Στα ανεξερεύνητα δώματα της Δημιουργικής Γραφής

Τριαντάφυλλος Κωτόπουλος
9

του Τριαντάφυλλου Κωτόπουλου  – 

Ο όρος «Δημιουργική Γραφή», ως προσπάθεια απόδοσης του αγγλοσαξονικού «creative writing», παραπέμπει ευθύς εξαρχής σε διφορούμενα νοήματα. Και εάν η λέξη «γραφή» μάς προσανατολίζει ευκολότερα σε κάτι πιο συγκεκριμένο, δεν μπορούμε να ισχυριστούμε το ίδιο για τον επιθετικό προσδιορισμό του, τη λέξη «δημιουργική».

Σε καμία πάντως περίπτωση δεν είναι ένα «εξωτικό φρούτο». Πανεπιστημιακά Τμήματα σε προπτυχιακό και μεταπτυχιακό επίπεδο (και πολλές εξαιρετικές διατριβές) διδάσκουν το γνωστικό αντικείμενο της δημιουργικής γραφής σε όλον τον κόσμο. Ανάμεσά τους μερικά από τα σημαντικότερα ακαδημαϊκά ιδρύματα (Columbia,  Princeton, Iowa, East Anglia κ.ά.). Από αυτά έχουν αποφοιτήσει ή διδάσκουν συγγραφείς όπως ο Ίαν Μακ Γιούαν και ο Καζούο Ισιγκούρο (Νόμπελ Λογοτεχνίας 2017).

Στην Ελλάδα λειτουργούν με μεγάλη επιτυχία και απήχηση δύο μεταπτυχιακά προγράμματα δημιουργικής γραφής (Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας, Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας – Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο) και ένα που αφορά στο παιδικό βιβλίο και την εκδοτική του παραγωγή (Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης). Όλα τους, στελεχωμένα με εξαιρετικούς «δασκάλους».

Από το 1970

Ως γνωστικό αντικείμενο, ως χώρος επιστημονικός δηλαδή που ερευνάται και επιχειρείται η διδασκαλία του, η δημιουργική γραφή καθιερώθηκε σχεδόν παράλληλα με τη Νέα Κοινωνιολογία, στις αρχές της δεκαετίας του 1970. Σε μια εποχή, δηλαδή, που επιδιώχθηκε να παρουσιαστεί ως δεδομένο το τέλος των μεγάλων αφηγήσεων. Τότε που η αποδόμηση των πάντων κανονάρχησε τις πολιτισμικές και λογοτεχνικές σπουδές. Τότε που οι δυνάμεις του νεοφιλελευθερισμού και του συντηρητισμού ονειρεύτηκαν μια νέα μορφή ηγεμονίας μέσα από το εκπαιδευτικό σύστημα, τη γραφειοκρατικοποίηση της γνώσης και τον εργαλειακό της χαρακτήρα.

Σε αντίθεση με αυτό, τα εργαστηριακά, αλλά και τα θεωρητικά μαθήματα της δημιουργικής γραφής προσφέρουν διαλογικά περιβάλλοντα που αντιμάχονται τους κινδύνους που εγκυμονεί η άκριτη προσέγγιση της γνώσης στη σημερινή συγκυρία. Από το «Εργαστήριο 47» που ίδρυσε και λειτούργησε ο θεατρικός συγγραφέας George Baker στο Χάρβαρντ (1906-1925), με σκοπό να βοηθήσει τους νέους δραματουργούς να αντιμετωπίσουν τα κοινά προβλήματα της τέχνης τους, μέχρι και σήμερα, έχει διαφοροποιηθεί η άποψη πως μόνο το ταλέντο όσων συμμετέχουν είναι ο καθοριστικός και ο διαμορφωτικός παράγοντας της λειτουργίας και στόχευσης των εργαστηρίων δημιουργικής γραφής.

Αλλά τι διδάσκεται σε τέτοιου είδους εργαστήρια; Η συγγραφή; Η ερώτηση για το διδακτό ή μη της γραφής είναι θα λέγαμε η σύγχρονη έκδοση του αρχαίου αφορισμού poeta nascitur non fit (το ποίημα γεννιέται, δεν γίνεται, και κατ’ επέκταση οι ποιητές γεννιούνται, δεν γίνονται) από την Ars Poetica του Οράτιου. Σε τέτοιου είδους συζήτηση, θα μπορούσε κανείς να ανατρέξει σε φιλοσοφικές θεωρήσεις που εκκινούν από τον Πλάτωνα, αν όχι και νωρίτερα.

Η συγκρότηση, άλλωστε, της δημιουργικής γραφής ως επιστημονικού κλάδου στη σύγχρονη εποχή μπορεί να αναζητηθεί στην επαναπροσέγγιση της αρχαίας δραματικής διδασκαλίας και των ασκήσεων της αναγεννησιακής ρητορικής σχετικά με την συγγραφική σύνθεση.

Αριστοτέλης, ο πρώτος διδάξας

Η ιστορία της δημιουργικής γραφής ξεκινά στην Αθήνα με τον Αριστοτέλη (384-322 π. Χ.). Είναι εντυπωσιακό ότι οι σημαντικότεροι πανεπιστημιακοί δάσκαλοι της δημιουργικής γραφής συγκλίνουν ομόφωνα σε αυτό. Ο Αριστοτέλης στην Ποιητική του υποδεικνύει στους μαθητές του τι να αναζητήσουν και τι να αποφύγουν στη σύνθεση των ποιητικών τους δραμάτων.

Επιπλέον, τους υποδεικνύει το αποτέλεσμα στο οποίο πρέπει να στοχεύουν τέτοιου είδους κείμενα, τα μέσα που θα τους βοηθήσουν να το πραγματοποιήσουν, το πώς η επίτευξη των στόχων προσδιορίζει και καθορίζει την μορφή του δραματικού κειμένου, αλλά και ποιες ελλείψεις μπορούν να οδηγήσουν έναν δραματουργό σε μια αποτυχία.

Εργαστήρια δημιουργικής γραφής προσφέρονται σήμερα στην ελληνική επικράτεια από διάφορους φορείς, εκδοτικούς οίκους, βιβλιοπωλεία, συγγραφείς, σε βάση ακόμη και μη νόμιμης παροχής υπηρεσιών, επιστημονικούς συλλόγους -ενίοτε άσχετους με το αντικείμενο- βιβλιοθήκες, ακόμη και από εκκλησιαστικά ιδρύματα.

Πρέπει κάποια στιγμή ευθαρσώς να διακρίνουμε την ποιότητα και τη στόχευσή τους. Να έχουμε την παρρησία και με εντιμότητα να ανοίξουμε την κουβέντα της επιλογής των διδασκόντων ή των κριτηρίων επιλεξιμότητας που θέτουν ή δεν θέτουν. Ορισμένα από αυτά τα εργαστήρια λησμονούν πως το «πρώτο σκαλί» που πρέπει να δρασκελίσει ο συγγραφέας παραμένει πάντοτε το στάδιο του μυημένου αναγνώστη.

Δεν παράγουν λογοτέχνες

Τα εργαστήρια υπόσχονται, ούτε λίγο ούτε πολύ, τη συγγραφική καταξίωση. Άλλα με μεγαλύτερη υπευθυνότητα, αλλά και γνώση της λογικής της δημιουργικής γραφής εξηγούν στους συμμετέχοντες την αξία και τη δυναμική της ίδιας της διαδικασίας, τον προσωπικό κόπο που χρειάζεται να καταβληθεί και τα αναμενόμενα οφέλη τα οποία μπορούν να προσδοκούν.

Ο ρόλος πάντως του δημιουργού και η συμβολή του προσμετρώνται πλέον σοβαρά. Ο δημιουργός γίνεται κοινωνός και συνδημιουργός της παρακολούθησης και ανανέωσης του λογοτεχνικού «γίγνεσθαι» σε μια εποχή που η εμπορικότητα του πολύ ανταγωνιστικού αυτού χώρου είναι δεδομένη.

Να ξεκαθαρίσουμε πως, κατά τη γνώμη μας, το δημιουργικό γράψιμο και η δημιουργική γραφή δεν είναι ταυτόσημα της παραγωγής λογοτεχνικού λόγου. Ούτε τα εργαστήρια Δημιουργικής Γραφής πρέπει να στοχεύουν στην εκκόλαψη επίδοξων συγγραφέων.

Ο δόκιμος λογοτέχνης οφείλει να περάσει από μια διαδικασία πολιτισμικής όσμωσης περισσότερο σύνθετης από αυτή που μπορεί να καλύψουν τα όποια μαθήματα δημιουργικής γραφής.  Εκτός απ’ αυτό, εγείρεται και το ηθικό ζήτημα της δημιουργίας άγονων προοπτικών στους συμμετέχοντες που ευελπιστούν στην παραγωγή από μέρους τους κάποιου δημοσιεύσιμου συγγραφικού κειμένου.

Η δημιουργική γραφή ως ελεύθερη έκφραση

Η δημιουργική γραφή πέρασε και στην ελληνική εκπαίδευση πρόσφατα, και μάλιστα επιλέχθηκε πρόχειρα και βιαστικά πως οφείλει να αξιολογείται! Θα έπρεπε, όμως, όταν το ζήτημα έρχεται στο χώρο της εκπαίδευσης, να αντιμετωπίζεται λιγότερο σαν εξάσκηση μιας ικανότητας και περισσότερο σαν μια ελεύθερη έκφραση της προσωπικότητας του παιδιού. Μια αποτύπωση της ατομικής δημιουργικότητας δηλαδή, μέσα από τη γραπτή έκφραση ιδεών και συναισθημάτων.

Πρόκειται για μια γραφή που είναι  πρωτότυπη, σε αντίθεση με τη «μιμητική γραφή», σύμφωνα με τον Dawson. Μολονότι οι προσωπικές ποιότητες που διέπουν το δημιουργικό γράψιμο δεν είναι δυνατό να κατέχονται ούτε να μεταδίδονται από τους διδάσκοντες, είναι εφικτό να προπαρασκευάσουμε τους μαθητές ώστε να μπορούν χρησιμοποιούν τα δικά τους δημιουργικά αποθέματα.

Αυτό μπορεί να επιτευχθεί και με τη δημιουργία ενός υποστηρικτικού περιβάλλοντος που επιτρέπει τον πειραματισμό και την ανακάλυψη. Έτσι, ώστε οι μαθητές να εξοικειωθούν με τον λόγο και τις δυνατότητές του μέσα από παιγνιώδεις διαδικασίες. Και ας έχουμε κατά νου πως, σύμφωνα με τους μεγαλύτερους φιλοσόφους των τελευταίων αιώνων, το παιγνίδι είναι κάτι πάρα πολύ σπουδαίο.

Ωστόσο, η είσοδος της δημιουργικής γραφής στην εκπαιδευτική διαδικασία και η συμβολή της στη δημιουργία ενεργητικών και σκεπτόμενων πολιτών είναι προτιμότερο να αποτελέσει το θέμα ενός επόμενου άρθρου.