Τέχνη και ιστορική μνήμη

Νίκος Φωτόπουλος
8

του Νίκου Φωτόπουλου  – 

Η κρίση στέκεται συχνά αφορμή κι αιτία για τον επαναπροσδιορισμό πολλών παραδοχών, βεβαιοτήτων ή ακόμα και αμφίσημων γεγονότων του ιστορικού παρελθόντος. Έτσι, αναδύονται καινούργιες προκλήσεις και αναγνώσεις στο πεδίο της ιστορικής μνήμης και των συλλογικών αναπαραστάσεων.

Η τέχνη ανέκαθεν αποτελούσε προνομιακό πεδίο, όχι μόνο της αντανάκλασης, αλλά και της ερμηνείας ή “κατασκευής” της κοινωνικής και ιστορικής πραγματικότητας. Διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της συλλογικής συνείδησης σε θέματα ιδεολογίας, πολιτικής, ηθικής κι αισθητικής.

Αφορμή γι’ αυτή την υπόμνηση έδωσαν δύο σημαντικές, κατά τη γνώμη του γράφοντος, δημιουργικές καταθέσεις της τελευταίας περιόδου, οι οποίες υπενθύμισαν εμφατικά τον κρίσιμο και κομβικό ρόλο της τέχνης στη διαμόρφωση της συλλογικής συνείδησης και -το κυριότερο- στη δημιουργική διαχείριση της ιστορικής μνήμης.

 «Η Τάξη Μας» του Σλομποντζιάνεκ

Το θεατρικό έργο του Πολωνού Ταντέους  Σλομποντζιάνεκ, «Η Τάξη Μας», σε εξαιρετική σκηνοθεσία Τάκη Τζαμαργιά, αναδεικνύει με ιδιαίτερα εμφατικό τρόπο πώς, αίφνης, η βαρβαρότητα μπορεί να καταστρέψει όσα με κόπο και θυσίες οι ανθρώπινες κοινωνίες χτίζουν επί χρόνια. Οι παραστάσεις του έργου στο Εθνικό Θέατρο μπορεί να ολοκληρώθηκαν πρόσφατα, ωστόσο άφησαν παρακαταθήκη.

Το έργο του Σλομποντζιάνεκ διαδραματίζεται στην υπό ναζιστική κατοχή Πολωνία του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Κεντρικό του θέμα, η δολοφονία εκατοντάδων εβραίων της πόλης Γιεντβάμπνε από τους καθολικούς συμπολίτες τους. Ο συγγραφέας αφηγείται τη ζωή δέκα Πολωνών συμμαθητών, που, ενώ μεγάλωσαν στην ίδια γειτονιά και πήγαν στο ίδιο σχολείο, το διαφορετικό τους θρήσκευμα (καθολικοί-εβραίοι) στάθηκε η αφορμή για να μεταλλαχθεί η αγάπη, η αλληλοαποδοχή και η φιλία τους, σε εχθρότητα, τυφλό μίσος, κτηνωδία και, εν τέλει, θάνατο.

Καταλύτης της χολερικής αυτής μετάλλαξης στάθηκε η ναζιστική κατοχή, η οποία ενεργοποίησε ό,τι πιο σκοτεινό και κτηνώδες κούρνιαζε στις ψυχές των ανθρώπων, μετατρέποντας τους άλλοτε (αλλόθρησκους) φίλους και συμμαθητές σε φονικές μηχανές μίσους, ψεύδους, υποκρισίας και βίας.

Στην ουσία, το έργο επιχειρεί μια ακτινογραφία στην αθλιότητα και την ηθική κατάπτωση της ανθρώπινης ύπαρξης. Δεν χαρίζεται στους Σοβιετικούς και την αυταρχική τους συμπεριφορά κατά την περίοδο της (προσωρινής) τους κυριαρχίας στην Πολωνία. Δεν χαρίζεται, όμως, ούτε στην Καθολική Εκκλησία και την υποκριτική της στάση απέναντι στη βία και τις φρικαλεότητες. Το έργο, ωστόσο, εστιάζει στη ναζιστική θηριωδία, η οποία επέβαλε το τυφλό μίσος που συνέθλιψε κάθε ίχνος αλληλεγγύης, ανθρωπιάς και σεβασμού στην όποια ετερότητα.

«Το Τελευταίο Σημείωμα» του Βούλγαρη

Η πρόσφατη κινηματογραφική ταινία του Παντελή Βούλγαρη το «Τελευταίο Σημείωμα», μέσα από την προσωπική ιστορία του κομμουνιστή και συνδικαλιστική Ναπολέοντα Σουκατζίδη, αφηγείται την εκτέλεση από τους Ναζί κατακτητές διακοσίων Ελλήνων πολιτικών κρατουμένων (προερχόμενων κατά κανόνα από τα στρατόπεδα εξορίας του Μεταξά σε Ακροναυπλία και Ανάφη) στην Καισαριανή, την 1η Μαΐου 1944.

Η ιστορία του Σουκατζίδη αποτελεί, ενδεχομένως, μία από τις χιλιάδες άγνωστες ιστορίες ανθρώπινου μεγαλείου, όπως αυτό αναδύθηκε κατά τη ζοφερή περίοδο του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Μέσα από τη συγκεκριμένη ιστορία, αναδεικνύονται τα ιδανικά της αυτοθυσίας, της ανιδιοτέλειας, της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, της λεβεντιάς, της ιδεολογικής συνέπειας, ιδανικά που οι ήρωες αυτοί –και πολλοί ακόμα- πλήρωσαν με την ίδια τους τη ζωή.

Η ταινία, μέσα από το παράδειγμα του κεντρικού ήρωα, επιχειρεί να επαναφέρει στο προσκήνιο τον ύψιστο συμβολισμό της εκτέλεσης των διακοσίων κομμουνιστών στην Καισαριανή. Εξυμνεί το μεγαλείο της συνείδησης εκείνων που θυσιάστηκαν, υπηρετώντας με συνέπεια, όχι μόνο την ιδεολογία τους, αλλά και την πατρίδα τους, απέναντι στη ναζιστική θηριωδία.

Είναι σημαντικό να τονιστεί πως ο Παντελής Βούλγαρης είναι ένας πολύ σοβαρός Έλληνας κινηματογραφιστής, ο οποίος, ψύχραιμα και καθόλου διχαστικά, μιλά ευθέως στο ανθρώπινο συναίσθημα. Και μόνο η επιλογή των θεμάτων του καταδεικνύει περίτρανα την ποιότητα της αισθητικής, ιδεολογικής και πολιτικής του σκευής.

Διάσωση της συλλογικής συνείδησης

Είναι σαφές και ολοφάνερο πως, τόσο η θεατρική γραφή του Σλομποντζιάνεκ, όσο και η κινηματογραφική γραφή των Βούλγαρη και Καρυστιάνη εκκινούν από διαφορετικές αφετηρίες, ενέχουν σημαντικές διαφορές, αναφέρονται σε διαφορετικά συμβάντα και κοινωνικές και ιστορικές πραγματικότητες. Επίσης, δίδουν έμφαση σε διαφορετικό «συλλογικό υποκείμενο» το οποίο υφίσταται εξόντωση και αφανισμό: Πολωνοί εβραίοι στην πρώτη περίπτωση, Έλληνες κομμουνιστές, πολιτικοί κρατούμενοι, στη δεύτερη.

Ωστόσο, ο κοινός τόπος αυτών των δύο δημιουργικών καταθέσεων είναι η ευθεία και χωρίς περιστροφές καταγγελία της ναζιστικής θεωρίας και θηριωδίας, την οποία οφείλουμε, όχι μόνο να ενθυμούμαστε εθιμοτυπικά σε επετείους, αλλά, κυρίως, να ερμηνεύουμε, να αναλύουμε, να αναγνωρίζουμε και να στηλιτεύουμε διαρκώς. Στόχος, ο τελεσίδικος και βαθύς ενταφιασμός της στις στάχτες του χρόνου.

Αυτό συνιστά συλλογική ευθύνη, αφού, τόσο στο πεδίο του επίσημου εκπαιδευτικού συστήματος, όσο και σε εκείνο των άτυπων μορφών μάθησης, είναι αναγκαία η δημιουργία ενός έγκριτου και ορθολογικού πλαισίου ερμηνείας, κατανόησης και διαχείρισης της ιστορικής μας μνήμης.

Η τέχνη, και γενικότερα η δημιουργική έκφραση, μπορούν να συμβάλλουν αν αξιοποιηθούν αποφασιστικά προς την κατεύθυνση αυτή. Έτσι, θα στηρίξουν και θα διευρύνουν το πεδίο και τους ορίζοντες της ερμηνείας των πολιτικών, κοινωνικών, πολιτισμικών αλλά και ηθικών διαστάσεων του ιστορικού μας παρελθόντος.

Και ήταν ιδιαίτερα ευοίωνο ότι, όπως διαπίστωσε και ο ίδιος ο γράφων, τόσο τη θεατρική παράσταση που σκηνοθέτησε στο Εθνικό Θέατρο ο Τάκης Τζαμαργιάς, όσο και την ταινία του Παντελή Βούλγαρη, παρακολούθησαν δεκάδες νέοι, έφηβοι, ακόμα και μικρά παιδιά, συνοδευόμενοι από γονείς, παππούδες και δασκάλους.