Μ. Θεοφυλακτόπουλος: Ο ζωγράφος που απέδωσε εικαστικά την Ελλάδα της Μεταπολίτευσης
25/06/2026
Επεισόδια από το μέλλον – η Ελλάδα του γκρίζου (Μάκης Θεοφυλακτόπουλος). «Το πρόβλημα στη τέχνη δεν είναι ότι όλα πλέον έχουν ειπωθεί, αλλά ότι επαναλαμβάνονται με αξιώσεις πρωτοτυπίας», Γιάννης Χ. Παπαϊωάννου.
Κάθε αποχώρηση μεγάλου δημιουργού μάς επιτρέπει, ή μάλλον επιβάλλει να ξανασυζητήσουμε το θέμα της τέχνης μας και εν προκειμένω της ζωγραφικής με μεγαλύτερη αποστασιοποίηση. Επειδή ο Μάκης (1939-24/6/2023) μπορεί να έφυγε, ο Θεοφυλακτόπουλος όμως όχι. Αφού το έργο του είναι περισσότερο παρόν από ποτέ (τι κρίμα πάντως που το Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης δεν εκθέτει ούτε έναν πίνακα του και η Πινακοθήκη έναν πολύ παλιό, αγορά του Παπαστάμου)!
Πιο συγκεκριμένα, ο Θεοφυλακτόπουλος έδωσε από νέος καινούργιο περιεχόμενο, πιο υπαρξιακό-υπαρκτικό, στην έννοια του ιθαγενούς εξπρεσιονισμού. Για αυτό και τον ταυτίζω, τόσο κατηγορηματικά, με τον Γεώργιο Μπουζιάνη.
Είναι χαρακτηριστικό, τέλος, πως ενώ η γενιά του ’60, δηλαδή ο Κεσσανλής, ο Κανιάρης αλλά κι ο Καράς, ο Δεκουλάκος, ο Τσόκλης, ο Κοντός, ο Στεφόπουλος, ακόμη και ο λίγο μεγαλύτερος τους Γαΐτης, επηρεασμένοι κυρίως από τον Γιάννη Σπυρόπουλο, πειραματίστηκαν ως νέοι, και κατά το μάλλον ή ήττον επιτυχημένα, με την αφαίρεση και το informel, ο νέος Μάκης Θεοφυλακτόπουλος καινοτόμησε εν κρυπτώ. Προτείνοντας αυτή την μοναχική φιγούρα-σκιά που στέκεται μονοκόμματη σ’ ένα υδαρές περιβάλλον, ή τρέχει πάνω σε μία μηχανή, νωρίς το πρωί ή αργά το βράδυ στους ερήμους δρόμους, σηματοδότησε μιαν εντελώς καινούργια αισθητική.
Είμαι απολύτως ενδεικτικό ότι και ο μετέπειτα ηδονιστής και γλυκερός Φασιανός, στα νεανικά του έργα, αυτά του ’60 – όπως τα βρήκα στο αρχείο Γ. Βογιατζή – ακολούθησε μιαν ανάλογα δραματική-αναρχική φόρμα. Δηλαδή υπήρξε εξπρεσιονιστής όσο ήταν και ο Κοκκινίδης, ο Μυταράς, ο Μπότσογλου κ.α. Το θέμα είναι ότι οι Φασιανός, Μυταράς εκμαυλίστηκαν γρήγορα από την εύκολη, την εμπορική επιτυχία καθιστώντας το εξπρεσιονιστικό δράμα καρικατούρα, ενώ ο Μάκης Θεοφυλακτόπουλος δεν ενέδωσε. Δεν προέβη σε αισθητικές παραχωρήσεις.
Ο καινοτόμος Θεοφυλακτόπουλος
Απέναντι, τώρα, στην “ηλιόλουστη”, ελυτική γενιά του ’30, ή τα χαριτωμένα όσο και ευφυή πλαστικά ευρήματα της γενιάς του ’60 – ο Κανιάρης αποτελεί εξαίρεση όπως εξάλλου ο Δανιήλ κι ο Διαμαντής Διαμαντόπουλος – ο Θεοφυλακτόπουλος, πολιτικοποιημένος, αλλά όχι κομματικοποιημένος, απέδωσε ασύγκριτα την Ελλάδα της χούντας και του γκρίζου. Όπως κι εκείνη της νευρωτικής και χυδαία ψευτοαισιόδοξης Μεταπολίτευσης. Κι όλα αυτά απλώς αποστασιοποιούμενος από το κυρίαρχο δήθεν. Για αυτό είναι μεγάλος. Μια από τις τύχες της ζωής μου ήταν όταν έπεισα τον Μάκη να δείξουμε τα τελευταία έργα του στην Δημοτική Πινακοθήκη Αλίμου. Έναν χρόνο πριν τον θάνατο του.
ΥΓ 1. Πολύ πρόσφατα φωτογράφισα στην Δημοτική Πινακοθήκη της Καλαμάτας αφηρημένους πίνακες του Καρά και του Τσόκλη από την καθοριστική για την τέχνη μας, δεκαετία του ’60. Το περίεργο πάντως είναι πως ο Δανιήλ ενώ ξεκίνησε ως ρεαλιστής, διατύπωσε με πολύ έγκυρο και πνευματώδη τρόπο τη δική του πρόταση στο abstrait με τα έργα της ωριμότητας του. Κατά την άποψη μου, τέλος, πιο έγκυρος συνεχιστής του Μάκη είναι ο Κυριάκος Μορταράκος.
Μία μεγάλη ομαδική έκθεση, σκέφτομαι, που σχηματικά θα λεγόταν “Από τον Μπουζιάνη στον Θεοφυλακτόπουλο” θα έλυνε πολλές απορίες καθώς θα παρουσίαζε ένα πολύ ενδιαφέρον φάσμα, άγνωστο, της νεοελληνικής τέχνης, διαφορετικό από τις κυρίαρχες σήμερα μόδες και τα κοινωνικά, πλην αγράμματα, παιχνίδια δημόσιων ή ιδιωτικών μουσείων.
ΥΓ 2. Για τον Μάκη ισχύει απόλυτα κάτι που έχει γράψει ο φίλος Γιάννης Χ. Παπαϊωάννου: “Η πιο κρίσιμη περίοδος της εφηβείας εμφανίζεται στα γηρατειά!” (Βραχυγραφίες, εκδ. Δίαυλος 2023).





