Λύση fast track για το Κυπριακό από τον Τραμπ;
21/01/2026
Η επανεμφάνιση του Ντόναλντ Τραμπ στο επίκεντρο της διεθνούς πολιτικής σκηνής συνοδεύεται, σχεδόν νομοτελειακά, από τη ρητορική των “γρήγορων λύσεων-fast track”. Από τον πόλεμο στην Ουκρανία μέχρι τις εντάσεις στη Μέση Ανατολή, ο πρόεδρος των ΗΠΑ παρουσιάζεται ως ο άνθρωπος που μπορεί να “κλείσει εκκρεμότητες” με μια συμφωνία, μια συνάντηση κορυφής ή ακόμη και με ένα τηλεφώνημα.
Έτσι πληροφορίες που κυκλοφορούν σε διπλωματικούς και δημοσιογραφικούς κύκλους για αμερικανική πρωτοβουλία για λύση “fast track” στο Κυπριακό, με προσωπική εμπλοκή Τραμπ, προκαλούν εύλογη ανησυχία. Όχι επειδή το Κυπριακό δεν χρειάζεται λύση, αλλά επειδή τέτοιου τύπου προσεγγίσεις ιστορικά οδηγούν είτε σε αποτυχία, είτε σε λύσεις που σπέρνουν νέα προβλήματα.
Το Κυπριακό δεν είναι ένα απλό διμερές ζήτημα, ούτε μια διαφορά που μπορεί να επιλυθεί με έναν ισοσκελισμένο συμβιβασμό ανάμεσα σε “δύο ίσες πλευρές”. Είναι, πρωτίστως, ζήτημα εισβολής και συνεχιζόμενης κατοχής εδάφους ενός ανεξάρτητου κράτους από το 1974. Είναι ζήτημα παραβίασης θεμελιωδών αρχών του διεθνούς δικαίου, μαζικών εκτοπισμών πληθυσμών, αγνοουμένων, καταπάτησης περιουσιακών δικαιωμάτων και συστηματικού εποικισμού των κατεχομένων.
Πέντε δεκαετίες μετά, η Κύπρος παραμένει διχοτομημένη, όχι από κάποια “ιστορική αναγκαιότητα”, αλλά από τη στρατιωτική παρουσία μιας τρίτης χώρας. Αυτή η πραγματικότητα δεν μπορεί να εξωραϊστεί, ούτε να παρακαμφθεί στο όνομα της ταχύτητας, που ψάχνει για λύσεις εικόνας και όχι αποκατάστασης του διεθνούς δικαίου.
Η εμπειρία από την προηγούμενη θητεία Τραμπ προσφέρει ένα σαφές πλαίσιο κατανόησης των προθέσεων και των μεθόδων του. Η εξωτερική του πολιτική χαρακτηρίστηκε από απαξίωση των πολυμερών θεσμών, περιφρόνηση του διεθνούς δικαίου και έντονη προσωποποίηση της διπλωματίας. Ο ΟΗΕ αντιμετωπίστηκε ως γραφειοκρατικό βάρος, οι διεθνείς συνθήκες ως διαπραγματεύσιμες λεπτομέρειες και οι συμμαχίες ως εργαλεία πίεσης. Η πολιτική μετατράπηκε σε business deal, όπου η εικόνα του “επιτυχημένου διαπραγματευτή” είχε μεγαλύτερη σημασία από τη βιωσιμότητα της συμφωνίας. Με άλλα λόγια παντρεύεται η εικόνα με τις μπίζνες.
Η “συμφωνία του αιώνα” για το Παλαιστινιακό αποτελεί το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα. Παρουσιάστηκε ως ιστορική ευκαιρία ειρήνης, αλλά αγνόησε πλήρως τα δικαιώματα και τις θέσεις της παλαιστινιακής πλευράς, παρακάμπτοντας δεκαετίες ψηφισμάτων του ΟΗΕ. Το αποτέλεσμα δεν ήταν η ειρήνη, αλλά η περαιτέρω απονομιμοποίηση της διαδικασίας και η όξυνση των εντάσεων. Το ίδιο μοτίβο επαναλήφθηκε και σε άλλες περιπτώσεις, από τη Βόρεια Κορέα μέχρι τα Βαλκάνια. Και εδώ είχαμε εντυπωσιακές κινήσεις, φωτογραφίες κορυφής, αλλά ελάχιστο ουσιαστικό αποτέλεσμα.
Επικίνδυνη λογική για το Κυπριακό
Στο Κυπριακό, μια τέτοια λογική θα μπορούσε να αποδειχθεί ακόμη πιο επικίνδυνη. Τα σενάρια που φέρονται να εξετάζονται περιλαμβάνουν μορφές χαλαρής συνομοσπονδίας ή ακόμη και έμμεση αποδοχή της ύπαρξης δύο κρατικών οντοτήτων στο νησί. Με αντάλλαγμα εγγυήσεις ασφάλειας, ενεργειακές διευθετήσεις στην Ανατολική Μεσόγειο και υποσχέσεις οικονομικής ανάπτυξης, μια τέτοια όμως “λύση” θα οδηγούσε, στην πράξη, στη νομιμοποίηση των τετελεσμένων της τουρκικής εισβολής. Θα μετέτρεπε ένα πρόβλημα διεθνούς νομιμότητας σε ζήτημα τεχνικής διαχείρισης, αποσυνδέοντας το από τις ιστορικές και νομικές του διαστάσεις που εμπεριέχει.
Η Άγκυρα θα ήταν ο μεγάλος ωφελημένος μιας τέτοιας εξέλιξης. Εδώ και χρόνια έχει εγκαταλείψει, ακόμη και ρητορικά, το πλαίσιο της διζωνικής, δικοινοτικής ομοσπονδίας, προωθώντας ανοιχτά τη λύση των “δύο κρατών”. Η προσωπική σχέση Τραμπ-Ερντογάν, καθώς και η ανοχή που επέδειξε ο πρώην Αμερικανός πρόεδρος στις τουρκικές παρεμβάσεις στη Συρία, στις παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων στο εσωτερικό της Τουρκίας και στις προκλήσεις στην Ανατολική Μεσόγειο, ενισχύουν τις ανησυχίες ότι μια αμερικανική πρωτοβουλία θα κινούνταν κοντά στις τουρκικές επιδιώξεις. Μια “fast track” λύση θα μπορούσε να λειτουργήσει ως όχημα για τη διεθνή αναβάθμιση του ψευδοκράτους, έστω και έμμεσα, παγιώνοντας τη διχοτόμηση με νέο πολιτικό μανδύα.
Για την ελληνοκυπριακή πλευρά, αλλά και για την Ελλάδα, οι συνέπειες μιας τέτοιας “λύσης” θα ήταν βαθιές και μακροπρόθεσμες. Δεν θα επρόκειτο απλώς για ένα δύσκολο συμβιβασμό, αλλά για στρατηγική υποχώρηση. Η αποδοχή μιας λύσης που παρακάμπτει τα ψηφίσματα του ΟΗΕ και το ευρωπαϊκό κεκτημένο, θα έστελνε το μήνυμα ότι η παραβίαση του διεθνούς δικαίου μπορεί, με τον χρόνο και την κατάλληλη γεωπολιτική πίεση, να μετατραπεί σε “ρεαλιστική διευθέτηση”. Σε μια εποχή όπου ο αναθεωρητισμός ενισχύεται διεθνώς, ένα τέτοιο προηγούμενο θα ήταν εξαιρετικά επικίνδυνο, όχι μόνο για την Κύπρο, αλλά και για την Ελλάδα, που δέχεται πιέσεις από την Τουρκία να αναθεωρηθούν όλες οι συμφωνίες που έχουν συναφθεί μεταξύ των δύο χωρών.
Η ευθύνη ΕΕ και ο ΟΗΕ
Ιδιαίτερη ευθύνη φέρει και η Ευρωπαϊκή Ένωση. Η Κυπριακή Δημοκρατία είναι πλήρες κράτος-μέλος και οποιαδήποτε λύση εκτός του πλαισίου των ευρωπαϊκών αρχών, των τεσσάρων ελευθεριών και του κράτους δικαίου θα συνιστούσε θεσμική εκτροπή. Η ΕΕ δεν μπορεί να αποδεχθεί μια “ειδική περίπτωση” στο εσωτερικό της, όπου τα ανθρώπινα δικαιώματα και η κυριαρχία τίθενται υπό αίρεση στο όνομα της γεωπολιτικής σταθερότητας ή των ενεργειακών συμφερόντων. Η σιωπή ή η παθητική αποδοχή μιας αμερικανικής πρωτοβουλίας, που αγνοεί το ευρωπαϊκό κεκτημένο, θα υπονόμευε την ίδια την αξιοπιστία της Ένωσης ως γεωπολιτικού δρώντα.
Το ίδιο ισχύει και για τον ΟΗΕ. Παρά τις αδυναμίες, τις καθυστερήσεις και τα επαναλαμβανόμενα αδιέξοδα, παραμένει ο μοναδικός θεσμικός εγγυητής μιας διαδικασίας βασισμένης στο διεθνές δίκαιο. Η παράκαμψή του υπέρ μιας ad hoc αμερικανικής διαμεσολάβησης, θα ενίσχυε τη λογική ότι τα ισχυρά κράτη μπορούν να επιβάλλουν λύσεις κατά το δοκούν, αποδυναμώνοντας περαιτέρω το ήδη εύθραυστο σύστημα συλλογικής ασφάλειας.
Το Κυπριακό δεν χρειάζεται λύση “fast track”, ούτε επικοινωνιακά πυροτεχνήματα, που εξυπηρετούν την προσωπική υστεροφημία οποιουδήποτε ηγέτη. Χρειάζεται χρόνο, πολιτικό θάρρος και ειλικρινή βούληση για μια λύση δίκαιη, βιώσιμη και λειτουργική. Μια λύση, χωρίς ξένα στρατεύματα και αναχρονιστικές εγγυήσεις, στο πλαίσιο του διεθνούς και ευρωπαϊκού δικαίου. Κάθε απόπειρα επιβολής μιας πρόχειρης συμφωνίας από τα πάνω κινδυνεύει είτε να απορριφθεί από τους ίδιους τους πολίτες, είτε να καταρρεύσει στην πράξη. Και στο Κυπριακό, η ιστορία έχει δείξει ότι οι αποτυχίες δεν είναι ποτέ ουδέτερες και αυτό γιατί αφήνουν πίσω τους βαθύτερα ρήγματα και ακόμη πιο δύσκολα αδιέξοδα.




