ΕΠΙΦΥΛΛΙΔΑ

Ψευτοθόδωρος εναντίον Μυνχάουζεν

Ψευτοθόδωρος Μυνχάουζεν, Δημήτρης Μιχαλόπουλος

Τον Ψευτοθόδωρο τον θυμάστε; Περιττή η ερώτηση! Οι παλαιότεροι οπωσδήποτε – έστω και αμυδρά· οι νεότεροι αποκλείεται. Οπότε ας ανασύρουμε από τα βάθη της λήθης την σχεδόν εμβληματική προσωπικότητά του.

Ο εν λόγω ήτανε γνήσιος Αθηναίος – με ιδιαίτερο σημείο καταγωγής το πολυφημισμένο Βατραχονήσι. Το συγκεκριμένο τοπωνύμιο αφορούσε περιοχή την οποία διέρρεε ο Ιλισός, δηλαδή το ένα από τα δύο ιστορικά ποτάμια της πρωτεύουσάς μας. Αυτός πήγαζε από τις βορειοδυτικές πλαγιές του Υμηττού, περνούσε κοντά στον Αρδηττό λόφο κοντά στο Στάδιο, και στη συνέχεια ενωνόταν με τον Κηφισσό και χυνόταν στον κόλπο του Φαλήρου.

Το θρυλικό Βαθρακονήσι… Στο σημείο όμως όπου η κοίτη του έτεινε να βρέξει τους πρόποδες του Αρδηττού, τα νερά του (πολλά κατά τον “παλιό καλό καιρό”) λίμναζαν με αποτέλεσμα να σχηματίζονται νησάκια που κατέληγαν να “φιλοξενούν” αποικίες βατράχων. Τα συμπαθή αμφίβια αναστάτωναν με τα κοάσματά τους την όλη περιοχή προκαλώντας αρχικώς τη δυσφορία και τελικώς την συμπάθεια των περιοίκων, που, μάλιστα, έστερξαν να ονομάσουνε τον τόπο τους “Βατραχονήσι” ή, επί το δημωδέστερον, “Βαθρακονήσι”.

Πολλές λοιπόν νοικοκυρές της εποχής επέλεγαν αυτό ακριβώς το σημείο της κοίτης του Ιλισού, προκειμένου ανέτως και με οιονεί μουσική υπόκρουση να κάνουνε την ογκώδη μπουγάδα τους· και στην περίπτωση κατά την οποία δεν “είχαν πολλά να πλύνουν”, πήγαιναν εκεί απλώς για να πάρουν νερό. Το σχετικό, μάλιστα, δίστιχο έχει διασωθεί: “Πάρε με, πάρε με, να σε βοηθώ στην πλύση και θα σου φέρνω εγώ νερό απ’το Βαθρακονήσι.”

Αυθεντικός Βαθρακονησιώτης λοιπόν ο Ψευτοθόδωρος φορούσε όχι βέβαια τη “ρουμελιώτικη” – και οπωσδήποτε ακριβή ως προς την κατασκευή της – φουστανέλλα, αλλά τη βράκα, ρούχο που, τότε ακόμη προτιμούσαν οι νησιώτες καθώς και οι κάτοικοι των κοντινών στη θάλασσα πεδινών τόπων· και αυτό, επειδή ήταν ιδιαιτέρως πρόσφορη σε δουλειές σχετικές με την καλλιέργεια της γης.

Όμως, προσοχή! Μόνο με αγροτικές εργασίες δεν ασχολείτο ο Ψευτοθόδωρος. Φορώντας, πράγματι, την επιδεικτικώς φουσκωμένη βράκα του και προκλητικώς σείοντας τη μεγαλοπρεπή φούντα που κρεμόταν από το κατακόκκινο φέσι του, περιερχόταν τα “πέριξ της Ακροπόλεως” και πουλούσε πανάκριβα σε “κουτόφραγκους” περιηγητές κοτρώνες άτεχνα σκαλισμένες τις οποίες παρουσίαζε ως “αντίκες”. Συνακολούθως, ευχερώς κέρδιζε τα αναγκαία για την, εάν όχι πολυτελή, οπωσδήποτε, άνετη διαβίωσή του.

…και ο δαιμόνιος Ψευδοθόδωρος

Bέβαια, συνιστά desideratum (= κενό αξιοσημείωτο) στο όλο φάσμα της ιστορικής μας μνήμης το κατά πόσον ο Ψευτοθόδωρος είχε φτάσει στο σημείο να εμπορεύεται και κομμάτια από “σαρακοφαγωμένα πορτοπαράθυρα”, προβάλλοντάς τα ως “κατάλοιπα του Τίμιου Ξύλου”. Το εν προκειμένω κενό όμως οπωσδήποτε επισκιάζεται από αξιοθαύμαστο επίτευγμά του – που μάλιστα πραγματώθηκε σε βάρος όχι “κουτόφραγκου” αλλά αυτόχρημα συμπατριώτη μας.

Μια μέρα, πράγματι, ο Ψευτοθόδωρος επισήμανε κάποιον “χωριάτη” να χάσκει όλος θαυμασμό μπροστά στο τότε βασιλικό παλάτι (και σήμερα κτήριο της Βουλής).

«Τι το κυττάζεις, βρε κουμπάρε;» ρώτησε ο πρώτος τον δεύτερο. «Μπας και δε σ’αρέσει;»
«Σαν καλό φαίνεται», απάντησε με πονηρή επιφύλαξη ο χωρικός.
«Το παίρνεις;» ρώτησε θρασύτατα ο Ψευτοθόδωρος. «Θα σου τ’αφήσω φτηνά!»
«Σαν πόσα;»
«Με δυο χιλιάδες είναι δικό σου!»
«Μόνο δυο φράγκα έχω πάνω μου…» απάντησε ο ομοεθνής μας χωρικός.
«Δώστα μου καπάρο και κλείσαμε τη δουλειά. Δικό σου!»

Όπερ και εγένετο. Πήρε τις δυο δραχμές ο Ψευτοθόδωρος… και έκτοτε μη τον είδατε… Είχε βγάλει τη μέρα του, δεδομένου ότι μέχρι την εποχή των Βαλκανικών Πολέμων το – τότε ασημένιο – τάλληρο αποτελούσε ημερομίσθιο πολύπειρου εργάτη.

Λογικώς κανείς θα αναρωτηθεί πώς μού ήρθαν τα του Ψευτοθόδωρου κατά νουν. Ευχερής η απάντηση: Τυχαίως έπεσε στα χέρια μου μια καλαίσθητη επανέκδοση (από τις εκδόσεις “Ηρόδοτος”) τής από τον Κώστα Τρικογλίδη μετάφρασης των “Περιπετειών του βαρόνου Μυνχάουζεν”, που έχει επιμεληθεί ο Δημήτριος Κ. Σταμούλης. Και στο βιβλιάριον αυτό ο μεταφραστής έχει κάνει μια ιδιαιτέρως επιτυχή σύγκριση του καθ’ημάς Αρχιψεύτη με τον πανευρωπαϊκής εμβέλειας Παραμυθά.

Ο Κώστας Τρικογλίδης (1870-1937) είχε γεννηθεί στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου όπου και πέρασε τα παιδικά και νεανικά του χρόνια. Εργάστηκε όμως κυρίως στην Αθήνα ως συνεργάτης εφημερίδων όπως “Η Καθημερινή” και το “Έθνος” καθώς και άλλων πολλών και σημαντικών. Διέπρεψε ως μεταφραστής. Πολύγλωσσος καθώς ήταν και έχοντας ανατραφεί σε περιβάλλον διαφορετικό από το καθαυτό ελλαδικό, υπήρξε ο Νεοέλληνας που προσέδωσε στη Μετάφραση το κύρος και την εμβέλεια κλάδου της εθνικής μας Γραμματείας. Δυστυχώς, σήμερα η προσωπικότητά του παραμένει βυθισμένη σε λήθη πολύ μεγαλύτερη από εκείνη του Ψευτοθόδωρου. Και είναι κρίμα… επειδή κανένας μετά τον θάνατό του δεν επιδόθηκε σε μεταφράσεις με γνώση, συστηματικότητα και συνέπεια μεγαλύτερες από τη δική του.

Ο αληθινός Μυνχάουζεν

Ας το ξαναπούμε: Ο συσχετισμός του Ψευτοθόδωρου με τον Μυνχάουζεν περιβάλλεται σημασία σχεδόν καταλυτική. Και ο δεύτερος υπήρξε, πρόσωπο πραγματικό: Ήταν ο Γερμανός αριστοκράτης Karl Friedrich Hieronymus, baron von Münchhausen/Κάρολος Φρειδερίκος Ιερώνυμος, βαρόνος Μυνχάουζεν (1720-1797), που γεννήθηκε κοντά στο Αννόβερο της Σαξωνίας και πήρε μέρος στον μεταξύ της Ρωσίας και Οθωμανικής αυτοκρατορίας πόλεμο των ετών 1735-1739. Μετά το τέλος της σύρραξης, επέστρεψε στην πατρίδα του και κατά τη διάρκεια των τόσο αγαπημένων στους συμπατριώτες του “παρεΐστικων” συζητήσεων γύρω από τραπέζια γεμάτα μπουκάλια με βαριά οινοπνευματώδη ποτά, διηγούνταν τις περιπέτειές του.

Ο πυρήνας αυτών που έλεγε ήταν αληθινός· τις διηγήσεις του όμως διείπε τόνος τόσο μεγάλης υπερβολής, ώστε κατέληξε να θεωρείται “παραμυθάς”. Συνακολούθως, η φήμη του γιγαντώθηκε – με αποτέλεσμα αφηγήματά του να δημοσιευθούν στο Βερολίνο υπό τον εύγλωττο τίτλο Vademecum für lustige Lente (= Εγκόλπιο για γλεντζέδες). Και τότε ήταν που δόξα οιονεί άφθαρτη περιέβαλε τον βαρόνο μας: Ένας συντοπίτης του, ο Rudolf Erich Raspe/Ροδόλφος Έριχ Ράσπε (1736-1794), άτομο εξαιρετικά μορφωμένο αλλά με τάσεις απατεώνα σαφέστατες, συνέγραψε και εξέδωσε, το 1785, στα αγγλικά τις περίφημες “Εκπληκτικές Περιπέτειες του Βαρόνου Μυνχάουζεν”.

Ο εν λόγω τερατολόγος “βιογράφος” του Μυνχάουζεν βρισκόταν τότε, εξαιτίας των πολυποίκιλων “κόλπων” στα οποία είχε επιδοθεί, σε κατάσταση μεγάλης φτώχειας· επιπλέον, αντιμετώπιζε και διώξεις χαρακτήρα αυτόχρημα ποινικού. Σκοπός, κατά συνέπεια, της συγγραφής και δημοσίευσης των “Εκπληκτικών Περιπετειών…” ήτανε να κερδίσει χρήματα – εξ ου και τα συναρπαστικά παραμύθια που χαρακτηρίζουνε το βιβλίο του: Ανδραγαθήματα χάρη στη “θαυματουργή” σφεντόνα του Δαυίδ, η οποία, μετά τον φόνο του Γολιάθ, είχε κληροδοτηθεί σε προγόνους του Μυνχάουζεν· ταξίδια στο φεγγάρι και στα έγκατα της γης· νησιά από τυρί που περιβάλλονταν από γάλα κ.ο.κ.

Σαγηνευτικώς χαρακτηριστικός μάλιστα είναι και ο “Πρόλογος” στο σύγγραμμα του Ράσπε: «Στο Άστυ του Λονδίνου… Εμείς οι υπογράφοντες, ως άνθρωποι που πραγματικά πιστεύουν στο κέρδος, βεβαιούμε επισήμως πως όλες οι περιπέτειες του φίλου μας, βαρόνου Μυνχάουζεν, οπουδήποτε και αν συνέβησαν, είναι γεγονότα πραγματικά. Και όπως επίστεψαν εμάς, που οι περιπέτειές μας είναι δέκα φορές πιο καταπληκτικές, έτσι ελπίζουμε πως όλοι…θα δώσουν και σε αυτόν πλήρη εμπιστοσύνη και πίστη.

Υπογράφουν οι
ΓΚΙΟΥΛΙΒΕΡ, ΣΕΒΑΧ ΘΑΛΑΣΣΙΝΟΣ, ΑΛΑΔΔΙΝ.
Εδόθη ο όρκος στη Δημαρχία του Λονδίνου, την 9η παρελθόντος Νοεμβρίου.
Απουσιάζοντος του Λόρδου Δημάρχου,
Ο θυρωρός
ΤΖΩΝ»

Πώς να μη πιστέψει κανείς τα όσα ο Ράσπε αφηγείται για τον Βαρόνο μας; Αυτός ο τελευταίος όμως – με το δίκιο του! -αγρίεψε, άρχισε δικαστικώς να απειλεί τον “βιογράφο του”, ο δεύτερος φοβήθηκε και μετανάστευσε από την Αγγλία όπου είχε αρχικώς καταφύγει στην Ιρλανδία (στην οποία και πέθανε) κ.τ.λ., κ.τ.λ. Τελικώς, παρά τις σαγηνευτικές τερατολογίες του, το έργο του Ράσπε καθιερώθηκε – με αποτέλεσμα το 1788 να δημοσιευθεί η μετάφρασή του στα γερμανικά, που είχε γίνει από τον ποιητή Gottfried August Bürger/Γοδεφρείδο Αύγουστο Μπύργκερ (1747-1794).

Μια πικρή διαπίστωση

Και – όπως έλεγαν οι Αρχαίοι μας – ταύτα μεν ούτως εχέτω. Ο αείμνηστος Κ. Τρικογλίδης όμως κάνει μια καταληκτήρια επισήμανση την οποία μόνο προσωπικότητες οι οποίες, όπως αυτός, είχανε μεγαλώσει σε περιβάλλον άλλο από το αυστηρώς ελλαδικό μπορούσαν να κάνουν: Οι τερατολογίες που αποδίδονται στον Μυνχάουζεν ποτέ δεν έβλαψαν κανένα: Μόνο διασκέδαση προσέφεραν και προσφέρουν, χωρίς να κάνουν κακό. Ο ημέτερος Ψευτοθόδωρος όμως προξενούσε ζημιές – και μάλιστα μεγάλες: Κυριολεκτικώς έγδυνε οποιονδήποτε δεκτικό απάτης συναντούσε, χωρίς ποτέ του να τιμωρηθεί.

Γιατί έτσι; Πού οφείλεται η – ουσιαστικώς παράλογη φιλαυτία την οποία ο Εθνικός μας Ιστορικός, Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος, θεώρησε ως κύριο χαρακτηριστικό των Νεοελλήνων; Ιδού ερώτημα καίριο στο οποίο ακόμη δεν έχει δοθεί η πλήρως αποδεκτή/κατανοητή απάντηση.

Ψευτοθόδωρος Μυνχάουζεν Μιχαλόπουλος

Οι απόψεις που αναφέρονται στο κείμενο είναι προσωπικές του αρθρογράφου και δεν εκφράζουν απαραίτητα τη θέση του SLpress.gr

Απαγορεύεται η αναδημοσίευση του άρθρου από άλλες ιστοσελίδες χωρίς άδεια του SLpress.gr. Επιτρέπεται η αναδημοσίευση των 2-3 πρώτων παραγράφων με την προσθήκη ενεργού link για την ανάγνωση της συνέχειας στο SLpress.gr. Οι παραβάτες θα αντιμετωπίσουν νομικά μέτρα.

Ακολουθήστε το SLpress.gr στο Google News και μείνετε ενημερωμένοι

Kαταθέστε το σχολιό σας. Eνημερώνουμε ότι τα υβριστικά σχόλια θα διαγράφονται.

0 ΣΧΟΛΙΑ
Παλιότερα
Νεότερα Με τις περισσότερες ψήφους
Σχόλια εντός κειμένου
Δες όλα τα σχόλια
0
Kαταθέστε το σχολιό σαςx