Νάπολη: στα χνάρια των ηρωίδων της Φεράντε

Νεφέλη Λυγερού233


+100%-

της Νεφέλης Λυγερού  – 

Η δυναμική της σχέσης των δύο κεντρικών ηρωίδων είναι που έχει αιχμαλωτίσει το αναγνωστικό κοινό της Έλενα Φεράντε, αναδεικνύοντας τα βιβλία της σε εκδοτικό φαινόμενο (στα ελληνικά από τις εκδόσεις Πατάκη). Η συγγραφέας έχει πουλήσει εκατομμύρια αντίτυπα σε όλο τον κόσμο. Η Έλενα Γκρέκο και η Ραφαέλα Τσερούλο, όμως, είναι αδύνατον να αποστασιοποιηθούν από το πολύβουο, γεμάτο εντάσεις σύμπαν τους: από τη μήτρα της Νάπολης!

Η Νάπολη φωλιάζει μέσα τους. Αυτή τη σαγηνευτική και συνάμα άναρχη πόλη καλούνται να αναιρέσουν και, εν τέλει, να αποδεχτούν. Εξάλλου, η τετραλογία της Νάπολης αποτελεί παλίμψηστο μιας συγκεκριμένης κοινωνίας. Ένα γαϊτανάκι βιωμάτων και εικόνων που μπορεί κάποιος να αντιληφθεί εξ ολοκλήρου μόνο εφόσον βρεθεί στην πόλη, περιδιαβεί τα λασπωμένα σοκάκια της και αφουγκραστεί τους ήχους της – άλλοτε γοητευτικούς κι άλλοτε τρομαχτικούς σαν βρυχηθμούς. Αυτοί αναδεικνύονται μέσα από την πρόζα της Φεράντε – στιβαρή,  κελαριστή, αλλά και άμεση.

Έχω ξεχυθεί στο κατόπι των χαρακτήρων που οικειοποιήθηκα. Μετά από μια σύντομη πτήση, βρίσκομαι στο πίσω μέρος ενός ιδιαίτερα βρώμικου ταξί. Ούτε το γεγονός ότι ο οδηγός δεν μιλάει λέξη αγγλικά και δυσκολεύεται να αναγνωρίσει ακόμα και το όνομα του ξενοδοχείου με αποθαρρύνει. Ακούει, άλλωστε, στη διαπασών (και, μαζί του, κι εγώ) μια παλαιά ναπολιτάνικη καντσονέτα, σε μουσική του Giuseppe Cioffi, όπως μου εξηγεί στην τοπική διάλεκτο με έντονη προφορά. Αποκρίνομαι ότι την αναγνώρισα, επιστρατεύοντας, κουτσά στραβά, ό,τι ιταλικά θυμόμουν από αυτά που έμαθα στα εφηβικά μου χρόνια.

Συναρπαστική διαδρομή

Δεν χωράει αμφιβολία! Έχω φτάσει πια στην πόλη για την οποία οι Ιταλοί συνηθίζουν να λένε «Vedi Napoli, e poi muori!» («Τη Νάπολη να δω, κι ας πεθάνω!»). Την πόλη που ο Γκαίτε χαρακτήρισε «φυσικό παράδεισο».

Επέλεξα να μείνω στο ανατολικό άκρο του Lungomare (παραλιακού μετώπου), ακριβώς απέναντι από το Castel dell’ Ovo, το παλαιότερο κάστρο της Νάπολης, που χρονολογείται από τον 12ο αιώνα. Στα δυτικά, η Piazza Vittoria αποτελεί την αφετηρία της Riviera di Chiaia, μιας μεγάλης λεωφόρου που προσφέρει την καλύτερη θέα στον Βεζούβιο, ιδιαίτερα στο ηλιοβασίλεμα.

Αυτή ήταν που είχε επισκεφθεί ένα μεσημέρι η Ελένα, μαθήτρια ακόμα, μαζί με τον πατέρα της. Ήταν η μοναδική στιγμή που οι δυο τους πέρασαν ποιοτικό χρόνο. Η έφηβη αφηγήτρια τον είχε πιάσει περήφανα από το μπράτσο, εκλαμβάνοντας τον περίπατο αυτό ως σπάνια επιβράβευση για τις επιδόσεις της στο σχολείο. Τη βλέπω μπροστά μου να αλλάζει τέσσερα λεωφορεία για να απεγκλωβιστεί για πρώτη φορά από το ασφυκτικό πλαίσιο της γειτονιάς της. Νιώθω το δέος της όταν αντικρίζει την θάλασσα και θαυμάζει την επιβλητική ομορφιά του Βεζούβιου.

Οι φανατικοί αναγνώστες του βιβλίου θα θυμηθούν ότι η Ελένα είχε δοκιμάσει να κάνει την ίδια ακριβώς διαδρομή με τη Λίλα. Τελικά, η Λίλα είχε εγκαταλείψει την προσπάθεια, επιστρέφοντας, ηττημένη, στο σπίτι της. Αυτή της η απόφαση θα αποτελούσε προπομπό όσων θα ακολουθούσαν.

Επίσκεψη στην Ίσκια

Οι χαρακτήρες με στοιχειώνουν ακόμα και όταν ξεχύνομαι στον παραλιακό δρόμο. Μπερδεύονται με τους ντόπιους που βολτάρουν, στολισμένοι, με τα καρότσια, τους συζύγους και τα σκυλιά τους. Απόγευμα Σαββάτου. Απέναντι διακρίνεται η Ίσκια, το ομορφότερο νησί στον Κόλπο της Νάπολης. Δεν αργώ να βγάλω εισιτήριο με το φέρι για εκεί. Αλίμονο!

Μόνο όταν ο ευγενέστατος ταξιδιωτικός πράκτορας διαπιστώνει ότι οι προσπάθειές του να με πείσει να επισκεφτώ «το κοσμοπολίτικό μας Κάπρι» πέφτουν στο κενό, με τοποθετεί σε πολύ συγκεκριμένη κατηγορία: «Α, είστε θαυμάστρια της Φεράντε;» «Μα, πού το καταλάβατε;» ρωτώ απορημένη. «Από το έντονο ενδιαφέρον σας για την Ίσκια. Εμείς την αγαπάμε πολύ, φημίζεται για τα θεραπευτικά νερά της, αλλά συνήθως οι τουρίστες ενδιαφέρονται περισσότερο για το Κάπρι ή το Ποσιτάνο», απαντά.

Πράγματι, όλοι οι παθιασμένοι αναγνώστες της τετραλογίας ενθυμούνται τη σημασία του νησιού αυτού στην πλοκή της ιστορίας. Εκεί ήταν που οι χαρακτήρες αποτόλμησαν το βήμα της ενηλικίωσης. Σε λιγότερο από μισή ώρα είμαι εκεί. Προσπαθώ να ακολουθήσω τα βήματά της Ελένα, προσπαθώ να χωρέσω τέσσερα βιβλία σε λιγοστές ημέρες.

Θαυμάζω το Κάστρο Aragonese, που χτίστηκε σε έναν λόφο κοντά στο νησί περί το 474 π.Χ. Παρατηρώ τους εντυπωσιακούς κήπους La Mortella με τα δεκάδες εξωτικά φυτά από όλο τον κόσμο. Περπατώ στα γραφικά σοκάκια του νησιού και φτάνω στο Μπαράνο, εκεί που τα καλοκαίρια νοίκιαζε κάποια δωμάτια του σπιτιού η οικογένεια Σαρατόρε. Εκεί που φιλοξενήθηκε και η Έλενα.

Ενώ ο ήλιος δύει, φτάνω στον Πύργο Γκουεβάρα και θυμάμαι τη βραδινή βόλτα της Ελένα με το Νίνο, μαθητές ακόμα και οι δύο. Το πρώτο τους αμήχανο φιλί. Το Φόριο στη δυτική ακτή του νησιού μου υπενθυμίζει, όμως, τον θυελλώδη έρωτά που γεννήθηκε μεταξύ του νεαρού Σαρατόρε και της Λίλας.

«Αναθεματισμένοι Αμερικανοί»

Την επόμενη ημέρα έχω επιστρέψει στη Νάπολη και αναζητώ τη γειτονιά των δύο κοριτσιών. Σύντομα, αντιλαμβάνομαι ότι οι πρωταγωνίστριες της Φεράντε μεγάλωσαν και υπάρχουν ακόμα και σήμερα σε όλες τις φτωχογειτονιές όπου βασιλεύει η Καμόρα, η βία της πατριαρχικής οικογένειας, η φτώχεια, η στέρηση και το όνειρο για μια καλύτερη ζωή.

Εκεί που ακόμα και σήμερα οι νοικοκυρές βγαίνουν στα μικροσκοπικά μπαλκονάκια τους για να απλώσουν τη μπουγάδα τους. Εκεί που οι ηλικιωμένες γυναίκες αράζουν με τις ώρες στην καρέκλα τους, μαζί με το πλεκτό τους και χαζεύοντας τους τουρίστες. Με τη σειρά τους, οι τελευταίοι τις φωτογραφίζουν λαίμαργα, σαν να ήταν κάποιο αξιοπερίεργο μνημείο.

Σκόνταψα πάνω σε ένα τέτοιο σκηνικό. Ένα μπουλούκι Αμερικανών απαθανάτιζαν με τα κινητά τους μια «γραφική γιαγιά», η οποία σε κάθε αμήχανο χαμόγελό της άφηνε να φανεί η λειψή οδοντοστοιχία της. Όταν, επιτέλους, απομακρύνθηκαν, εκείνη φώναξε απηυδισμένη στη γειτόνισσα: «Αμάν αυτοί οι αναθεματισμένοι Αμερικάνοι».

Από έναν άλλο λαλίστατο οδηγό ταξί έμαθα για τη σχέση των Αμερικανών με τη Νάπολη. Μια σχέση που αναζωπυρώθηκε μετά την τεράστια εμπορική επιτυχία που σημείωσαν τα βιβλία της Φεράντε στην άλλη άκρη του Ατλαντικού. Το αποτέλεσμα; Έρχονται μιλιούνια από δαύτους. Οι ντόπιοι, μάλιστα, μαλαγάνες και λυσσασμένοι για ένα χαρτζιλίκι, έχουν οργανώσει και «τουρ Φεράντε», ξεναγώντας τους τουρίστες σε όλα τα hot spot του βιβλίου. Ένα άτυπο, μεμονωμένο τουρ δεν κάνω, άλλωστε, και εγώ, κρυφοκοιτάζοντας κάθε τεράστιο cancello (καγκελόπορτα) και παρατηρώντας τις «μικρές πολιτείες» που κρύβονται πίσω από αυτό;

Φως και σκοτάδι αγκαλιά

Αντικρίζω ένα άγαλμα της προστάτιδας Madonna μέσα από μια τέτοια καγκελόπορτα, και η καρδιά μου χτυπάει δυνατά. Μια κλασική Ναπολιτάνα έχει ανοιχτή την πόρτα και μπορώ να δω το βασίλειο της κουζίνας της. Ξεπηδούν όλοι οι δευτεραγωνιστές που δίνουν ζωή στην τετραλογία με τις περιπέτειες και το προδιαγεγραμμένο ριζικό τους.

Βλέπω όλους εκείνους που έμπλεξαν τα όνειρα και τις ζωές τους με τις δύο φίλες, στο πρόσωπο των παιδιών που παίζουν ποδόσφαιρο, στις ταλαιπωρημένες γυναίκες στα μπαλκόνια με τα απλωμένα σεντόνια, στις πληθωρικές κυρίες που κατεβάζουν το καλαθάκι με σπάγκο για να παραλάβουν τα ψώνια τους. Τους βλέπω και στα πρόσωπα των γυναικών που κάνουν πεζοδρόμιο, στα ναρκωτικά, στο λαθρεμπόριο και το πρόσφορο έδαφος για την Καμόρα.

Φτάνω στον Κεντρικό Σταθμό, δίπλα στην Piazza Garibaldi. Την πλατεία όπου έχει διασχίσει τόσες και τόσες φορές η Ελένα, αλλά και η ίδια η Φεράντε. Χαζεύω στη γειτονική Spaccanapoli, το ιστορικό κέντρο της πόλης που σπάει στα δύο την πόλη. Η φωτεινή και η σκοτεινή πλευρά της Νάπολης, άλλωστε, συνυπάρχουν αγκαλιασμένες, όπως ακριβώς και οι δύο ηρωίδες. Αποτελούν alter ego η μία της άλλης, ακριβώς όπως και οι δύο ηρωίδες.

Ατίθαση πόλη

Φτάνω στην Piazza dei Martiri, εκεί όπου έδιναν ραντεβού οι βασικοί χαρακτήρες, μαθητές ακόμα, τα απογεύματα του Σαββάτου. Περνάω από το βιβλιοπωλείο Feltrinelli, το αγαπημένο στέκι της ενήλικης, πια, Ελένα. Χαζεύω τις βιτρίνες στη Via dei Mille. Τις ίδιες που θαύμαζε και η Λίλα αμέσως μετά τον γάμο της με τον Στέφανο, τότε που είχε μεταμορφωθεί σε σταρ του σινεμά. Τρώω την πίτσα φρίτα στο χέρι και φτάνω μέχρι και τη Via Mezzocznnone. Εκεί είχε πιάσει την πρώτη της δουλειά η Ελένα, μετά από πιέσεις της μητέρας της.

Αγοράζω για ενθύμιο μια Pulcinella. Είναι η μάσκα που συμβολίζει τον φτωχό μα χαρούμενο άνθρωπο. Τον λυπημένο μα αισιόδοξο, εκείνον που αντεπεξέρχεται στις αναποδιές με χαμόγελο και στωικότητα. Έχω κοιτάξει πια την πόλη κατάματα και συνειδητοποιώ ότι και αυτή μου έχει συστηθεί χωρίς λογοτεχνικά τεχνάσματα.

Καταλαβαίνω πόσο πολύ έχει αγαπήσει τη Νάπολη η Φεράντε. Μια αγάπη μέσω της οποίας αποδέχεσαι το φως και το σκοτάδι. Αυτό ακριβώς που υπάρχει στους περισσότερους εξ υμών, αλλά και που αποτελεί το μεδούλι αυτής της ατίθασης πόλης. Της πόλης που σε καλωσορίζει στα σπλάχνα της και την ίδια στιγμή σε απωθεί βιαίως.

bookmark icon