Politico-δημοσκόπηση σε πέντε χώρες: Οι δυτικές κοινωνίες αναμένουν έναν νέο παγκόσμιο πόλεμο
13/02/2026
Δημοσκόπηση μεγάλης κλίμακας που πραγματοποιήθηκε σε πέντε δυτικές χώρες δείχνει ότι η πλειονότητα των ψηφοφόρων θεωρεί πως ο κόσμος μετατρέπεται ταχέως σε ένα πιο επικίνδυνο μέρος, το οποίο οδεύει προς έναν παγκόσμιο πόλεμο.
Η εκτενής έρευνα κοινής γνώμης που πραγματοποιήθηκε στις ΗΠΑ, τον Καναδά, το Ηνωμένο Βασίλειο, τη Γαλλία και τη Γερμανία καταδεικνύει ότι οι περισσότεροι πολίτες αντιλαμβάνονται τον κόσμο ως πιο επικίνδυνο και θεωρούν αυξημένη την πιθανότητα ενός παγκόσμιου πολέμου μέσα στην επόμενη πενταετία.
Ωστόσο, οι ίδιοι ψηφοφόροι εμφανίζονται απρόθυμοι να στηρίξουν την αύξηση των αμυντικών δαπανών εάν αυτή χρηματοδοτηθεί μέσω αύξησης φόρων, νέου δανεισμού ή περικοπών σε κοινωνικές δαπάνες.
Η ανησυχία για έναν παγκόσμιο πόλεμο εντείνεται αισθητά στη δυτική κοινή γνώμη. Σύμφωνα με τη δημοσκόπηση που διενεργήθηκε για το Politico από την εταιρεία Public First μεταξύ 6–9 Φεβρουαρίου, με τη συμμετοχή άνω των 10.000 ενηλίκων στις πέντε χώρες, η πλειονότητα των ερωτηθέντων πιστεύει ότι ο κόσμος εισέρχεται σε μια πιο επικίνδυνη περίοδο. Στις ΗΠΑ, τον Καναδά, τη Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο, οι περισσότεροι συμμετέχοντες θεωρούν πιθανό το ενδεχόμενο ενός «Τρίτου Παγκοσμίου Πολέμου» έως το 2031.
Μόνο στη Γερμανία η πλειοψηφία εκτιμά ότι η πιθανότητα ενός παγκόσμιου πολέμου μέσα στα επόμενα πέντε χρόνια είναι χαμηλή.
Η αύξηση της προσδοκίας για πόλεμο έχει ενταθεί τον τελευταίο χρόνο. Σε σύγκριση με την ίδια ερώτηση που είχε θέσει η Public First τον Μάρτιο του 2025, το ποσοστό όσων προβλέπουν παγκόσμια σύγκρουση έχει αυξηθεί σημαντικά.
Στο Ηνωμένο Βασίλειο, το ποσοστό όσων θεωρούν «πιθανό» ή «πολύ πιθανό» έναν νέο παγκόσμιο πόλεμο έως το 2031 αυξήθηκε από 30% σε 43%. Στις ΗΠΑ, το αντίστοιχο ποσοστό ανέβηκε από 38% σε 46%. Τα ευρήματα υποδηλώνουν ότι η αντίληψη περί ασφάλειας στη Δύση έχει μεταβληθεί ριζικά σε σύντομο χρονικό διάστημα.
Τα υψηλότερα ποσοστά στις ΗΠΑ
Όταν οι ερωτώμενοι κλήθηκαν να αξιολογήσουν την πιθανότητα εθνικής εμπλοκής σε πόλεμο, οι Αμερικανοί ψηφοφόροι εμφανίστηκαν ως εκείνοι που θεωρούν πιο πιθανό η χώρα τους να εισέλθει σε σύγκρουση εντός της επόμενης πενταετίας. Ακολουθούν το Ηνωμένο Βασίλειο και η Γαλλία. Η εικόνα αυτή υποδηλώνει ότι στις χώρες του ΝΑΤΟ με πυρηνική ισχύ η προσδοκία σύγκρουσης είναι εντονότερη, ενώ παράλληλα δείχνει ότι η ρητορική του προέδρου Donald Trump περί «προέδρου της ειρήνης» δεν φαίνεται να πείθει την αμερικανική κοινή γνώμη.
Ιδιαίτερα ανησυχητική καταγράφεται και η ανησυχία για ενδεχόμενη χρήση πυρηνικών όπλων. Στις ΗΠΑ, το Ηνωμένο Βασίλειο, τη Γαλλία και τον Καναδά, τουλάχιστον ένας στους τρεις θεωρεί πιθανή τη χρήση πυρηνικών σε ενδεχόμενο πόλεμο εντός της επόμενης πενταετίας. Στην Ευρώπη, η Ρωσία αναδεικνύεται ως η μεγαλύτερη απειλή για την ειρήνη, ενώ στον Καναδά οι συμμετέχοντες κατέδειξαν ως σημαντικότερο κίνδυνο για την ασφάλεια τις ΗΠΑ υπό τη διακυβέρνηση Τραμπ. Στη Γαλλία, τη Γερμανία και το Ηνωμένο Βασίλειο, οι ΗΠΑ κατατάσσονται ως η δεύτερη μεγαλύτερη απειλή — μπροστά ακόμη και από την Κίνα — στοιχείο που προκαλεί ιδιαίτερη εντύπωση.
Οι αμυντικές δαπάνες δεν συγκεντρώνουν αποδοχή
Παρά την αυξημένη αίσθηση απειλής, η κοινή γνώμη εμφανίζεται επιφυλακτική ως προς τη χρηματοδότηση της άμυνας. Σε Γαλλία, Γερμανία, Ηνωμένο Βασίλειο και Καναδά, η πλειονότητα θεωρεί ότι οι χώρες τους πρέπει να διαθέσουν περισσότερους πόρους στην άμυνα — τάση που είναι ιδιαίτερα έντονη στο Ηνωμένο Βασίλειο και τον Καναδά. Ωστόσο, όταν διευκρινίζεται ότι η αύξηση του αμυντικού προϋπολογισμού θα συνεπάγεται αύξηση φόρων, διόγκωση του δημόσιου χρέους ή περικοπές σε άλλες δαπάνες, η υποστήριξη μειώνεται απότομα.
Στη Γαλλία, το ποσοστό όσων παρείχαν υπό όρους στήριξη στην αύξηση των αμυντικών δαπανών το 2025 μειώθηκε από 40% σε 28% φέτος. Στη Γερμανία, το αντίστοιχο ποσοστό έπεσε από 37% σε 24%. Και στις δύο χώρες, όταν το οικονομικό κόστος διατυπώνεται ρητά, οι ψηφοφόροι τείνουν περισσότερο να αντιτίθενται παρά να στηρίζουν την αύξηση των αμυντικών δαπανών. Στη Γερμανία, οι αμυντικές δαπάνες συγκαταλέγονται μεταξύ των λιγότερο προτιμώμενων χρήσεων δημόσιων πόρων — με μόνο την εξωτερική βοήθεια να συγκεντρώνει χαμηλότερη στήριξη.
Η πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τη δημιουργία ενιαίου στρατού της Ευρωπαϊκής Ένωσης υπό κεντρική διοίκηση συγκεντρώνει επίσης περιορισμένη υποστήριξη. Στη Γερμανία το 22% των συμμετεχόντων και στη Γαλλία το 17% δήλωσαν ότι τη στηρίζουν. Αντιθέτως, η επαναφορά της υποχρεωτικής στρατιωτικής θητείας φαίνεται να συγκεντρώνει συγκριτικά μεγαλύτερη αποδοχή σε Γερμανία και Γαλλία, με περίπου ισομερή κατανομή υπέρ και κατά.
Τα αποτελέσματα της δημοσκόπησης αναδεικνύουν το δίλημμα που αντιμετωπίζουν οι ηγέτες του ΝΑΤΟ σε μια περίοδο δημοσιονομικών περιορισμών: οι ψηφοφόροι αντιλαμβάνονται αυξημένες απειλές, αλλά δεν εμφανίζονται πρόθυμοι να επωμιστούν το δημοσιονομικό βάρος που απαιτεί η αντιμετώπισή τους. Τα ευρήματα, ενόψει της Διάσκεψης Ασφαλείας του Μονάχου, υποδηλώνουν ότι οι δυτικοί ηγέτες θα χρειαστεί να επαναπροσδιορίσουν τόσο τις στρατηγικές ασφάλειας όσο και τη διαχείριση της κοινής γνώμης.
Η διαδικτυακή έρευνα πραγματοποιήθηκε μεταξύ 6–9 Φεβρουαρίου, με τουλάχιστον 2.000 συμμετέχοντες σε κάθε χώρα. Τα αποτελέσματα σταθμίστηκαν βάσει ηλικίας, φύλου και γεωγραφικής κατανομής. Το περιθώριο σφάλματος ανά χώρα ανέρχεται σε ±2 ποσοστιαίες μονάδες, ενώ στις επιμέρους ομάδες είναι υψηλότερο.





