Γιάν Βάις – Ο προφήτης της εξέγερσης

Μάκης Ανδρονόπουλος
247
Γιάν Βάις - Ο προφήτης της εξέγερσης, Μάκης Ανδρονόπουλος

Ο Γιάν Βάις (Jan Weiss, 1892-1972) είναι ο μεγάλος παλιός των τσέχικων γραμμάτων και ταυτόχρονα, ο μεγάλος μάγος του φανταστικού που έχτισε συναρπαστικές αλληγορίες. Έχοντας βιωματική εμπειρία της φρίκης του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου στα στρατόπεδα συγκέντρωσης της Σιβηρίας με κρυοπαγήματα, ακρωτηριασμούς και τυφώδεις πυρετούς, μετέγραψε τους εφιάλτες του σε απτές πραγματικότητες όπου κυριαρχεί η σύγκρουση του καλού με το κακό.

Ο Βάις φτιάχνει και όνειρα, αποδομημένες αντανακλάσεις του πραγματικού, που αποτελούν μια διέξοδο προς το απαγορευμένο, το ανέφικτο. Φτιάχνει και οράματα, παραισθητικές συλλήψεις, ανάποδες πλοκές, όπου το γκροτέσκο κυριαρχεί. Κι αυτό αποτέλεσε το μόνιμο παιγνίδι του, η σύγχυση της πραγματικότητας και με τον εφιάλτη, το όνειρο, το όραμα. Ανεξάρτητα όμως από την υφή της φαντασιακής του αφήγησης υπάρχει πάντα μια υποδόρια ορθολογική εξήγηση, ένα νήμα που ενώνει τον παραλογισμό της πραγματικότητας με τη λογική της ελπίδας.

Ο Βάις έζησε τον πρώτο πόλεμο και κατάλαβε ότι η φρίκη θα είχε συνέχεια. Είναι ένας εμβριθής εκφραστής της σκοτεινής πλευράς της εποχής του μεσοπολέμου, όταν δηλαδή στο παρασκήνιο των «τρελλών χρόνων» κατασκευάζονταν οι μεγάλοι ολοκληρωτισμοί. Είναι ταυτόχρονα ένας φωτισμένος προφήτης του μέλλοντος, που θέτει σε ανύποπτο χρόνο τα μεγάλα ερωτηματικά των σχέσεων της τεχνολογίας με την εξουσία, της ανεκτικής πολυπολιτισμικής κοινωνίας με τον ολοκληρωτισμό, των αποσαρθρωμένων κοινωνικών μηχανισμών με το αίσθημα της καταπίεσης.

Ειδικά αυτό το τελευταίο αίσθημα της καταπίεσης και του αδιεξόδου είναι που σπρώχνει το μυαλό του Βάις στο φανταστικό. Δεν πρόκειται όμως για μια φυγή στην τρέλα, γιατί ο Βάις θεωρεί ότι το όνειρο φτιάχνει πραγματικότητες, που μπορούν να οδηγήσουν στην εξέγερση. Στην ουσία το έργο του κινείται σε τρεις συντεταγμένες, τη φρίκη του πολέμου, την τεχνολογία και την πολιτική εξουσία. Κοινός παρανομαστής της αγωνίας του, το μεγάλο δίλημμα: η καταπίεση θα οδηγήσει στη βία και τη βαρβαρότητα ή στην εξέγερση;

Αλλαγή πατρίδας

Ο Γιάν Βάις ήταν το δεύτερο από τα τρία παιδιά του Γιόζεφ Βάις και της Φιλομένα Ρίχτερ. Γεννήθηκε στις 10 Μαΐου του 1892 στο Ζιλεμνίτσε (Jilemnice), μια μικρή κωμόπολη της Σουδητίας στη βόρεια Βοημία κοντά στα πολωνικά σύνορα. Στην περιοχή κατοικούσαν γερμανικοί πληθυσμοί (Σουδήτες) μέχρι το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, γι’ αυτό και η πόλη είχε και τη γερμανική ονομασία Starkenbach.

To Ζιλεμνίτσε δίπλα στον δρυμό Κρκονόσκυ Ναρόντυ, σε υψόμετρο 464 μέτρων, έβλεπε τα Όρη των Γιγάντων, όπου από τα τέλη του 19ου αιώνα δημιουργείται μια μεγάλη παράδοση στο σκι. Η μικρή αυτή πόλη είναι γενέτειρα, εκτός του Γιάν Βάις, του σπουδαίου χημικού Γιόζεφ Χάνους (1878 – 1952), του επικού ποιητή Γιαροσλάβ Χάβλιτσεκ (1896 – 1943) που έλαμψε στον Μεσοπόλεμο με τα περίφημα ποιήματά του «Ο αόρατος», «Οι λάμπες παραφίνης» και «Μπάρμπορα Χλάβσοβα», καθώς και πατρίδα του μεγάλου Τσέχου φωτογράφου Ζντένκο Φέιφαρ (1913).

Σε ηλικία πέντε ετών ο Γιάν θα χάσει τη μητέρα του. Ο πατέρας του θα παντρευτεί μια γερμανίδα, με την οποία θα κάνει άλλα τρία παιδιά. Η μητριά του όμως δεν θα κάνει διακρίσεις ανάμεσα στα παιδιά. Την εποχή που γεννήθηκε ο Γιάν Βάις, στην πόλη ανθεί η κλωστοϋφαντουργία, όμως η οικογένειά του ασχολείται με την υποδηματοποιία από την εποχή του προπάππου του.

Ο πατέρας του που ήταν γνωστός στην πόλη ως «Μονάρχης», εξελίχθηκε δημιουργώντας μια επιχείρηση κοπής δέρματος και διατηρούσε μαγαζί και από πάνω έμεναν οι Βάις. Στα χρόνια της εφηβείας, ο Γιάν με τον εξάδελφό του γνωρίστηκαν με ταραχοποιούς της περιοχής και συμμετείχαν στις τοπικές νεανικές συμμορίες. Το 1913 τελειώνει το Γυμνάσιο και ξεκινάει νομικές σπουδές στη Βιέννη. Θα συμπληρώσει μόλις δύο εξάμηνα σπουδών, καθώς με το ξέσπασμα του μεγάλου πολέμου το 1914 υποχρεώνεται να πάει στο μέτωπο.

Η απόγνωση του πολέμου

Το 1916 αιχμαλωτίζεται από τα στρατεύματα του Τσάρου και μεταφέρεται στο στρατόπεδο συγκέντρωσης POW στο Tarnopol, όπου θα συλλάβει τις ιστορίες του πρώτου του βιβλίου «Η καλύβα του θανάτου» και οι οποίες αντικατοπτρίζουν την απόγνωση του πολέμου. Το 1917, η διοίκηση του ρωσικού στρατού τον μετακινεί στο στρατόπεδο Berezkova στη Σιβηρία όπου θα ζήσει δύο φριχτά χρόνια.

Θα υποστεί κρυοπαγήματα με αποτέλεσμα να ακρωτηριασθεί στα δάκτυλα των ποδιών, ενώ θα προσβληθεί και από τυφώδη πυρετό. Το 1918, στο Žitomír γράφει τις πρώτες πρόζες του που βασίζονται στα βιώματα των στρατοπέδων συγκέντρωσης. Εκείνη την περίοδο θα φθάσει στη Ρωσία ένα Βοημός φιλόσοφος και πολιτικός, ο Τόμας Γκάριγκ Μάζαρικ, ο οποίος με τις ευλογίες της Βρετανίας θα συγκροτήσει τις τσέχικες λεγεώνες, κυρίως από τις χιλιάδες των αιχμαλώτων πολέμου, που θα πολεμήσουν στο πλευρό των Συμμάχων με στόχο την ανεξαρτησία της Τσεχίας.

Έτσι, ο Βάις εντάσσεται στον τσέχικο στρατό ως λεγεωνάριος γραφείου, όπου και θα ξεκινήσει τη συγγραφή του δράματος Penza που τέλειωσε στο Ιρκούτσκ. Αυτές οι ιστορίες θα δημοσιευτούν σε περιοδικά με την επιστροφή στη νέα του πατρίδα, την Τσεχοσλοβακία τον Φεβρουάριο του 1920. Ο Βάις είχε γεννηθεί στο βασίλειο της Βοημίας που ανήκε στην Αυστροουγγρική Αυτοκρατορία. Η Τσεχοσλοβακία κήρυξε την ανεξαρτησία της στις 28 Οκτωβρίου του 1918 και στην αρχή του επόμενου χρόνου αναγνωρίστηκε διεθνώς με πρώτο πρόεδρο τον Τόμας Γκάριγκ Μάζαρικ.

Η τρίτη πατρίδα                                                          

Είναι αρκετά σημαντικό, για να κατανοήσει κανείς το περιβάλλον μέσα στο οποίο έζησε και έγραψε ο Γιάν Βάις, να γνωρίζει το δράμα αυτής της νέας πατρίδας των Βοημών, των Μοραβών και των Σλοβάκων, της Τσεχοσλοβακίας. Στα μέσα της δεκαετίας του ’30 ο Χίτλερ αρχίζει να πιέζει με απαιτήσεις τους νικητές του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, οι οποίοι τον αντιμετωπίζουν με υποχωρητικότητα προκειμένου να αποφύγουν κάποια νέα σύρραξη. Αποκορύφωμα αυτής της πολιτικής ήταν η επαίσχυντη Διάσκεψη του Μονάχου τον Σεπτέμβριο του 1938, στην οποία οι Αγγλογάλοι αποδέχθηκαν την προσάρτηση στο Ράιχ εδαφών της Βοημίας με γερμανικούς πληθυσμούς και στην Ουγγαρία εδαφών της Σλοβακίας.

Το Μάιο του 1945, καθώς ο Βάις επιχειρεί να ζήσει από κοντά την επικείμενη απελευθέρωση της Πράγας, συλλαμβάνεται από τους Ναζί. Θα σταθεί όμως τυχερός, καθώς κατά την διάρκεια διαπραγματεύσεων θα τον απελευθερώσουν οι αντάρτες vlasovci (γνωστοί ως Russian Liberation Army, Ρώσοι αντικομουνιστές υπό τον στρατηγό Vlasov, που συνεργάστηκαν με τους Γερμανούς με στόχο να απαλλάξουν τη Ρωσία από το σοβιετικό καθεστώς).

Η Τσεχοσλοβακία είχε εκκρεμότητες. Στην τελευταία φάση του πολέμου, παρά τις εκκλήσεις προς τον αμερικανό στρατηγό Πάττον για προέλαση, οι Σύμμαχοι, προφανώς δεσμευόμενοι από τη μοιρασιά της Γιάλτας, άφησαν ουσιαστικά να μπουν στην Πράγα τα σοβιετικά στρατεύματα. Οι Τσέχοι θα εκδιώξουν τριάμισι εκατομμύρια γηγενείς Γερμανούς από τα εδάφη τους.

Η πολιτική αστάθεια τα τρία πρώτα χρόνια μετά τον πόλεμο θα οδηγήσει το 1948 στην εξουσία τους κομμουνιστές υπό τον Γκότβαλντ, ο οποίος παρά την πρόθεσή του να ακολουθήσει ένα «τσέχικο δρόμο» προς τον σοσιαλισμό, θα υποχρεωθεί από τον Στάλιν να ακολουθήσει το σοβιετικό μοντέλο όπου το κράτος ταυτίζεται με το κόμμα. Ο Γιάν Βάις, έχοντας βιώσει τον παραλογισμό των δύο μεγάλων πολέμων, υποδέχεται τη νέα πραγματικότητα ως ευκαιρία για την υλοποίηση του ονείρου που ήθελε να πιστέψει. Ορισμένοι βέβαια του καταλογίζουν κονφορμισμό…

Αναγνώριση και παρακαταθήκη

Στα μέσα της δεκαετίας του ΄50 ο Βάις είναι πλέον ένας μεγάλος και αναγνωρισμένος συγγραφέας και με τη γυναίκα του ταξιδεύουν στη Βάρνα της Βουλγαρίας, στη Βιέννη, καθώς επίσης και στη Σοβιετική Ένωση, από την οποία, επιστρέφοντας, οι Βάις φέρνουν μια συσκευή τηλεόρασης, ως αμοιβή για τα δικαιώματα της «Χώρας των Εγγονών» που εκδόθηκε στα ρωσικά το 1959. Ο Γιάν θεώρησε την τηλεόραση κουραστική και δεν την παρακολουθούσε ιδιαίτερα.

Από το 1960 υπάρχει μια σταδιακή προσπάθεια μεταρρυθμίσεων στην Τσεχοσλοβακία, που όμως θα ανακοπεί το 1968 με την εισβολή των τανκς του Συμφώνου της Βαρσοβίας, τα οποία θα τερματίσουν την «Άνοιξη της Πράγας». Η εισβολή βρίσκει τον Βάις καθηλωμένο στο κρεβάτι βαριά άρρωστο.

Πέθανε στις 7 Μαρτίου του 1972, αφήνοντας ένα ιδιαίτερο έργο, με πολλά ανέκδοτα μυθιστορήματα, όπως το δράμα «Τα κόκκινα σκαλιά», ένα έργο με στοχασμούς, το «Φθινόπωρο» και άλλα. Η πνευματική του κληρονομιά, πέρα από τις εκδόσεις των βιβλίων του και τη μετάφρασή τους σε άλλες γλώσσες, καταγράφεται στην πατρίδα του με διδακτορικές διατριβές για το έργο του, αλλά και με ταινίες. Το 2002 προβλήθηκε η ταινία μικρού μήκους «Το όνειρο» (20΄) σε σκηνοθεσία Miloš J. Kohout που βασίζεται στο διήγημα του Βάις «Τα δύο όνειρα»…

(Ακολουθεί η παρουσίαση του βιβλίου του «Το σπίτι με τα χίλια πατώματα» (ελληνικά το 1982) και η παρούσα τριλογία θα κλείσει με την αναλυτική εργογραφία του).