Το «Μουσείο της Αθωότητας»

Λίλη Μιχαηλίδου
497
Το

Ήρθε στην προκαθορισμένη ώρα φέρνοντας μαζί του τη δροσιά της Πόλης. Στο δρόμο ζητήσαμε οδηγίες για τη διεύθυνση του μουσείου. Δεν ήταν δύσκολο να το βρούμε. Κατεβήκαμε με προσοχή τα σκαλοπάτια του στενού πεζοδρομίου. Σε μια γωνία στα αριστερά μας, στην οδό Τσουκούρκουμα, ήταν ένα παλιό τρίπατο σπίτι στο χρώμα της πορφύρας, απλό σαν όλα τα άλλα της γειτονιάς, μα με μια μεγάλη διαφορά. στο περιεχόμενο.

Στην είσοδο μια επιγραφή μας προειδοποιούσε: «Όχι φωτογραφίες, ησυχία, σίγαση τηλεφώνων». Είχαν δίκαιο. Μόνο έτσι θα μπορούσαμε να το περιηγηθούμε και να ξαναζήσουμε την ιστορία του Κεμάλ και της Φισούν, ν’ ακολουθήσουμε μια μια τις μέρες των συναντήσεών τους και να νιώσουμε τη μελαγχολία που αναδύεται από κάθε μικρό αντικείμενο που άγγιξαν. σιωπηλά.

Όλα τα αντικείμενα είναι μέρος ενός ογκώδους μυθιστορήματος. Μικρά, καθημερινά αντικείμενα, που μαζεύει ο Κεμάλ επί τριάντα χρόνια. Αντικείμενα που άγγιξαν τα δάχτυλα και τα χείλη της Φισούν, της γυναίκας που δέθηκε μαζί του με ένα ασίγαστο κρυφό πάθος. Ένα μισο-δαγκωμένο χωνάκι παγωτού, ασπρόμαυρες φωτογραφίες, χρωματιστές κορδέλες που έδεναν τα ατίθασα μαλλιά της, ένα πιατάκι με ντολμαδάκια, μερικά μπιμπελό, τέσσερις χιλιάδες διακόσιες δεκατρείς γόπες τσιγάρων, που έμειναν να θυμίζουν αγωνίες, αναμονές, ανήσυχες μας κι ευτυχισμένες στιγμές μετά από ρομαντικούς ή εξαντλητικούς έρωτες. Τα μαζεύει για να βρει παρηγοριά μετά το χωρισμό τους.

Ογδόντα τρεις προθήκες, όσες και τα κεφάλαια του μυθιστορήματος. Ο κάθε ένας από τους τρεις ορόφους αντιπροσωπεύει συγκεκριμένα κεφάλαια του βιβλίου. Ευτελή αντικείμενα, σημειώσεις, καπέλα, ένα λουλουδάτο τσιμπιδάκι μαλλιών, σκουλαρίκια, ζωγραφιές, αλατιέρες, φλιτζανάκια του τσαγιού, του καφέ, ταινίες εποχής, πιατάκια, κουταλάκια και πιρουνάκια, παλιά ρολόγια που οι δείχτες τους ακολουθούν ένα δικό τους χρόνο, τσάντες, παπούτσια φορεμένα από τα λεπτά πόδια της Φισούν, κολιεδάκια που φιλούσαν το λαιμό της. Όλα αποκτούν σημασία γιατί τα άγγιξε εκείνη, γιατί τα μάτια της πέρασαν από πάνω τους. τα μαζεύει για να σφραγίσει μέσα τους τις αναμνήσεις του, γιατί τον παρηγορούν, γιατί δε θέλει να ξεχάσει. Ένιωσα την παλάμη του Χαλίλ στην παλάμη μου, «είναι σαν κιβωτός μνήμης» ψιθύρισε στο αυτί μου, «μιας εποχής που έσβησε…»

Στον τρίτο και τελευταίο όροφο, ένα κρεβάτι, μια καρέκλα, ένα μικρό γραφείο, χαρτιά τοποθετημένα με φροντίδα. Το δωμάτιο, όπου ο πρωταγωνιστής του βιβλίου διηγιόταν την ιστορία του, και ο Ορχάν Παμούκ την κατέγραφε επί εφτά συνεχή χρόνια.

Στάθηκα για λίγο παρακολουθώντας την ταινία που προβαλλόταν στον τοίχο. με γύριζε πίσω στις δεκαετίες του χίλια εννιακόσια εβδομήντα, ογδόντα. Μια νοσταλγία κατέκλυζε το δωμάτιο που, σαν αέρας, με παρέσυρε όπως παρέσυρε τη Φισούν μακριά από τον Κεμάλ. Ήθελα να μείνω λίγο ακόμη, να ξαναδώ μέσα από τα μάτια τους αυτή τη συλλογή που υφαίνει την ιστορία μιας εποχής με την ιστορία του έρωτά τους. Το καμπανάκι όμως μας προειδοποιούσε πως ο χρόνος επισκέψεων είχε τελειώσει. Πίεσα τα πόδια μου να κατεβούν ένα ένα τα σκαλιά των ορόφων.

Έξω ο δρόμος συνέχιζε κατηφορικός. Οι μυρωδιές από τα εστιατόρια της γειτονιάς, μας ακολούθησαν έως το Βόσπορο. Δεκάδες θαλασσοπούλια έκαναν κύκλους πάνω από τα πλοία. Ελευθέρωσα το χέρι μου από το χέρι του Χαλίλ, και πήρα διαφορετική κατεύθυνση στο γυρισμό…

Στο «Μουσείο της Αθωότητας», του Ορχάν Παμούκ
Κωνσταντινούπολη, Οκτώβρης 2014

  • Οι απόψεις που αναφέρονται στο κείμενο είναι προσωπικές του αρθρογράφου και δεν εκφράζουν απαραίτητα τη θέση του SLpress.gr
  • Απαγορεύεται η αναδημοσίευση του άρθρου από άλλες ιστοσελίδες χωρίς άδεια του SLpress.gr. Επιτρέπεται η διακίνηση του άρθρου με την προσθήκη ενεργού link.