Ξαναδιαβάζοντας το μυθιστόρημα του Ανδρέα Φραγκιά “Η Καγκελόπορτα”
22/07/2026
Πρόσφατα (Μάιος του 2026) επανεκδόθηκε από τις εκδόσεις “Ποταμός” το μυθιστόρημα του Ανδρέα Φραγκιά “Η Καγκελόπορτα”, το οποίο είχε εκδοθεί για πρώτη φορά το 1962. Ο Α. Φραγκιάς γεννημένος στην Αθήνα το 1921 διέσχισε τον ταραγμένο εικοστό αιώνα, έζησε τα μεγάλα γεγονότα του καιρού του και επεξεργάστηκε αισθητικά τα μεγάλα διλήμματα που έθεσε η εποχή αυτή.
Ευαίσθητος δέκτης των ιδεολογικών και καλλιτεχνικών ρευμάτων, ο Φραγκιάς επέλεξε από την άπειρη πραγματικότητα γύρω του τα σημεία εκείνα που συγκροτούσαν την ενότητα ενός κόσμου που αυτός ήθελε να αποκαλύψει. Αναζητώντας τη θεματική του σε ό,τι επηρέασε τον ίδιο εντονότερα οδηγεί και τον αναγνώστη του στο να συνθέσει με τη φαντασία του ή να ανασύρει από τη μνήμη του εκείνα τα σπαράγματα των αναμνήσεών του, που συγκροτούν τον χωροχρόνο που αποτελεί το σκηνικό μέσα στο οποίο κινούνται τα πρόσωπα-ρόλοι, στα οποία αναθέτει τη διεκπεραίωση της ιστορίας που επιθυμεί να αφηγηθεί.
Στην Καγκελόπορτα, που είναι το δεύτερο βιβλίο του που εκδόθηκε, το σκηνικό αυτό είναι μια αυλή περιτριγυρισμένη από φτωχικά σπίτια που κλείνει με μια “σιδερένια – αυλόπορτα” – σύνορο με τον έξω κόσμο – σε κάποια λαϊκή γειτονιά της Αθήνας. Η σκάλα με τις γλάστρες στη σειρά και η στριφτή σκάλα της ταράτσας, οι φωτογραφίες που λείπουν, το τραπέζι γύρω από το οποίο διαβάζουν την εφημερίδα, όσα υπάρχουν αλλά και όσα σκόπιμα δεν υπάρχουν και αποτελούν την επίπλωση των σπιτιών, εκτός από την πρόθεσή τους να φωτογραφίσουν για εμάς το χώρο, συμμετέχουν και στη διάρθρωση του μύθου και συνυποδηλωτικά αποκαλύπτουν άθελά τους τις στροφές της τύχης των ανθρώπων που ζουν εκεί.
Την ίδια στιγμή και με ανάλογα μέσα, ο συγγραφέας μας μεταφέρει στο χρόνο, κατά τον οποίο συμβαίνουν όσα μας εξιστορεί. Οι στέγες των σπιτιών με τα κεραμίδια και το καροτσάκι με τη σπασμένη ρόδα που περνάει, μας οδηγούν, από τις πρώτες σελίδες ακόμη, σε μια περασμένη εποχή, την οποία από τα εσωτερικά σημεία του κειμένου μπορούμε να προσδιορίσουμε με ασφάλεια στο πρώτο μισό της δεκαετίας του 1950, λίγα χρόνια μετά τη λήξη του Εμφύλιου στη χώρα. Ταυτόχρονα, μας δίνει την προβληματική του κειμένου, στην οποία ο αναγνώστης, με την καθοδήγηση του ίδιου του συγγραφέα, καλείται να βρει τη λύση, παρουσιάζοντάς μας τον εν απουσία καταδικασμένο “δις είς θάνατον” Άγγελο, η τύχη του οποίου αποτελεί και τον κεντρικό άξονα του κειμένου.
Ο χρόνος ανάπτυξης της δράση των χαρακτήρων από τον άνοιξη – «ήταν Μάρτης» – μέχρι και τον πυρωμένο Ιούλιο που θα δοθεί η λύση, με αναλήψεις, περιλήψεις και ελλείψεις και γενικά με όλες τις τεχνικές οργάνωσης του χρόνου, μας ταξιδεύει από το ’47 – ήταν μέσα στον Εμφύλιο όταν καταδικάστηκε ο Άγγελος ερήμην εις θάνατον – στην Κατοχή, στην Αντίσταση, στον ένοπλο αγώνα εναντίον των κατακτητών στα βουνά και πίσω ακόμη στον προπολεμική περίοδο, στα χρόνια του πανεπιστημίου, στα χρόνια που δεν υπήρχε πόλεμος.
‘Ενα γαϊτανάκι
Ο Φραγκιάς χτίζει το κείμενό του με θεατρικότητα’ εκτός από τον Άγγελο που κρύβεται για να μην τον συλλάβουν και τον εκτελέσουν παράλληλα υπάρχουν και άλλα πρόσωπα που συνδέονται μαζί του, όπως η Ισμήνη “η αρραβωνιαστικιά του”, που μαζί με τον πατέρα του, ένα συνταξιούχο δικαστικό, αναζητάνε καθημερινά στις εφημερίδες τη μη-είδηση που πιστοποιεί ότι ο Άγγελος είναι ακόμα ζωντανός. Εκ παραλλήλου, στην αυλή ζει ο Ευτύχης, σαλταδόρος στην Κατοχή και μικροκομπιναδόρος, που ονειρεύεται να πλουτίσει. Και ο Αντώνης που για τη συμμετοχή του στην Αντίσταση πέρασε από τα κρατητήρια της Μέρλιν και μετά την ήττα των Γερμανών και την αποχώρησή τους από τη χώρα, εξασφαλίζει με δυσκολία την επιβίωση και ονειρεύεται να στήσει τη δουλειά που θα τον σώσει από τη φυλακή για χρέη και θα του εξασφαλίσει την οικονομική και κοινωνική του ανέλιξη.
Το κείμενο χτίζεται με αυτόνομες σκηνές, στις οποίες παρακολουθούμε τη ζωή του καθενός από αυτούς, οι οποίες πλέκονται σαν ένα γαϊτανάκι και μας αποκαλύπτουν μια ζωντανή κοινωνία στις αλληλοδιαπλοκές της και στην πολυπλοκότητά της. Η Αλίκη με την αδερφή της που κατοικεί στην αυλή αναζητά τη δική της θέση στην κοινωνία μέσα από τις σχέσεις με το άλλο φύλο, πολλές φορές με τρόπο οδυνηρό, ο Στάθης ο τυπογράφος που ζει και αυτός στην ίδια αυλή και κρύβει κάποια στιγμή τον Άγγελο που κινδυνεύει ή ο Θόδωρος ο μαυραγορίτης – δωσίλογος, συνεργάτης των Γερμανών, που έχει πλουτίσει στην Κατοχή και στον οποίο θα καταφύγει ο Ευτύχης για να ενισχύσει το ποσό που εξασφάλισε εκβιαστικά ως προίκα από τον πατέρα της Μαίρης, προκειμένου να την παντρευτεί για να στήσει την επιχείρηση που είχε ονειρευτεί, είναι χαρακτήρες συμπληρωματικοί, αλλά καθοριστικοί για την εξέλιξη της δράσης.
Ο Φραγκιάς ρωτά: Τί έπραξες στην Κατοχή;
Κεντρικό σημείο αναφοράς για τη ζωή όλων αποτελεί το τί ο καθένας από αυτούς έπραξε στην Κατοχή. Αυτό αποτελεί και το βασικό κριτήριο στο οποίο στηρίζονταν οι όποιες σχέσεις και οι επαφές που χτίζονταν για να αντιμετωπιστεί η πείνα, η εξαθλίωση και η φυλακή, που αποτελούσαν μόνιμο κίνδυνο για τις ζωές όλων. Τον ακραία ανταγωνιστικό και ταραγμένο κόσμο τους δεν τον κυβερνούσαν μόνο οι κανόνες της αγοράς, οι οποίοι ενσωμάτωναν ταχύτατα ακόμη και κάποιους από αυτούς που πέρασαν από τη Μέρλιν, όπως ο Σπύρος ο διευθυντής, αλλά και το χρήμα των δωσίλογων – μαυραγοριτών που άπλωναν τα νύχια τους σε ό,τι μπορούσαν – όπως το υφαντουργείο του Ευτύχη – να αρπάξουν.
Το κείμενο ακόμη μας δίνει μια μικρή, αλλά χαρακτηριστική εικόνα των αστικών και των εργατικών στρωμάτων της εποχής. Οι μεν πρώτοι απόμακροι και υπερόπτες είναι κλεισμένοι στον δικό τους κόσμο, για τους δεύτερους η επιβίωση αποτελεί στοίχημα καθημερινό. Παρόντες – απόντες οι νεκροί, οι βασανισμένοι, οι εκτελεσμένοι της Κατοχής και του Εμφυλίου, γνωστοί, φίλοι, αγαπημένοι που το όνομά τους συντροφεύει τους ζωντανούς, όχι ως ανάμνηση, αλλά ως ζώσα απουσία και έλλειψη, ως ψευδαίσθηση και πόνος μαζί.
Πίσω από την πραγματικότητα που ξετυλίγεται με την αφήγηση υπάρχουν οι κυνηγημένοι σαν τον Άγγελο που κρύβονται για να μην τους εκτελέσουν. Ποιοι όμως να τους εκτελέσουν; Ο Φραγκιάς δεν μας λέει τίποτα για αυτούς, μια αόρατη εξουσία κανοναρχεί τη ζωή, τη ζωή των διωκόμενων, αλλά και των υπολοίπων. Καμία αναφορά δεν γίνεται για όσους αποφασίζουν για αυτούς, ούτε για τις αποφάσεις τους, τις πράξεις τους ή τις επιλογές τους, πολιτικές οικονομικές ή άλλες. Κάποιοι Ασφαλίτες μόνο που παρακολουθούν τον πατέρα του Άγγελου ή την Ισμήνη είναι το μόνο δείγμα του κράτους που κανονίζει τις ζωές τους.
Μας αφήνει να φανταστούμε, όμως, ότι σαν τον Άγγελο υπάρχουν πολλοί που κρύβονται, πολλοί που έχουν συλληφθεί και άλλοι που έχουν ήδη φυλακιστεί ή τουφεκιστεί. Η εξουσία, η πολιτική και η ιστορία δεν έχουν θέση στο κείμενο αυτό. Αντίθετα την πολιτική, την εξουσία και την ιστορία μας τις αποκαλύπτει η ζωή των χαρακτήρων του κειμένου εν αγνοία τους, μέσα από την ίδια την ύπαρξή τους, τις πράξεις τους και τα συναισθήματά τους. Η αγωνία της Ισμήνης και του Χαρίλαου (του πατέρα του Άγγελου) για τον Άγγελο, ο φόβος του ίδιου και όσων νοιάζονται για αυτόν.
Υπέρβαση ορίων
Ο φόβος κατονομάζεται στο κείμενο, έχει λειτουργικό ρόλο, οργανώνει τις πράξεις τους, αποκτά οντότητα, προσωποποιείται. Τους συνοδεύει αλύπητα, τους προφυλάσσει σε ένα βαθμό από τον υπαρκτό κίνδυνο, γίνεται τελικά, όμως, ένα με αυτούς, τους παραλύει, γίνεται αποκούμπι για τον ψυχισμό τους. Αυτονομείται από τη βούλησή τους και τους θέτει τρομακτικά διλήμματα για την ίδια τους τη ζωή, η οποία ούτως ή άλλως έχει καταστραφεί. Το φάσμα του θανάτου, της απώλειας γυρνάει μόνιμα πάνω από τις ζωές τους, τις κανονίζει, ορίζει τις αποφάσεις τους και τις επιλογές τους. Το κείμενο το ίδιο αποπνέει μια αίσθηση κλειστότητας, περιορισμού, φυλακής. Η ζωή του Άγγελου είναι κλεισμένη σε ένα δωμάτιο – κελί, αλλά και τα όρια των υπολοίπων είναι περιορισμένα τα κλείνει η σιδερένια εξώπορτα. Πέρα και έξω από αυτή υπάρχει μόνο το τρεχαλητό για την επιβίωση, μέσα από αυτή σχέσεις ταραγμένες, επώδυνες.
Οι χαρακτήρες είναι αναγκασμένοι να κινηθούν μέσα στο αυστηρό πλαίσιο που η κατάστασή τους τους υπαγορεύει. Ο Φραγκιάς με το να αισθητοποιεί τον φόβο, μετατοπίζει τη σύγκρουση με το κράτος σε σύγκρουση ορίων μεταξύ των ιδίων των χαρακτήρων του. Η στενότητα των επιλογών οδηγεί την Ισμήνη να κατηγορήσει για δειλία τον Άγγελο, επειδή δεν δέχεται την πρότασή της να κρυφτούν σε ένα καλύτερο σπίτι και συσκοτίζει την αδυναμία ύπαρξης ασφαλών λύσεων. Το αδιέξοδο στη ζωή των χαρακτήρων, όμως, αποκαλύπτει το μετεμφυλιακό κράτος, το οποίο με το να το αποπροσωποποιεί ο συγγραφέας το απομεταφυσικοποιεί, το αποϊεροποιεί.
Ο Άγγελος εν τέλει αποφασίζει για τη ζωή του ο ίδιος. Παίρνει ο ίδιος την καίρια πολιτική απόφαση. Βγαίνει από την κρυψώνα του και πάει να δουλέψει ως μηχανικός. Ο Φραγκιάς αφήνει μετέωρο τον αναγνώστη να αποφασίσει αν η πράξη του Άγγελου είναι μια πράξη πολιτική, μια πράξη αντίστασης ή μια πράξη απόγνωσης, κούρασης, παραίτησης και παράδοσης. Τίποτα δεν του εξασφαλίζει ότι οι καταδότες και οι ασφαλίτες δεν θα τρέξουν πίσω του να εκτελέσουν την απόφαση που εκκρεμεί. Τίποτα δεν διασφαλίζει τον Άγγελο, ούτε οι συνθήκες, πολιτικές ή άλλες, υπόσχονται κάποια βοήθεια ατομική. Στις ακραίες καταστάσεις ο άνθρωπος είναι ευάλωτος, καλείται να πάρει αποφάσεις που τον υπερβαίνουν. Οι άνθρωποι που πολέμησαν μαζί του είναι έτοιμοι να βοηθήσουν, αν χρειαστεί, καθώς είναι, όμως, απομονωμένοι, είναι και αδύναμοι να δράσουν συλλογικά και αποτρεπτικά.
Η κλειστότητα, η θεατρικότητα, αλλά και η υπέρβαση των ορίων, ο φόβος, η απομόνωση και το παράλογο ως κύρια στοιχεία της ανθρώπινης ζωής, θυμίζουν αντίστοιχες προσεγγίσεις στο θέατρο, ρεύματα που διέτρεξαν την ίδια περίοδο και έθεσαν διλήμματα υπαρξιακά για τον άνθρωπο, τονίζοντας το στοιχείο του παράλογου της εποχής και της ανθρώπινης ζωής. Μόνο που ο Φραγκιάς δεν υπερβαίνει την πραγματικότητα. Χωρίς να την φωτογραφίζει, την ανασυνθέτει, την αποκαλύπτει μέσα από τις ζωές των χαρακτήρων του, που είναι σύμβολα καταστάσεων περισσότερο παρά περιπτώσεις ατομικές.
Στο κείμενό του μας μιλά για τη μετεμφυλιακή Ελλάδα, για την εποχή μέσα στην οποία ο ίδιος ζεί. Για όσους από εμάς οι μνήμες δεν φτάνουν μέχρι την εποχή αυτή, το κείμενο αυτό είναι ένας πολύτιμος οδοδείκτης για το πως φτάσαμε ως εδώ. Ένας τεχνίτης του λόγου μας παίρνει από το χέρι και μας οδηγεί μέσα από εικόνες, λέξεις, νοήματα, πλούτο πραγματικό για όποιον τα προσεγγίσει, για όποιον αφεθεί στη γοητεία τους.





