Οι σέχτες των κολλητών

Μάκης Ανδρονόπουλος
2

του Μάκη Ανδρονόπουλου  – 

Η παραίτηση της γενικής διευθύντριας του Ελληνικού Κέντρου Κινηματογράφου και δύο μελών του Διοικητικού Συμβουλίου είναι μια καλή αφορμή για μια ελαφρά αναψηλάφηση της πολιτιστικής πολιτικής στην Ελλάδα. Κι αυτό, γιατί είναι εξοργιστική, τόσο η ασχετοσύνη και ο τυχοδιωκτισμός των πολιτικών προσώπων που αναλαμβάνουν να κάνουν πολιτική στον τομέα του πολιτισμού, όσο και οι αποτυχημένες επιλογές καλλιτεχνών στη διαχείριση πολιτισμικών αγαθών. Οι επιλογές αυτές συχνά αγγίζουν τα όρια του πολιτικού -αν όχι του εθνικού- εγκλήματος.

Η τοποθέτηση του Γιαν Φαμπρ ως επικεφαλής του Φεστιβάλ Αθηνών από τον τότε υπουργό Αριστείδη Μπαλτά (καθηγητή Φιλοσοφίας) ήταν γκάφα ολκής. Όχι, όμως, γιατί ο τότε υπουργός διόρισε κάποιον ξένο σε ένα εθνικό θεσμό – αυτό υπό προϋποθέσεις μπορεί να είναι πολύ δημιουργικό. Κυρίως, γιατί δεν έγινε η κατάλληλη προετοιμασία γι’ αυτόν τον διορισμό – σε διαχειριστικό, ιδεολογικό και καλλιτεχνικό επίπεδο. Πόσο μάλλον που είχε προηγηθεί η αποχώρηση Λούκου με τους περιβόητους διπλούς λογαριασμούς των 2,7 εκατ. ευρώ.

Σε επίπεδο υπουργών Πολιτισμού, αν εξαιρέσουμε τη Μελίνα, τον Μικρούτσικο και τον Μπένο, μένουμε με κάτι Βενιζέλους, Πάγκαλους, Λιάπηδες και Βουλγαράκηδες, που σχεδόν ασέλγησαν επί του πολιτισμού. Ο πολύς Σαμαράς έλαμψε, πηγαίνοντας στο νομό του τον Επικούρειο. Να σημειώσουμε ότι, ως πρωθυπουργός, ο Κώστας Καραμανλής αυτοχρίστηκε και υπουργός Πολιτισμού για τη διετία 2004-2006. Ταυτόχρονα, ανέθεσε κομβικό ρόλο στο Μαξίμου σε μια κυρία που συγκέντρωσε την κλίκα της.

«Τζιχαντιστές» για κρατικό χρήμα

Σε επίπεδο διαχειριστών πολιτιστικών θεσμών, με εξαίρεση το Μάνο Χατζηδάκι, που στο Τρίτο Πρόγραμμα παρήγε πολιτισμό (όχι για εστέτ, αλλά πολιτισμική παιδεία για όλους), τον Περικλή Κούκο και μερικούς ακόμα που δεν θυμάμαι και αγνοώ το έργο τους, η αίσθηση που έχουμε είναι ότι κυβερνούν κάτι παρέες που μοιράζονται τα λεφτά.

Ως επί 35ετία οικονομικός συντάκτης, νομιμοποιούμαι να διατυπώσω την άποψη πως οι κλίκες αυτές ήταν το λιγότερο σεχταριστικές. Ενίοτε και «τζιχαντιστικές» σ’ ό,τι αφορά στο κρατικό χρήμα, την προβολή, τον συγχρωτισμό με την πολιτική νομενκλατούρα και την οικονομική ελίτ.

Τα καλοκαιρινά πανηγύρια-φεστιβάλ στα νησιά και στην ηπειρωτική χώρα είναι για να κάνουν μεροκάματα οι μουσικοί και οι θιασάρχες και να προβάλλονται οι δήμαρχοι. Ούτε δημιουργούν πολιτιστικό γεγονός, ούτε παράγουν προστιθέμενη πολιτιστική αξία. Όσο δε για τους τουρίστες, αυτοί αποκομίζουν μια χαζοχαρούμενη εικόνα του couleur locale.

Με τους Συριζαίους, τα πράγματα εξελίχθηκαν επίσης δραματικά. Γιατί και σε αυτό τον τομέα είναι άσχετοι και χωρίς όραμα, έστω κι αν ενδέχεται να έχουν καλές προθέσεις. Το παράδειγμα της ΕΡΤ τεκμηριώνει την άποψη αυτή. Το ίδιο ισχύει και με την Κονιόρδου. Δεν σημαίνει ότι αν ως καλλιτέχνης είσαι καλός, μπορείς να κάνεις και πολιτιστική πολιτική καλά, ακόμη κι αν έχεις καλές προθέσεις. Αυτό καταφέρνουν και το συνδυάζουν λίγοι. Ένας μέτριος ή μη επώνυμος καλλιτέχνης μπορεί να είναι καλός μάνατζερ – ή τουλάχιστον καλύτερος. Προφανώς, ούτε αυτό ισχύει πάντα.

Δύο τα ζητούμενα

Η πολιτική με όραμα και σχέδιο είναι το ένα ζητούμενο. Η διαχείριση της πολιτικής με αποτέλεσμα ψυχαγωγικό (όχι με την έννοια του Voice, αλλά της ανάτασης του πνεύματος), εκπαιδευτικό, προβολής της πνευματικής και καλλιτεχνικής εγχώριας παραγωγής και, φυσικά, οικονομικό είναι το άλλο ζητούμενο.

Μεγάλα έργα στον Πολιτισμό δεν έχει σχεδιάσει κανείς. Κάποιοι υπουργοί ψιθυρίζουν πού και πού κάτι για Disneyland (που την ονομάζουν «θεματικό πάρκο», γιατί έτσι τη λένε οι επενδυτές). Ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας συζήτησε στην Αμερική με κινηματογραφικούς παραγωγούς για να φτιάξουμε ένα στούντιο στην Ελλάδα που θα καλύπτει όλη τη Μέση Ανατολή και τη Μεσόγειο! «Ουάου», που θα έλεγε και ο έμπειρος Σαμαράς.

Πού θα δημιουργηθεί κάτι τέτοιο, κύριε πρωθυπουργέ; Στη Λιβαδειά ή στη Σύρο; Ποιος θα σας πει τι χρειάζεται για να είναι λειτουργικά και οικονομικά άρτιο ένα διεθνές στούντιο;

Το έλλειμμά μας είναι τεράστιο. Το βασικό πρόβλημα είναι η επιλογή προσώπων: συμβούλων που να μην είναι σεχταριστές, κομματικοί και εμπαθείς, που να είναι ανοιχτοί, και χίλια δυο άλλα. Δυστυχώς, τα βήματα που κάθε φορά γίνονται είναι τραυματικά, γιατί οι άσχετοι υπουργοί -ιδιαίτερα αυτοί που έχουν άποψη- παίρνουν συμβούλους που εν τέλει φροντίζουν τη σέχτα τους.

Σε αυτό το σημείο πρέπει να σημειώσουμε ότι ο ιδιωτικός τομέας στον χώρο του πολιτισμού, αν και έχει ωριμάσει στη διαχείριση και διαθέτει σχετική επάρκεια πλέον, δεν έχει περάσει ακόμη δυναμικά σε εξαγωγές (για παράδειγμα, μουσικές παραγωγές). Ο πολιτισμός και η πολιτιστική παραγωγή, ωστόσο, πρέπει να διαδραματίσουν καταλυτικό ρόλο στην ανασυγκρότηση της ελληνικής κοινωνίας. Κι αυτό, γιατί μπορούν να αποτελέσουν πυλώνα αυτοπεποίθησης, ανάπτυξης και απασχόλησης υψηλού επιπέδου.

Αλλά, όπως είναι γνωστό, τα μεταξωτά βρακιά, θέλουν και επιδέξιους…