«Ξεχνάμε πως όλοι είμαστε νεκροί, που συνομιλούν με νεκρούς»

Λίλη Μιχαηλίδου
716
«Ξεχνάμε πως όλοι είμαστε νεκροί, που συνομιλούν με νεκρούς», Λίλη Μιχαηλίδη
Πίνακας της Ανδρονίκης Χειλά

Τα ταξίδια με κάνουν να ξεχνώ, ακόμη και το πρόσωπό μου. Οι καθρέφτες, που συνήθως δε συγχωρούν τις ατέλειες, αλλά αντίθετα τονίζουν τα ψεγάδια της επιδερμίδας, στο ξενοδοχείο, στο Κισιί, ήταν γερασμένοι. Μια αχνή ομίχλη απλώθηκε μόνιμα στην επιφάνειά τους κι ο φωτισμός του δωματίου ήταν πολύ φιλικός, τόσος όσο να μπορεί κάποιος να βλέπει τα σημαντικά.

Το πρόσωπό μου δεν είναι σημαντικό, ούτε ενδιαφέρει αν τα μάτια μου έχουν μαύρους κύκλους ή φουσκώματα, ούτε αν το σώμα μου αρνείται να δεχτεί πως η αθωότητα και η νιότη έχουν μείνει  πίσω και προπορεύεται η φθορά. Χωρίς να το θέλω συγκρίνω την καθημερινότητά μου με την καθημερινότητα των ανθρώπων στο Κισιί. Αδύνατο να μη με καταβάλει η θλίψη. Η αξία της ζωής εδώ έχει άλλο τίμημα και τα παιδιά μεγαλώνουν χωρίς πολλές απαιτήσεις. Η μόρφωση, η παραμόρφωση, η απληστία και η μέθη είναι προνόμια των δυτικών.

Γερνάω. Ξανακοιτάζω το πρόσωπό μου στον θαμπό καθρέφτη. Βλέπω στα μάτια μου τα μάτια της μάνας μου, μικροσκοπικά, υγρά και ακοίμητα. Η ζωή είναι ένα βουνό που συνέχεια τ’ ανεβαίνω. Η κορυφή του δεν είναι μακριά. Οι σκέψεις μου ατέλειωτες, κατηφορικές, χωρίς τελείες. Εγώ ανεβαίνω, αυτές κατεβαίνουν, κατρακυλούν.

Ποιος νόμος κυβερνά τη ζωή μας; Το πόσο θα μάθουμε, το πού θα πορευτούμε; Ποια ελάχιστα σπαράγματα του παρελθόντος και του μέλλοντός μας θα διασωθούν; Όλα καθρεφτίζονται στο μεγάλο ποτάμι που οδηγεί τα νερά του αργά στον ωκεανό. Όλα, ακόμη και οι βουβές νύχτες μας, οι αποσκευές μας που είναι πάντοτε σε ετοιμότητα για την επόμενη, ίσως τελική, διαδρομή.

Αν τα μάτια μου μπορούν ακόμη να κοιτάζουν χωρίς γυαλιά, τότε όλα γύρω μου υπάρχουν στ’ αλήθεια, και τα πρωινά είναι μια αγαλλίαση. Θα τολμούσα να πω μια αναγέννηση, όπως αυτός ο φοίνικας, που τα φύλλα του κινούνται νωχελικά έξω από το παράθυρό μου. Ακολουθώ τη πυξίδα της καρδιάς μου, διαλέγοντας προσεκτικά τα ονόματα να ταιριάζουν με τα πράγματα. Ο προσδιορισμός των λέξεων δεν είναι δύσκολος, κυρίως όταν το φεγγάρι κάνει κύκλους πάνω από το κεφάλι μου.

Με ιντριγκάρει η απόδραση, κι ας είναι μέρος μιας φυγής αναπόδραστης. Μου αρέσει να παρατηρώ τα αστέρια, κι ας είναι μέρος μιας χρόνιας μελαγχολίας. Στις μικρές φωτογραφίες δεν φαίνονται οι ρυτίδες, η αγωνία για το ύστερα, η ματαιότητα για το σήμερα, ούτε τα πρώτα σημάδια χαλάρωσης στο σώμα μου. Δε φαίνονται καθαρά η μνήμη, η λήθη και η μεταξύ τους απώλεια.

Κοιτάζω πάντοτε τους ανθρώπους στα μάτια, προσπαθώντας να αντιμετωπίσω τον φόβο, τον φόβο της ερήμου των ματιών τους που με μαγεύει. Τα μάτια τους ανοίγουν στην ίδια απεραντοσύνη, αλλά και στην ίδια αβεβαιότητα, όπως η έρημος. Ένας απροσδόκητος ψαλμός μέσα στην απέραντη νύχτα με έκανε να δρασκελίσω μια δεκαετία και να βρεθώ αντιμέτωπη με το μέλλον μου.

Στο μυαλό μου ήρθε πάλι η ρήση του Αργεντινού ποιητή «ξεχνάμε πως όλοι είμαστε νεκροί, που συνομιλούν με νεκρούς». Γερνάω. Κοιτάζομαι ξανά στον καθρέφτη, παίρνω το στιλό, σχηματίζω το περίγραμμά μου. Αυτό θα παραμείνει, όταν θα έχω απομακρυνθεί. Αυτό, και ίσως κάποια κτερίσματα στίχων…

  • Οι απόψεις που αναφέρονται στο κείμενο είναι προσωπικές του αρθρογράφου και δεν εκφράζουν απαραίτητα τη θέση του SLpress.gr
  • Απαγορεύεται η αναδημοσίευση του άρθρου από άλλες ιστοσελίδες χωρίς άδεια του SLpress.gr. Επιτρέπεται η αναδημοσίευση των 2-3 πρώτων παραγράφων με την προσθήκη ενεργού link για την ανάγνωση της συνέχειας στο SLpress.gr. Οι παραβάτες θα αντιμετωπίσουν νομικά μέτρα.