O Ροκάς…

Αλέξάνδρα Μητσιάλη
8

της Αλεξάνδρας Μητσιάλη  -

Τραβάει τη συρόμενη πόρτα και μπαίνει στο μαγαζί. Αναπνέει τη μυρωδιά του παλιού καπνού που έχει ποτίσει τον αέρα και το βλέμμα της φωτογραφίζει εν ριπή το μισοσκόταδο. Λίγοι θαμώνες ακροβολισμένοι: ένα τραπέζι στα δεξιά, ένα στ’ αριστερά, πέντε στο μπαρ κατά μόνας, όλοι πάνω από σαράντα πέντε-πενήντα,  και η γκαρσόνα επί το έργον, χωρίς να βιάζεται. "I can’t stop loving you" φωνάζουν τα ηχεία και o Ray Charles γουργουρίζει ρυθμικά στο ρεφρέν της μπαλάντας.

 

Όπως πάντα, κάθεται στο σκαμπό απέναντι από την κορνιζαρισμένη αφίσα: Μπόγκαρτ-Μπέργκμαν στην Καζαμπλάνκα. Πριν ανάψει το gauloises –ανέκαθεν καπνίζει άφιλτρα- παραγγέλνει χωρίς να σηκώσει το κεφάλι: ένα Famous σε χαμηλό ποτήρι, με τον πάγο χωριστά.

Ξέρει ότι είναι πίσω της, όρθιος στη γωνία. Έχει στήσει τον ενισχυτή, το μικρόφωνο και δοκιμάζει να κουρδίσει την κιθάρα. Το γνώριμο χαρχάλεμα, που φτάνει σαν από μακριά, τη βεβαιώνει ότι θα παίξει κι απόψε, σαββατόβραδο, στο παλιό μπαρ, σήμα κατατεθέν των φοιτητικών της χρόνων, με τον κόσμο που στοιβαζόταν τότε, στα ροκ χρόνια της μεταπολίτευσης, μέχρι το πεζοδρόμιο, πίνοντας μπύρες από το μπουκάλι, συζητώντας πολιτικά και χορεύοντας  ηλεκτρισμένα ως το πρωί, βυθισμένος στην έκσταση μιας προσμονής απροσδιόριστης.

Τότε εκείνος θριάμβευε στα live, όρθιος,  με τα μακριά μαλλιά αλογοουρά, με τα μάτια μισόκλειστα σολάροντας Brian May και David Gilmour, κάνοντας το κοριτσομάνι να ουρλιάζει ασυγκράτητο, έτοιμο να τα δώσει όλα για μια νύχτα με τον ροκ σταρ.

Όπως πάντα, βάζει δύο παγάκια που τα ανανεώνει τακτικά, γιατί  το αντέχει μόνο ελαφρύ -έχει κάποιο καιρό που τη χτυπάει άσχημα στο κεφάλι- και τραβάει μια βαθιά ρουφηξιά από το άφιλτρο στούκας που της έχει χρωματίσει νύχια και δάχτυλα.

"I've made up my mind/τo live in memories of the lonesome times" τραγουδάει  o Ray Charles και το βλέμμα της Καίτης ταξιδεύει πάνω στις ψεύτικες πινακίδες αυτοκινήτων με τους ψεύτικους αριθμούς κυκλοφορίας των πραγματικών αμερικάνικων πόλεων που παρατάσσονται στους τοίχους του μπαρ.

Θα μείνει εκεί όλο το βράδυ, μέτωπο προς το σκονισμένο ταξίδι στους ατέλειωτους δρόμους των άγνωστων πόλεων. Δε θα γυρίσει καθόλου να τον κοιτάξει. Θα τον ακούει να παίζει με την πλάτη στραμμένη μέχρι τα μεσάνυχτα. Θα τον ακούει να παίζει και να τραγουδάει με σπασμένη φωνή μπροστά στους λίγους ξέμπαρκους, επίμονους θαμώνες μιας περασμένης εποχής, με τα ξεβαμμένα τζιν, τις μπλούζες με τις στάμπες του ΄60, τα ασημένια δαχτυλίδια στον παράμεσο, τα μαλλιά που γκριζάρισαν και φυλλοροούν, την παλιά δόξα που ξέφτισε μαζί με την εποχή που άλλαξε και το μπαρ που δεν κατάφερε ή δε θέλησε ν’ ανανεώσει την πελατεία.

Μέχρι την ώρα που θα τελειώσει το πρόγραμμα, θα τακτοποιήσει τα πράγματά του και θα ‘ρθει να καθίσει δίπλα της χωρίς να μιλά. «It's useless to say/so I'll just live my life in dreams of yesterday». Θα τρυπώσει μονάχα την παλάμη του, ζεστή και βαριά, μέσα στα μαλλιά της και θα χαϊδέψει το σβέρκο της με ένταση ερωτική, μέχρι που θα την αναγκάσει να γυρίσει πρώτη το κεφάλι να τον κοιτάξει.

Έρχεται όποτε νιώθει πολύ μόνη. Όποτε αυτή η παράξενη μυρωδιά του παρελθόντος κυκλώνει απειλητικά τα όνειρά της. Όποτε η ανάγκη της παλάμης του στο σβέρκο της, μπλεγμένη στα μαλλιά της, δεν παίρνει αναβολή. Όποτε θέλει να περπατήσει στα πεζοδρόμια της νυχτωμένης πολιτείας , όπως τότε, μέσα σε μια αγκαλιά. «Those happy hours that we once knew».

Όπως ο Μπόγκαρτ με την Μπέργκμαν στην Καζαμπλάνκα.

 

  • Οι απόψεις που αναφέρονται στο κείμενο είναι προσωπικές του αρθρογράφου και δεν εκφράζουν απαραίτητα τη θέση του SLpress.gr
  • Απαγορεύεται η αναδημοσίευση του άρθρου από άλλες ιστοσελίδες χωρίς άδεια του SLpress.gr. Επιτρέπεται η αναδημοσίευση των 2-3 πρώτων παραγράφων με την προσθήκη ενεργού link για την ανάγνωση της συνέχειας στο SLpress.gr. Οι παραβάτες θα αντιμετωπίσουν νομικά μέτρα.