ΣΙΝΕΜΑ

“Καμιά άλλη επιλογή”: Μια νοτιοκορεάτικη ταινία αφιερωμένη στο Γαβρά

"Καμιά άλλη επιλογή": Μια νοτιοκορεάτικη ταινία αφιερωμένη στο Γαβρά, Χρήστος Ξένος

Ένας σκηνοθέτης, που έχει εδώ και πολλά χρόνια αφήσει το στίγμα του στο παγκόσμιο σινεμά, ο Παρκ Τσαν-γουκ (“Old Boy”, “Η Υπηρέτρια”, “Απόφαση φυγής”), γυρίζει μία επικαιροποιημένη εκδοχή ενός βιβλίου (“Το Τσεκούρι”, 1997, Ντόναλντ Γουέστλεϊκ), που είχε καταπιαστεί και ο δικός μας Κώστας Γαβράς (“Το Τσεκούρι”, 2005), όπου και του αφιερώνει την ταινία.

Το “Καμία Άλλη Επιλογή” (“Eojjeolsuga Eobsda”/”No other Choice”) αποτελεί ένα καλογυρισμένο θρίλερ αρκετά πολύπλοκο και σκηνοθετικά αριστοτεχνικό. Αφορά έναν οικογενειάρχη, πρώην υψηλό στέλεχος μίας χαρτοβιομηχανίας, που χάνει τη δουλειά του. Προκειμένου να διεκδικήσει εκ νέου την εισαγωγή του στην αγορά εργασίας και συγκεκριμένα σε παρόμοιο πόστο με αυτό που είχε, συλλαμβάνει την μακάβρια ιδέα να ξεκάνει τους ανταγωνιστές του.

Ο Παρκ Τσαν-γουκ έχει έναν ιδιαίτερο τρόπο να σκηνοθετεί, σε πολλαπλά επίπεδα, η κάμερα κινείται σε μεγάλο βάθος πεδίου, παρατηρώντας παράλληλα πολλαπλά επίπεδα κίνησης ή καταστάσεων. Άλλοτε επικεντρώνεται στα πρόσωπα ή στη δράση. Όλα κινούνται εξαιρετικά αρμονικά, με μία αρκετή δομική αρχιτεκτονική των πλάνων του, καθώς, φαίνεται πως τίποτα δεν αφήνει τυχαία να δούμε. Η αφήγηση από την άλλη είναι σφιχτοδεμένη, επεξηγηματική και ανατρεπτική συχνά-πυκνά, κρατώντας, ως είθισται στα θρίλερ, τον θεατή σε μία δημιουργική αγωνία.

Παρόλα αυτά, αυτό που προκύπτει ως ερώτημα είναι η έλλειψη ταύτισης με τον πρωταγωνιστή Μαν-σου (Lee Byung-hun) ή την συμπρωταγωνίστριά του Μίρι (Son Ye-jin), καθώς το έγκλημα, που προκύπτει ως ζητούμενο και ως επίτευγμα, είναι ζήτημα αμφιλεγόμενο. Ο πρωταγωνιστής χάνει τη δουλειά του, υψηλά αμειβόμενη εργασία ως μάνατζερ σε μία από τις πιο σημαντικές χαρτοβιομηχανίες της Νότιας Κορέας. Έτσι, είχε στήσει μία ιδανική οικογένεια. Η πανέμορφη γυναίκα του έπαιζε τένις, τα παιδιά του διάφορες γόνιμες δραστηριότητες, με δύο αυτοκίνητα, διώροφη μονοκατοικία με κήπο.

Όλα αυτά σιγά-σιγά καταρρέουν, καθώς περνά ο καιρός στην ανεργία, χωρίς να μπορεί να βρει κάτι στο αντικείμενο που εργαζόταν. Με ένα είδος εμμονής και θέλοντας να μη χάσει το σπίτι του, και όλες τις ανέσεις που είχε ως τότε σε μία καταναλωτική κοινωνία ή να πέσει κοινωνικά, συλλαμβάνει μία δαιμονική ιδέα, να σκοτώσει όσους θεώρησε πιθανούς ανταγωνιστές του στο χώρο της χαρτοβιομηχανίας.

Εντοπίζει τρεις ανθρώπους, όπου μέσα από την αγωνία του να τους σκοτώσει, αναπτύσσονται και οι δικές τους ζωές, αρκετά θλιβερές: ο ένας αλκοολικός, που η γυναίκα του τον απατά, ο άλλος με προβληματικό παιδί και ο τρίτος, επίσης αλκοολικός, μοναχικός, μάλλον καταθλιπτικός. Οι θλιβερές προσωπικές ιστορίες δεν αποτρέπουν το έγκλημα, μάλλον ισχυροποιούν τον κυνισμό που λειτουργεί ο πρωταγωνιστής, ενώ διανθίζεται με στοιχεία μαύρης κωμωδίας και είναι είδος σαρκαστικών αναφορών για την ανθρώπινη ψυχοσύνθεση.

Η γυναίκα του πρωταγωνιστή λειτουργεί υποστηρικτικά για το σύζυγό της και του προτείνει λύσεις πρακτικές. Σταματά το τένις, τις περιττές δραστηριότητες των παιδιών, ξεφορτώνονται τα δύο πολυέξοδα σκυλιά τους. Μειώνει όσο μπορεί στο ελάχιστο τα έξοδα του σπιτιού, βρίσκει η ίδια μία δουλειά για να βοηθά οικονομικά και προτείνει την πώληση του σπιτιού ως την τελευταία λύση ανάγκης. Αυτή η πρόταση είναι που ξεχειλίζει το ποτήρι στον Μαν-σου, που αισθάνεται ανήμπορος, ανίκανος ως σύζυγος και άντρας, που έως τότε στήριζε απόλυτα την οικογένειά του, μίας πατριαρχικής δομής οικογένεια, όπου ο άντρας εργάζεται και η γυναίκα μεγαλώνει τα παιδιά. Οι ρόλοι αντιστρέφονται, ο γάμος αρχίζει να αναστατώνεται.

“Καμιά άλλη επιλογή”

Η σύγχρονη απαιτητική καταναλωτική και κοινωνική κατάσταση, ενός, μάλλον, δυτικότροπου προτύπου ζωής, λειτουργεί παραλόγως ανταγωνιστικά, με το κλασικό κλισέ “ο θάνατός σου, η ζωή μου”. Εδώ ο Παρκ Τσαν-γουκ μας το κάνει πράξη. Για να έχει τις πολυτέλειες και ανέσεις, ο Μαν-σου θα στείλει στον άλλο κόσμο τρεις ανθρώπους, αδιαφορώντας κυριολεκτικά για τις δικές τους ανάγκες και ζωές. Ταυτόχρονα, η γυναίκα του ανακαλύπτει ποιος διαπράττει αυτά τα εγκλήματα και επιλέγει σιωπηλά να τον στηρίξει, γίνεται συνένοχος, και η ζωή συνεχίζεται.

Αυτή η συνθήκη σχεδιασμού εγκλημάτων και μία κυνικότητα κατά την πρακτική εφαρμογή τους, οριακά σοκάρουν το θεατή, που διακρίνει να εξελίσσονται μπροστά του όλα με έναν κυνικό ρεαλισμό, σα μία φάρσα, χωρίς απαραίτητα έναν ηθικό προσανατολισμό ή προβληματισμό, αλλά μάλλον και με μία αμφισημία: καθώς ο Μαν-σου σχεδιάζει να σκοτώσει τον πρώτο ανταγωνιστή του, ταυτόχρονα προσπαθεί να τον αποτρέψει από το να πιάσει επ’ αυτοφώρω τη γυναίκα του με τον εραστή της. Παρόλα αυτά, καταλήγει στο φόνο. Η απελπισία του τον οδηγεί στην ακρότητα. Στη δεύτερη περίπτωση είναι πλέον ορθολογικά αποφασισμένος. Δεν αφήνει περιθώρια ούτε στον εαυτό του να το σκεφτεί ιδιαίτερα, ενώ στην τρίτη περίπτωση λειτουργεί ακόμα πιο κυνικά και αποφασιστικά. Τα ευτράπελα δε λείπουν, ως κάποιον ατζαμή τύπο, που προσπαθεί να καλύψει τα ίχνη του και μόνο από τύχη δε σκοτώνεται ο ίδιος.

Αν και όλο το σχέδιο του πρωταγωνιστή προχωρά μεθοδικά και τελικά καταφέρνει να πάρει τη δουλειά που ονειρευόταν, καταφέρνει να σώσει το σπίτι του, την οικογένειά του, τα υλικά του αγαθά, η ταινία σου αφήνει μία πικρόχολη μελαγχολική διάθεση γι’ αυτό το μαύρο χιούμορ ή την ακραία αναγκαιότητα των φόνων, μία συνθήκη τρέλας, μία αλληγορική φαντασίωση ενός τρόπου ζωής που συμβολικά σε οδηγεί καθημερινά σε τέτοιους εικονικούς φόνους, προσπαθώντας ο καθένας να σώσει τη θέση του, κοινωνική, οικονομική, πολιτιστική.

Ο σκηνοθέτης, όχι τυχαία, έχει τοποθετήσει την κόρη του πρωταγωνιστή – κυνικού δολοφόνου – να έχει αυτιστική συμπεριφορά, με παράλληλη ιδιοφυή σχέση με το κλασικό και εξαιρετικό μουσικό όργανο, το τσέλο, ερμηνεύοντας Μπαχ σε υψηλό επίπεδο. Συνειρμικά δεν ξεφεύγεις από μία έμμεση ιστορική αναφορά και στη συνήθειες άλλων κυνικών εγκληματιών πολέμου του ναζισμού, που είχαν την υψηλή κουλτούρα να ακούνε όπερα και κλασική μουσική, ενώ ταυτόχρονα συμμετείχαν στις θηριωδίες του Β’ παγκοσμίου πολέμου.

Κάπως έτσι, ο πρωταγωνιστής Λι Μπιόνγκ-χον ερμηνεύει εξαιρετικά τον κυνικά-απελπισμένο δολοφόνο, ενώ η Σον Γε-γιν ερμηνεύει εξίσου εξαιρετικά και πειστικά τη σύζυγο, που μεταλλάσσεται προς μία, επίσης, κυνική εκδοχή της, αποδεχόμενη, απρόβλεπτα, τα εγκλήματα του συζύγου της, κάτι σαν οικογενειακή ομερτά. Ο τρόπος που κυριαρχεί και αποτυπώνει αυτές τις εναλλαγές διάθεσης συμπληρώνουν αρμονικά την αφήγηση. Η ταινία διαθέτει καλές ερμηνείες, μία δοκιμασμένη αφήγηση, ένα σκηνοθετικό ισορροπημένο αποτέλεσμα, πολύ καλή φωτογραφία, που όμως αφήνουν μία αμφίθυμη γεύση ενός σαρκασμού, που δε λειτουργεί απαραίτητα λυτρωτικά.

Οι απόψεις που αναφέρονται στο κείμενο είναι προσωπικές του αρθρογράφου και δεν εκφράζουν απαραίτητα τη θέση του SLpress.gr

Απαγορεύεται η αναδημοσίευση του άρθρου από άλλες ιστοσελίδες χωρίς άδεια του SLpress.gr. Επιτρέπεται η αναδημοσίευση των 2-3 πρώτων παραγράφων με την προσθήκη ενεργού link για την ανάγνωση της συνέχειας στο SLpress.gr. Οι παραβάτες θα αντιμετωπίσουν νομικά μέτρα.

Ακολουθήστε το SLpress.gr στο Google News και μείνετε ενημερωμένοι

Kαταθέστε το σχολιό σας. Eνημερώνουμε ότι τα υβριστικά σχόλια θα διαγράφονται.

0 ΣΧΟΛΙΑ
Παλιότερα
Νεότερα Με τις περισσότερες ψήφους
Σχόλια εντός κειμένου
Δες όλα τα σχόλια
0
Kαταθέστε το σχολιό σαςx