Μάνος Ελευθερίου: Ο ποιητής που προσκύναγε το χώμα που πατούσε

Βαγγέλης Σαρακινός
1044

«Έφτασα σε μια ηλικία που διασκεδάσεις, γάμοι, βαφτίσια, στρατοδικεία, όχι δικά μου φίλων μου, λογής-λογής διαδηλώσεις, έρωτες, πάθη, διαβάσματα, θέατρα, κινηματογράφοι, όλα αυτά που συνθέτουν τη ζωή ενός ανθρώπου, μού φαίνονται τώρα σαν να έγιναν όλα μαζί χθες το βράδυ. Συμπυκνώθηκε ο χρόνος».

Έτσι απαντούσε ο Μάνος Ελευθερίου στην συνέντευξη που έδωσε (24/03/2018) στην Εφημερίδα των Συντακτών, όταν ρωτήθηκε για την συνήθεια που είχε τελευταία να μοιράζει πολύτιμα πράγματά του σε μουσεία και ιδρύματα, αφού είχε πει προηγουμένως «μεγάλωσα».

Και είναι αλήθεια. Χθες το βράδυ συμπυκνώθηκε ο χρόνος, αφού στην είδηση του θανάτου του Μάνου Ελευθερίου, τρεις γενιές Ελλήνων ένιωσαν την απώλεια ενός μεγάλου δημιουργού, που ο καθένας γνώριζε για κάποιο έργο του. Ποιος αλήθεια δεν πήρε εκείνο «το τρένο που φεύγει στις οκτώ», ποιος δεν ρώτησε να μάθει για τον «Άγιο Φεβρουάριο», τότε που «άλλος για Χίο τράβηξε κι άλλος για Μυτιλήνη». Κι εκείνα τα «Μαλαματένια λόγια» ποιος δεν τα άκουσε στην «Θητεία» του, πριν η ζωή του γίνει «Δίκοπη» κι αρχίσει να τραγουδά «Τροπάρια για φονιάδες».

Πίσω από όλα αυτά είναι ο Μάνος Ελευθερίου, ένας αεικίνητος έφηβος και ακάματος δημιουργός μέχρι την τελευταία ώρα του. Ευγενικός και ευαίσθητος, πάντα με το κασκέτο του, που όπως ο ίδιος έλεγε, δεν ήταν στιλ, αλλά το φορούσε  για να κρύβει την φαλάκρα που απέκτησε νωρίς.

Ένας νέος απ’ την Σύρα

Ο Μάνος Ελευθερίου γεννήθηκε στην Ερμούπολη της Σύρου. Ο πατέρας του ήταν ναυτικός και σε ηλικία 14 ετών ήρθε με την οικογένειά του  στην Αθήνα. Το 1955 γνώρισε τον Άγγελο Τερζάκη, ο οποίος τον προέτρεψε να παρακολουθήσει, ως ακροατής, μαθήματα στη δραματική σχολή του Εθνικού Θεάτρου. Έναν χρόνο αργότερα φοιτούσε στο τμήμα θεάτρου της Σχολής Σταυράκου.

Το 1960 βρίσκει τον Μάνο Ελευθερίου στα Ιωάννινα να υπηρετεί την  στρατιωτική του θητεία. Εκεί αρχίζει να γράφει θεατρικά έργα και ποιήματα και το 1962, σε ηλικία μόλις 24 ετών, δημοσιεύει την πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο «Συνοικισμός». Η  έκδοση ήταν αυτοχρηματοδοτούμενη και δεν είχε την αναμενόμενη επιτυχία. Στα Ιωάννινα γράφει και τους πρώτους στίχους, ανάμεσά τους και «Το τρένο φεύγει στις 8:00», που αργότερα μελοποίησε ο Μίκης Θεοδωράκης.

Το 1963 άρχισε να εργάζεται στο «Reader’s Digest», όπου παρέμεινε για τα επόμενα δεκαέξι χρόνια, ενώ παραλλήλως κυκλοφόρησε και τα δύο πρώτα βιβλία του με διηγήματα: «Το διευθυντήριο» (1964) και «Η σφαγή» (1965).

Η γνωριμία με την δισκογραφία

Έναν χρόνο αργότερα, το 1964, ο Μάνος Ελευθερίου εμφανίζεται στην ελληνική δισκογραφία, συνεργαζόμενος με τον Χρήστο Λεοντή και τον Μίκη Θεοδωράκη. Η δικτατορία ωστόσο διακόπτει την συνεργασία του με τον Μίκη.

Ακολουθεί η συνεργασία του με τον Δήμο Μούτση (Άγιος Φεβρουάριος, 1971) και με τον Γιάννη Μαρκόπουλο στον δίσκο «Θητεία». Αν και η «Θητεία» άρχισε να ηχογραφείται τον Νοέμβριο του 1973, διακόπτεται  από τα γεγονότα του Πολυτεχνείου και κυκλοφορεί τελικά με την  Μεταπολίτευση το 1974.

«Ο Μάνος δεν ήταν μόνο ένας σπουδαίος συγγραφέας, ήταν ένας «ευγενής δημιουργός». Είχε έναν τρόπο να μεταχειρίζεται το λόγο ακόμα και στις πιο σκληρές του εκφράσεις, μ έναν τρόπο που τον χαρακτηρίζει όχι ένας εστετισμός στολισμένος με «δαχτυλίδια και σπαθιά», αλλά μια ευγένεια γεμάτη από «κλαδευτήρια κι αλέτρια» που θάλεγε ο Νίκος ο Γκάτσος», έγραψε αποχαιρετώντας τον ο Δήμος Μούτσης.

Σταθμός η «Δίκοπη Ζωή»   

Ο Μάνος Ελευθερίου συνεργάστηκε σχεδόν με όλους τους Έλληνες συνθέτες. Ανάμεσά τους ο Σταύρος Κουγιουμτζής, ο Θανάσης Γκαϊφύλλιας, ο Μάνος Χατζιδάκις, ο Γιάννης Σπανός, ο Σταμάτης Κραουνάκης, ο Λουκιανός Κηλαηδόνης, ο Αντώνης Βαρδής και πολλοί άλλοι.

Σταθμός της ποιητικής του δημιουργίας ήταν η συνεργασία του με τον Θάνο Μικρούτσικο, στα «Τροπάρια για φονιάδες», το 1977, τέσσερα χρόνια μετά το Πολυτεχνείο και τρία χρόνια από την τραγωδία της Κύπρου και τη πτώση της Χούντας. Πολιτικός και συνάμα λυρικός ο στίχος του Ελευθερίου έδεσε με την μουσική του Μικρούτσικου, εκφράζοντας τις αναζητήσεις της γενιάς της Μεταπολίτευσης.

«Με το “ Τρένο για την Κατερίνη”, το “Σεργιάνι μας στον κόσμο” με τα “Λόγια και τα χρόνια τα χαμένα” με τη “Δίκοπη ζωή” και τόσα άλλα ταξιδεύει πια ως ένας άλλος “Άμλετ” στη Σελήνη. Θα θυμάμαι για πάντα Μάνο τις εξομολογήσεις μας στο τελευταίο μας τηλεφώνημα πριν λίγες μέρες. Θα τις κρατώ καλά φυλαγμένες ανάμεσα στα πολύτιμα της ζωής μου Μάνο μου, γλυκέ μου Μάνο που είσαι πια “πουλί και κυνηγός στις μαύρες λαγκαδιές του Παραδείσου”», έγραψε σήμερα ο Θάνος Μικρούτσικος.

Ο Μάνος Ελευθερίου παραλλήλως έγραφε και εικονογραφούσε παραμύθια για παιδιά, ενώ το 1994 εκδόθηκε η πρώτη νουβέλα του με τίτλο «Το άγγιγμα του χρόνου». Δέκα χρόνια μετά, ήρθε και το πρώτο μυθιστόρημά του, «Ο Καιρός των Χρυσανθέμων», που τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας 2005. Το 2013 βραβεύθηκε για την συνολική προσφορά του από την Ακαδημία Αθηνών.

Όπως όλοι οι μεγάλοι δημιουργοί ο Μάνος Ελευθερίου αγαπούσε τα μικρά πράγματα. Τον καπνό, το ουίσκι, τις ατελείωτες συζητήσεις, το γλυκό σταφύλι που έφτιαχνε μόνος του και τα λιαστά ντοματάκια που κάθε χρόνο, μετά τις διακοπές, έφερνε από το νησί του και χάριζε στους φίλους του. Το ίδιο γενναιόδωρα όπως έδινε και τους στίχους του σε όποιον του ζητούσε, χωρίς να κάνει διακρίσεις ανάμεσα σε έντεχνους και λαϊκούς, άγνωστους ή διάσημους.