα κοκόρια. Τότε, τα δαιμόνια, όπως οι Καλικάντζαροι, οι μάγισσες, οι Βρικόλακες, οι Νεράιδες ή η Ταβάρα, που είχαν μπει στο σπίτι τη νύχτα από τον καπνολόγο, θα τρέπονταν σε φυγή, αφού τη μέρα κρύβονταν γιατί έχαναν τη δύναμή τους.

Η εξαπάτηση των δαιμόνων γινόταν συνήθως με την προτροπή να μετρήσουν αμέτρητα αντικείμενα, όπως τα άστρα, τα κύματα, τους κόκκους άμμου στο γιαλό, τις στάλες της βροχής, τις τρίχες της γούνας, τους κυάμους σε ένα κόσκινο, τις τρύπες του κόσκινου ή του δρόμου, τους κόκκους αλατιού σε ένα περίαπτο, τους σκορπισμένους σιναπόσπορους στο πάτωμα, τους ριγμένους κόκκους αραβόσιτου ή αλατιού στο έδαφος ή σε ποτάμι (με παράλληλη απαγγελία επωδών), ακόμα και τα πέταλα ενός κόκκινου γαρίφαλου.

Ο Πολίτης δικαιολογεί τα παραγγέλματα, υποστηρίζοντας ότι θα ήταν αδύνατο για την Ταβάρα να κάνει έναν τέτοιο άθλο, επειδή θα μπερδευόταν ή δεν θα ήξερε να μετρά πέρα από το δύο, αφού για πολλούς πρωτόγονους λαούς, το τρία ήταν συνώνυμο του “πολλά”. Ωστόσο, οι περισσότεροι πίστευαν ότι δεν θα τολμούσε να προφέρει τον αριθμό τρία, γιατί φοβόταν την Αγία Τριάδα, και έτσι θα γλύτωνε ο άνθρωπος που βρισκόταν σε κίνδυνο.

“Ἡ δύσσα”

Ἡ δύσσα ἔτον ἕναν χονθροκόριτσον, καὶ μὲ τὸ νὰ μὴ ἐπῆρεν ἀτεν κανεὶς ἐχολιάστεν, καὶ ἐγέντον δύσσα καὶ κατουρεῖ τοῖ παλληκαριῶν τὰ μουστάκια. Σύμφωνα με τον Βαλαβάνη (1890), η ομίχλη στην Κερασούντα αναφερόταν ως “δύσσα” ή “κατσίμαλλος”. Ο Πολίτης δεν υπεισέρχεται στην ετυμολογία των δύο αυτών λέξεων, παρατηρεί μόνο ότι η παράδοση φαίνεται να είναι αιτιολογική “πρὸς γέλωτα πεπλασμένη”.

Παράφραση: Η Δύσσα ήταν μια παχύσαρκη κοπέλα. Από τη στεναχώρια της που κανένα παλικάρι δεν τη ζήτησε σε γάμο, έγινε δύσσα (ομίχλη) και κατουρούσε τα μουστάκια τους. Η ορθογραφία της λέξης “δύσσα” παραπέμπει στον ομηρικό ήρωα Οδυσσέα. Το αντίστοιχο γυναικείο όνομα είναι άκλιτο και αναφέρεται ως Οδυσσέα (Odyssea). Στην αγγλική βιβλιογραφία ανευρίσκεται και ως Odyssa/Odessa και Dyssa/Dessa. Το όνομα “Δύσσα” έχει επιβεβαιωμένη ελληνική καταγωγή και υποδηλώνει ότι το κορίτσι αυτό θα έχει μια έντονη επιθυμία για περιπλάνηση ή αναζήτηση καθώς μεγαλώνει.*

Είναι λογικό να δοθεί ένα παρόμοιο όνομα και στο πυκνό πέπλο ομίχλης που παρασύρεται από τον άνεμο σαν ακυβέρνητο καράβι. Υπάρχουν πολλές πόλεις στον κόσμο με το όνομα Desa, Dessa, Odesa, ή Odessa. Παρά το γεγονός ότι ορισμένες από αυτές μεταγράφονται στα ελληνικά με “η”, η ετυμολογία τους προέρχεται από το όνομα Οδυσσεύς. Η λέξη αυτή δεν πρέπει να συγχέεται με την ομόηχη “δεῖσα” (που σημαίνει υγρασία ή συλλογή από βότανα), ούτε με το “δεύω” (που σημαίνει βρέχω, υγραίνω, διαποτίζω ή μουσκεύω). Το σημαντικότερο στοιχείο στη δοξασία αυτή είναι ότι το κορίτσι μεταμορφώθηκε σε ομίχλη, ώστε να “κατουρεῖ” και όχι να “δεύει” τα μουστάκια των παλικαριών.

Σύμφωνα με τον Πολίτη, η συσχέτιση της ομίχλης με τα ούρα ήταν γνωστή από την αρχαιότητα, όπως αποδεικνύει η ετυμολογία της λέξης. Η ομίχλη έχει την ίδια ρίζα με το ρήμα ὀμίχω (ὀμείχω) ή ὀμιχέω (ὀμειχέω), που σημαίνει ουρώ (“ὤμειξεν αἷμα”), καθώς και με το ὄμιχμα (ὄμειχμα), δηλαδή τα ούρα. Η ετυμολογική συγγένεια ομίχλης και ούρου παρατηρείται και σε άλλες γλώσσες, όπως τα σανσκριτικά, τα λατινικά και τις Βαλτοσλαβικές γλώσσες. Το ομόριζο αυτό στην ιστορική γλωσσολογία θεωρείται ένδειξη της συγγένειας αυτών των γλωσσών και της προέλευσής τους από μια κοινή μητρική γλώσσα. Στη συγκεκριμένη περίπτωση η κοινή πρωτογλώσσα ονομάζεται συμβατικά πρωτοϊνδοευρωπαϊκή.

Όσον αφορά τον όρο “κατσίμαλλος”, είναι προφανές ότι έχει ως δεύτερο συνθετικό τα μαλλιά. Το πρώτο συνθετικό πιθανότατα προέρχεται από το “κατσιάζω”, υποδηλώνοντας ότι η ομίχλη έχει καταστροφικές συνέπειες στη λάμψη, την απαλότητα και τη φρεσκάδα των μαλλιών. Την άποψη αυτή ενισχύει η ετυμολογία του ονόματος “Κατσιαντώνης” ή “Κατσαντώνης”, που σημαίνει τον κατσιασμένο ή μικροκαμωμένο.

“Ἡ Ἶρις”

Τα προσωνύμια του μετεωρολογικού φαινομένου της Ίριδος στα διάφορα μέρη της Ελλάδος προέρχονταν από την απεικόνιση αυτού ως τόξο, ζώνη ή καμάρα. Συνήθως αναφερόταν ως τόξο (της Παναγίας, του ουρανού, του Θεού, της βροχής), ενώ υποκοριστικά ως δοξάρι (της Παναγίας, της γριάς, της καλογριάς, του ουρανού) και, ίσως κατά παρετυμολογία, ως δόξα ή δόξα του ουρανού. Μόνο οι πιο μορφωμένοι χρησιμοποιούσαν τον όρο “ουράνιο τόξο”.

Πρόχειρη, αλλά ακριβής ήταν και η παρομοίωσή του με ζώνη ή ζωνάρι (της Παναγίας, της Κυράς ή Κεράς, του ουρανού, του Θεού, της καλόγριας, της Αγίας Ελένης). Σύμφωνα με τον Βαλαβάνη, το ημικύκλιο της Ίριδος στην Κερασούντα αποκαλούνταν Παναγίας ζουνάριν ή ζωνάριν και “Ταραγῦλιν” (από το τριγύρω), ενώ στον Πόντο “Ἄυρον” (α- στερητικό+γύρος ή γύρω). Οι αρχαίοι Έλληνες απεικόνιζαν την Ίριδα ως τόξο θεών και ηρώων, ως τον κεστόν ιμάντα της Αφροδίτης, καθώς και ως ζώνη της Ιππολύτης. Η ονομασία καμάρα ή καμάρα του Θεού χρησιμοποιούνταν μόνο στην Αθήνα και δεν έχει καταγραφεί πουθενά αλλού στον κόσμο, εκτός από τους Εσκιμώους (Mackenzie Eskimo) της Βορείου Αμερικής.

Σύμφωνα με τη μυθολογία, η Ίριδα ήταν μια δευτερεύουσα θεότητα του Ολύμπου με ρόλο αγγελιαφόρου. Στο πέταγμά της σχημάτιζε στον ουρανό τα επτά χρώματα του ουρανίου τόξου. Όπως αναφέρει ο Ησίοδος, όταν δύο θεοί μάλωναν και ο Δίας δεν μπορούσε να κρίνει ποιος έλεγε την αλήθεια, έστελνε την Ίριδα να φέρει από τον Άδη λίγο από το ιερό νερό της Στυγός σε χρυσό αμφορέα, για να πάρουν δεινό όρκο. Ο Όρκος ήταν η θεότητα που τιμωρούσε τους ψευδορκούντες και τους επιόρκους, είτε αυτοί ήταν θνητοί είτε θεοί.

Στο νερό της Στυγός είχε βουτήξει η Θέτις, η αρχηγός των 49 αδελφών της Νηρηίδων (νυμφών Νεράιδων), τον νεογέννητο γιο της Αχιλλέα, καρπό του γάμου της με τον θνητό Πηλέα, για να τον κάνει άτρωτο. Ο Πολίτης αναφέρει ότι το νερό της Στυγός έγινε αργότερα γνωστό και ως Δρακονέρι. Οι αρχαίοι ελληνικοί μύθοι απεικόνιζαν την Ίριδα με κεφαλή ταύρου, ενώ συνέκλιναν με ξένες δοξασίες ότι αναρροφούσε το νερό ποταμών και λιμνών, συχνά παρασύροντας ανθρώπους και ζώα, και το διοχέτευε στα σύννεφα ή στα ανάκτορα των νεφών.


 

*Καθ’ ὁδὸν βρίσκεις τὸν Ὀδυσσέα σου, καὶ πάλι ζήτημα εἶναι. Θέλει νὰ κοιμᾶσαι μ’ ἀνοιχτὰ πανιὰ καὶ μ’ ἀνεβασμένη τὴν ἄγκυρά σου.

«Ἐκ τοῦ πλησίον» (1998)
Ὀδυσσέας Ἐλύτης

Οι απόψεις που αναφέρονται στο κείμενο είναι προσωπικές του αρθρογράφου και δεν εκφράζουν απαραίτητα τη θέση του SLpress.gr

Απαγορεύεται η αναδημοσίευση του άρθρου από άλλες ιστοσελίδες χωρίς άδεια του SLpress.gr. Επιτρέπεται η αναδημοσίευση των 2-3 πρώτων παραγράφων με την προσθήκη ενεργού link για την ανάγνωση της συνέχειας στο SLpress.gr. Οι παραβάτες θα αντιμετωπίσουν νομικά μέτρα.

Ακολουθήστε το SLpress.gr στο Google News και μείνετε ενημερωμένοι

Kαταθέστε το σχολιό σας. Eνημερώνουμε ότι τα υβριστικά σχόλια θα διαγράφονται.

0 ΣΧΟΛΙΑ
Παλιότερα
Νεότερα Με τις περισσότερες ψήφους
Σχόλια εντός κειμένου
Δες όλα τα σχόλια
0
Kαταθέστε το σχολιό σαςx