Έχει μέλλον η ελληνική Αριστερά;
28/01/2026
Η κατάσταση στον ευρύτερο χώρο της Αριστεράς και Κεντροαριστεράς προκαλεί μελαγχολία: όλοι συμφωνούν στις διαπιστώσεις για την κυβέρνηση Μητστοτάκη και για τον διεθνή και εγχώριο τραμπισμό και στην συνέχεια διαφωνούν μεταξύ τους και αδυνατούν να αρθρώσουν εναλλακτική πρόταση απέναντι στην πιο “απαξιωμένη και διεφθαρμένη κυβέρνηση της Μεταπολίτευσης” που διανύει τον έβδομο χρόνο.
Το Συνέδριο της Νέας Αριστεράς την εβδομάδα που πέρασε ήταν αποκαλυπτικό: Ένα κόμμα του 1,5% έφθασε σε πρόθυρα νέας ρήξης και διάσπασης, διαφωνώντας για την ενότητα της Κεντροαριστεράς. Ορισμένοι αντιλήφθηκαν τον κίνδυνο του απόλυτου ευτελισμού: ότι εάν δεν έκαναν τους συμβιβασμούς της τελευταίας στιγμής υπήρχε ο κίνδυνος να φύγουν διασπασμένοι την Κυριακή και από την Δευτέρα να έπιαναν ξανά την κουβέντα για την ενότητα…
Τόσο η Νέα Αριστερά που είναι διχασμένη και εξαϋλώνεται, όσο και ο άλλοτε κραταιός ΣΥΡΙΖΑ που ενσάρκωσε την “πρώτη φορά Αριστερά στην κυβέρνηση” και έχει μπει σε ένα καθοδικό σπιράλ δίχως τέλος, είναι σε αναμονή των κινήσεων Τσίπρα. Ο Στέφανος Κασσελάκης έχει εξαφανιστεί από το προσκήνιο επιβεβαιώνοντας ότι ήταν “πολιτική φούσκα”, ενώ ο Γιάνης Βαρουφάκης μπαίνει στην ατζέντα μόνο όταν μιλά για τους μπάφους της νεότητας. Η Ζωή Κωνσταντοπούλου, εάν συμπεριληφθεί στην ευρύτερη Κεντροαριστερά, διατηρείται με τα προσωπικά σόου στην Βουλή και την μαχητικότητά της που κερδίζει ένα περιορισμένο και οργισμένο κοινό.
ΠΑΣΟΚ σε περιδίνηση
Αλλά ακόμη και το ΠΑΣΟΚ είναι ξανά σε φάση περιδίνησης καθώς δεν λέει να ξεκολλήσει η δημοσκοπική βελόνα. Ο Νίκος Ανδρουλάκης δεν αμφισβητείται ευθέως, αμφισβητείται όμως η στρατηγική του. Με δεδομένο ότι δεν θα είναι “πρώτο κόμμα με μία ψήφο” όπως ο ίδιος έχει θέσει τον στόχο, το ζήτημα της ηγεσίας θα τεθεί αμέσως μετά, αν και ορισμένοι με αφορμή το επικείμενο Συνέδριο φροντίζουν να το επισπεύδουν. Το ερώτημα είναι τι θα έχει απομείνει ύστερα από μία ακόμη ήττα που θα έχει αποδομήσει πλήρως την στρατηγική του διμέτωπου. Ακόμη και με κατεστραμμένο τον ΣΥΡΙΖΑ, απέτυχε να γίνει η εναλλακτική στην κυβέρνηση Μητσοτάκη. “Τι έχουν τα έρμα και ψοφάνε” όπως σχολιάζουν και μεταξύ τους.
Η ελπίδα πάλι που προκάλεσε ο Αλέξης Τσίπρας με τις αρχικές του κινήσεις – την παραίτηση από την βουλή και την έκδοση της “Ιθάκης”, ξεθωριάζουν όσο περνά ο χρόνος καθώς ο πρώην πρωθυπουργός δεν δημιουργεί μία νέα δυναμική, παρόμοια με εκείνη του 2012-2015. Κινδυνεύει να πέσει ξανά στο τέλμα από το οποίο προσπάθησε να αποδράσει, επιχειρώντας πυρήνες με τις οργανώσεις του ΣΥΡΙΖΑ που αλλάζουν ταμπέλα και συζητώντας με πρώην συντρόφους για επανασυγκολήσεις, τις οποίες αρχικά απέρριπτε.
Η συζήτηση για την ενότητα θυμίζει Βαβέλ: Ο ΣΥΡΙΖΑ επιμένει στην πρόταση για ενιαίο ψηφοδέλτιο όλων των δυνάμεων της Κεντροαριστεράς ως μόνη διέξοδο για να μην κερδίσει τρίτη τετραετία ο Κυριάκος Μητσοτάκης. Παρασκηνιακά προς το παρόν, ο Παύλος Πολάκης που κέρδισε τις μισές ψήφους στην μάχη της ηγεσίας, διαφωνεί, καθώς θεωρεί τον Τσίπρα και το ΠΑΣΟΚ συστημικές δυνάμεις.
Στη Νέα Αριστερά, η μισή συμπίπτει με τις θέσεις του Πολάκη, τον οποίο όμως κατά τα άλλα δεν θέλει ούτε να δει αφού θεωρεί ότι η προσωπική του παρουσία δεν συνάδει με το ύφος και το ήθος της. Η πρόταση πάλι του ΣΥΡΙΖΑ απευθύνεται και στον Ανδρουλάκη που επίσης έχει βαθιές διαφορές με τον μισό ΣΥΡΙΖΑ και επιπλέον αντιμετωπίζει σαν εχθρό τον Τσίπρα. Ο Ανδρουλάκης, υπό την απειλή Τσίπρα και Καρυστιανού, κάνει άνοιγμα σε ΣΥΡΙΖΑ και Νέα Αριστερά, αλλά μίζερο. Από τη μία πιέζεται από τον Χάρη Δούκα να ξεκαθαρίσει ότι δεν συνεργάζεται με τη ΝΔ και από την άλλη καραδοκεί η Άννα Διαμαντοπούλου που φυσικά δεν στέργει καθόλου τις κινήσεις προς την Κεντροαριστερά.
Όσο για τις άλλες προσωπικότητες του χώρου, Πέτρος Κόκκαλης, Λούκα Κατσέλη, Νίκος Κοτζιάς θα μπορούσαν να αθροιστούν σε μία ευρύτερη σύνθεση, αλλά το αποτύπωμά τους στη κοινωνία δεν είναι υπολογίσιμο. Κάπως έτσι, η όλη συζήτηση για την ενότητα είναι για εσωτερική κατανάλωση.
Η μόνη δυναμική για υπέρβαση αυτού του τοπίου, που ακόμη υπάρχει αλλά βαίνει μειούμενη, είναι από τον Τσίπρα ο οποίος εξακολουθεί να αγγίζει ένα ευρύτερο κοινό που τον είχε ψηφίσει και στο παρελθόν. Ένα κόμμα που θα εκφράσει ένα τμήμα δυσαρεστημένων ψηφοφόρων και θα υποδεχθεί και νυν βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ και ίσως κάποιες προσωπικότητες του χώρου. Αλλά ο Αλέξης Τσίπρας καθυστερεί και διστάζει να κάνει κινήσεις στο πεδίο. Περιορίζεται στις παρουσιάσεις του βιβλίου του ανά την Ελλάδα. Οι μετρήσεις δεν είναι ευνοϊκές, άφησε τον ΣΥΡΙΖΑ του 17,8% για να επιστρέψει με ένα κόμμα που θα πάρει λιγότερο ποσοστό;
Το πολιτικό πρόβλημα της Αριστεράς
Για το μεν ΠΑΣΟΚ το ζητούμενο είναι να πείσει ότι μπορεί να γίνει κυβέρνηση. Το ότι θα ασκήσει την εξουσία δίχως την διαφθορά του συστήματος Μητσοτάκη δεν είναι δύσκολο. Μόνο που αυτό φαίνεται ότι δεν αρκεί στην κοινωνία. Θα είχε καλύτερη τύχη με ένα διαφορετικό αρχηγό; Ο στενός πυρήνας των ψηφοφόρων του που ψήφισε Ανδρουλάκη δύο φορές αδιαφορεί. Η αντιπολίτευσή του πάντως είναι συστημική και ενίοτε συναινετική. Μοιάζει σαν να προσπαθεί να μην τρομάξει ένα συμβιβασμένο κοινό και απαντά απολογιστικά κάθε φορά που η κυβέρνηση τον κατηγορεί ότι κινείται εκτός πλαισίου.
Για την Αριστερά σε όλες τις εκφάνσεις της το πρόβλημα είναι βαθύτερο. Πιάνεται από τον Ντόναλντ Τραμπ προκειμένου να διατυπώσει ότι απαιτείται απάντηση στον “διεθνή και εγχώριο τραμπισμό” που απειλεί τον πλανήτη και την χώρα. Μόνο που θα πρέπει να αρθρώσει και την δική της πρόταση ως απάντηση στο παράδειγμα Τραμπ και στην επανάκαμψη, όπως θεωρεί αυτήν της ακροδεξιάς. Και εδώ χωλαίνει. Όταν το επιχειρεί απλώς αναμασά θέσεις της φιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης, στην οποία είχε προσχωρήσει, και που ηττήθηκε από τον Τραμπ.
Άλλωστε υπάρχει το πρόσφατο παρελθόν. Ο ενιαίος ΣΥΡΙΖΑ όταν άσκησε εξουσία εφάρμοσε νεοφιλελεύθερη πολιτική με τα μνημόνια, έστω και αν πιστώνεται ότι το έκανε αποτελεσματικά και δίχως διαφθορά. Σαν αντιπολίτευση ταυτίστηκε με τον Μητσοτάκη στην διαχείριση της πανδημίας, που ήταν το μεγάλο πείραμα βιοπολιτικής και κυβερνητικής. Αδιέξοδο.
Το πρόβλημα της Αριστεράς βέβαια δεν περιορίζεται στην Ελλάδα, διεθνώς από την στιγμή που ταυτίστηκε με το φιλελεύθερο υπόδειγμα μετατράπηκε σε συστημική δύναμη. Αδυνατεί γενικότερα να προτείνει ένα νέο σχέδιο απέναντι τόσο στον νεοφιλελευθερισμό όσο και στην σύγχρονη εκδοχή που ενσαρκώνει ο Τραμπ. Το να αναλώνεται σε μάχες κατά της Ακροδεξιάς είναι μία ακόμη υπηρεσία στο σύστημα. Όπως έδειξε άλλωστε το παράδειγμα της Γαλλίας, όπου μετρούσε νεκρούς με τα κίτρινα γιλέκα και παρακολουθεί για δύο θητείες τον Μακρόν να ξεθεμελιώνει το κοινωνικό κράτος.





