Κριτική σε βιβλίο-συνηγορία για τη Συμφωνία των Πρεσπών

Γιάννης Θεοχάρης
1075
Τι κρύβει το σενάριο για δημοψήφισμα και στην Ελλάδα, Νεφέλη Λυγερού

Λίγες μέρες πριν οι δύο υπουργοί Εξωτερικών υπογράψουν τη Συμφωνία των Πρεσπών (Κυριακή 17.06.18) διάβασα το βιβλίο των Κωστή Καρπόζηλου και Δημήτρη Χριστόπουλου, «10+1 ερωτήσεις και απαντήσεις για το Μακεδονικό», (εκδ. Πόλις, 2018). Η περιέργειά μου για το περιεχόμενο του βιβλίου προκλήθηκε από ένα σχόλιο φίλου στο Facebook, o οποίος χαρακτήρισε τη συγκεκριμένη έκδοση «μελέτη με ψύχραιμη ματιά».

Τα όσα ακολουθούν δεν αποτελούν μία αναλυτική πραγμάτευση του περιεχομένου του βιβλίου, αλλά σταχυολόγηση σημείων που σκιαγραφούν τη στοχοθεσία και μεθοδολογία των συγγραφέων. Φιλοδοξία του βιβλίου, κατά τους συγγραφείς, είναι η παρουσίαση του ζητήματος κατά τρόπο όχι αυστηρά επιστημονικό, αλλά απλό, ώστε να διαλυθούν μύθοι, να αποκαλυφθούν αλήθειες και να θεραπευθεί η ελληνική κοινωνία από τραύματα και φοβίες.

Πράγματι, η ψυχαναλυτική θεώρηση απαντά σε όλη την έκδοση. Στο τέλος, μάλιστα, οι συγγραφείς χαρακτηρίζουν την έως σήμερα ελληνική στάση στο Μακεδονικό παράλογη και εδραιωμένη σε φοβίες. Από την άλλη, η σημασία των τεκμηρίων και της κριτικής διάθεσης τονίζεται εξαρχής στην αφιέρωσή τους σε όσους ανέπτυξαν τέτοιο λόγο μετά την εκδήλωση του Μακεδονικού προβλήματος.

Οι Καρπόζηλος και Χριστόπουλος προσκομίζουν ως ιστορικά τεκμήρια για την αναγνώριση εκ μέρους Ελλήνων του μακεδονικού έθνους δύο λογοτεχνικά αποσπάσματα (σελ. 40-41), τα οποία ακούγονται συχνά στην επιχειρηματολογία όσων αναγνωρίζουν τον Μακεδονισμό των γειτόνων (ακόμη και από τον ίδιο τον πρωθυπουργό στη Βουλή κατά τη συζήτηση για την πρόταση δυσπιστίας της ΝΔ τη 16.06.18).

Μακεντόν ορτοντόξ

Το πρώτο είναι ένα απόσπασμα από τη «Ζωή εν Τάφω» του Στρατή Μυριβήλη. Πρόκειται για τη διαμονή του μυθιστορηματικού ήρωα (στην πραγματικότητα του ίδιου του Μυριβήλη) σε ένα σπίτι στο χωριό Βελούσινα (σήμερα στην ΠΓΔΜ) το 1918. Η αναφορά είναι πλέον αρκετά γνωστή: «Αυτοί εδώ οι χωριάτες, που τη γλώσσα τους την καταλαβαίνουν περίφημα κι οι Βουλγάροι κι οι Σέρβοι, αντιπαθούνε τους πρώτους γιατί τους πήρανε τα παιδιά τους στο στρατό. Μισούν τους δεύτερους που τους κακομεταχειρίζουνται για Βουλγάρους. Και κοιτάνε με αρκετά συμπαθητική περιέργεια εμάς τους περαστικούς Ρωμιούς επειδή είμαστε οι γνήσιοι πνευματικοί υπήκοοι του Πατρίκ, δηλαδή του “Ορθόδοξου Πατριάρχη της Πόλης”.

Γιατί η ιδέα του απλώνεται ακόμα, τυλιγμένη μέσα σε μια θαμπή μυστικοπάθεια πολύ παράξενη, πάνου σ’ αυτό τον απλοϊκό χριστιανικό κόσμο. Έπειτα οι τάφοι των παλιών τους προεστών έχουνε πάνω στις πέτρες σκαλισμένα ελληνικά γράμματα. Τα ίδια γράμματα που ’ναι γραμμένα πάνου στα σκεβρωμένα κονίσματά τους, και στα παλιά εκκλησιαστικά βιβλία των εκκλησιών τους. Ωστόσο, δε θέλουν να ’ναι μήτε “Μπουλγκάρ” [Βούλγαροι], μήτε “Σρρπ” [Σέρβοι], μήτε “Γκρρτς” [Έλληνες]. Μοναχά “Μακεντόν ορτοντόξ”».

Στο απόσπασμα που παραθέτουν οι συγγραφείς έχει αφαιρεθεί (με τη χρήση, βέβαια, των αποσιωπητικών) τμήμα, όπου γίνεται αναφορά στην κατά την ελληνορθόδοξη παράδοση θρησκευτική ζωή αυτής της κοινότητας («Γιατί η ιδέα του …βιβλία των εκκλησιών τους»). Το σχόλιο του Μυριβήλη αποτελεί πράγματι μία μαρτυρία που εμπίπτει στο ζήτημα αυτοπροσδιορισμού των «Μακεντόν ορτοντόξ».

Ρούμ μιλλέτ

Ωστόσο, ο εν λόγω αυτοπροσδιορισμός μαρτυρείται σε ένα πλαίσιο εντελώς διαφορετικό από τον εθνικισμό του 19ου και 20ού αιώνα: η κοινότητα των «Μακεντόν ορτοντόξ» ανήκει ακόμη στο ρούμ μιλλέτ, δηλαδή στους Ρωμιούς, τους ορθόδοξους χριστιανούς της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας που αναγνώριζαν τον Οικουμενικό Πατριάρχη ως μιλλέτ μπασή («εθνάρχη»), λίγα χρόνια μετά την απώλεια του οθωμανικού ελέγχου στην περιοχή.

Πρόκειται, με άλλα λόγια, για μαρτυρία ύπαρξης μίας ομάδας που το 1918 ακόμη αυτοπροσδιορίζεται σε ένα μεσαιωνικό πλαίσιο, όντας πάνω απ’ όλα μέλη του ρουμ μιλλέτ. Σε αυτό το προ-εθνικό στάδιο η θρησκευτική ταυτότητα παραμένει το βασικό κριτήριο αυτοπροσδιορισμού για τους σλαβόφωνους χριστιανούς χωρικούς της Βελούσινας.

Οι τελευταίοι, κατά τον Μυριβήλη, δεν συντονίζονται με τον αναδυόμενο βαλκανικό εθνικισμό: εχθρεύονται τους Σέρβους και τους Βουλγάρους, συμπαθώντας, όμως, τους περαστικούς Έλληνες στρατιώτες, ακριβώς λόγω αυτής της προσήλωσής τους στον Πατριάρχη. Oι «Μακεντόν ορτοντόξ» είναι Ορθόδοξοι της Μακεδονίας, Ρωμιοί (Rum) ενός μακρύ Μεσαίωνα που αγγίζει τον 20ό αιώνα.

Τα Μυστικά του Βάλτου

Το δεύτερο απόσπασμα είναι η αναφορά της Πηνελόπης Δέλτα για τη Μακεδονία και τη μακεδονική γλώσσα στα «Μυστικά του βάλτου»: «Ήταν ένα κράμα όλων των βαλκανικών εθνικοτήτων τότε η Μακεδονία. Έλληνες, Βούλγαροι, Ρουμάνοι, Σέρβοι, Αλβανοί, Χριστιανοί και Μουσουλμάνοι, ζούσαν φύρδην μίγδην κάτω από τον βαρύ ζυγό των Τούρκων. Η γλώσσα τους ήταν η ίδια, μακεδονίτικη, ένα κράμα και αυτή από σλαβικά και ελληνικά, ανακατωμένα με λέξεις τούρκικες».

Σύμφωνα με τη Δέλτα, λοιπόν, υπάρχει ένας κοινός γλωσσικός παρονομαστής (η «μακεδονίτικη» γλώσσα) σε όλη τη Μακεδονία. Το σχόλιο της συγγραφέως είναι ανακριβές από κάθε άποψη διότι η «μακεδονίτικη» δεν έχει τα συστατικά χαρακτηριστικά που παρουσιάζονται στο μυθιστόρημα. Το κυριότερο είναι ότι αυτή δεν ομιλούνταν από τις πληθυσμιακές ομάδες της Μακεδονίας (εθνικές, εθνοτικές, θρησκευτικές), τις οποίες η Δέλτα παραθέτει αδιακρίτως. Εν προκειμένω, έγινε επίκληση στο επιχείρημα μίας εκπροσώπου της λεγόμενης εθνικής γραμμής, ώστε να υποβαθμιστεί η αξιοπιστία όσων δεν αναγνωρίζουν την ύπαρξη μακεδονικής γλώσσας και έθνους στην επίμαχη περιοχή.

Επιστημονική αυτοϋπονόμευση

Σε άλλο σημείο (σελ. 65) οι συγγραφείς ανατρέχουν στο παράδειγμα του Γεωργίου Μπαμπινιώτη, προκειμένου να παρουσιάσουν την απαξιωτική στάση της Ελλάδας απέναντι στην ΠΓΔΜ με τη χρήση της λέξη «κρατίδιο». Οι συγγραφείς, έχοντας σημειώσει ότι στο γνωστό Λεξικό του Μπαμπινιώτη περιλήφθηκε ο μειωτικός ορισμός της λέξης «κρατίδιο» με το παράδειγμα των Σκοπίων, χαρακτηρίζουν την ενέργεια του λεξικογράφου ως «λαθροχειρία» και «επιστημονική αυτοϋπονόμευση». Εκλαμβάνω τους ανωτέρω χαρακτηρισμούς απέναντι στο πρόσωπο του Έλληνα γλωσσολόγου ως ενδείξεις προκατάληψης.

Αν ο εθνικός κανόνας καθόριζε την επιστημονική εργασία του Μπαμπινιώτη με τη λέξη «κρατίδιο», τότε γιατί αυτός ενσωμάτωσε στην πρώτη έκδοση του λεξικού του τη λέξη «Βούλγαρος», η οποία παλαιότερα είχε θεωρηθεί απαξιωτική για τους Βορειοελλαδίτες και εν τέλει αφαιρέθηκε μετά από δικαστικό αγώνα σε βάρος του;

Όπως και να ’χει, εν προκειμένω η επιστημονική αυτοϋπονόμευση περιγράφει τους ίδιους τους συγγραφείς και όχι τον Μπαμπινιώτη, ο οποίος με τη εργασία του δεν κατέγραψε τις ιδεολογικές του θέσεις για το Μακεδονικό, αλλά το πραγματικό γλωσσικό περιβάλλον των χρηστών της γλώσσας που χρησιμοποιούν ένα υποκοριστικό με μειωτική στόχευση.

Εκλαϊκευμένη γνώση

Στο επιλογικό σημείωμα βρέθηκα αντιμέτωπος με έναν καταιγισμό αρνητικών χαρακτηρισμών για την έως σήμερα ελληνική στάση για το Μακεδονικό. Σε μία παράγραφο (σελ. 91-92) διαβάζουμε (δηλώνεται μέσω μίας υποτιθέμενης αποστροφής προς τους Έλληνες των θεμελιωτών της έως τώρα εθνικής γραμμής) ότι οι πολίτες είναι καλύτερο να είναι «ανώριμοι, άσχετοι, αστοιχείωτοι», ενώ τα επικριτικά σχόλια συμπληρώνονται από λέξεις όπως «αυταρχικός», «άγνοια», «μεροληψία», «φόβος».

Και η απορία μου: πώς οι συγγραφείς, που κατηγορούν αυτούς που αντιδρούν στον γειτονικό Μακεδονισμό για αφόρητο πατερναλιστικό ύφος, σηκώνουν το δάκτυλο με τέτοια ευκολία και απευθύνουν τέτοιους χαρακτηρισμούς, έχοντας την πεποίθηση ότι κατέχουν την αλήθεια, πόσο δε μάλλον μετά από τις ανωτέρω λογικές πλάνες;

Προφανώς, πραγματοποιούν το ίδιο λάθος, για το οποίο κατηγορούν τους απέναντι και ο λόγος τους ξεδιπλώνεται ως καθαρά πολιτικός και μάλιστα πολωτικός. Και μέσα σε όλα αυτά υπάρχουν γλωσσικές επιλογές που μαρτυρούν μη αντικειμενική τοποθέτηση. Για παράδειγμα, στη σελ. 92 το επιχείρημα που χρησιμοποιείται στη γειτονική χώρα («έχουμε δίκιο επειδή είμαστε Μακεδόνες») δεν χαρακτηρίζεται ίδιο, αλλά παρόμοιο με το επιχείρημα «έχουμε δίκιο γιατί είμαστε Έλληνες».

Είναι σαφές ότι σήμερα η Μακεδονία είναι ένα κοινό κάτοπτρο για τους Έλληνες και τους κατοίκους της ΠΓΔΜ. Με το βιβλίο αυτό ανέμενα την παρουσίαση του ειδώλου που βλέπουν οι μεν και οι δε στον καθρέπτη. Για την έλλειψη αυτή δεν θα μπορούσα να κατηγορήσω τους συγγραφείς, αφού οι ίδιοι αξιολόγησαν διαφορετικά από εμένα τους στόχους της δημοσίευσής τους. Παρά ταύτα, θα ήθελα να σχολιάσω ότι οι δυο τους θα έπρεπε να γνωρίζουν, ως ερευνητές νέας γενιάς, πως η απόσταση ανάμεσα στην επιστήμη και την εκλαϊκευμένη γνώση (ή ακόμη και την ποπ κουλτούρα) είναι μεγαλύτερη από αυτήν που πολλοί θα ήθελαν να είναι.

  • Οι απόψεις που αναφέρονται στο κείμενο είναι προσωπικές του αρθρογράφου και δεν εκφράζουν απαραίτητα τη θέση του SLpress.gr
  • Απαγορεύεται η αναδημοσίευση του άρθρου από άλλες ιστοσελίδες χωρίς άδεια του SLpress.gr. Επιτρέπεται η αναδημοσίευση των 2-3 πρώτων παραγράφων με την προσθήκη ενεργού link για την ανάγνωση της συνέχειας στο SLpress.gr. Οι παραβάτες θα αντιμετωπίσουν νομικά μέτρα.