Μαρίκα Νίνου: “Γεννήθηκα για να πονώ…”
01/02/2026
Η Μαρίκα Νίνου ήταν η μεγαλύτερη γυναικεία φωνή που πέρασε από την Ελλάδα τα τελευταία ογδόντα χρόνια. Ήταν η τραγουδίστρια που άφησε βαθιά τα σημάδια της στο νεότερο ελληνικό λαϊκό τραγούδι και μέχρι σήμερα θεωρείται αξεπέραστη! Έφτασαν μόνο οκτώ χρόνια “υπηρεσίας” της στα πάλκα και στη δισκογραφία, για να αφήσει “εποχή”, κάτι που άλλοι δεν καταφέρνουν ούτε σε μια ζωή και παρά τα δεκανίκια που αφειδώς τους προσφέρουν, τα “προωθητικά” ραδιοτηλεοπτικά…
Επειδή έζησε μόνο 35 χρόνια, δημιουργήθηκε μία εκτεταμένη μυθολογία για την καταγωγή της, την προσωπική της ζωή, την καλλιτεχνική της πορεία ακόμα και τον θάνατό της. Ένα σωρό ψέματα και βρωμιές έχουν ειπωθεί και γραφτεί γι’ αυτήν, από διάφορους επιτήδειους, φαντασιόπληκτους, προχειρολόγους, ευκαιριακούς, ρεμπετο-τυχοδιώκτες και προφανώς ασεβείς!
Η Μαρίκα Νίνου ήταν αρμενικής καταγωγής και το πραγματικό της όνομα ήταν Ευαγγελία Αταμιάν. Γεννήθηκε το 1922 πάνω στο βαπόρι “Ευαγγελίστρια” που έφερνε τη μητέρα της, τις δύο αδερφές της και τον οκτάχρονο αδερφό της Μπαρκέβ Αταμιάν, από την Σμύρνη στον Πειραιά. Βγήκε απ’ την κοιλιά της μαμάς της μελανιασμένη κι επειδή νόμιζαν ότι δε θα ζούσε την …απομάκρυναν σε κάποια αποθήκη. Όμως συνήλθε, επέζησε και αμέσως την βάφτισε ο καπετάνιος της “Ευαγγελίστριας”, γι αυτό και την είπαν Ευαγγελία. Στην Ελλάδα εγκαταστάθηκαν στην Κοκκινιά, στην οδό Μεγάρων 50. Ο αδερφός της άρχισε να δουλεύει αμέσως, κάνοντας ό,τι δουλειά εύρισκε. Αργότερα άνοιξε ένα μαγαζάκι με κεμπάπ, στον Άγιο Νικόλαο Κοκκινιάς.
Ταλέντο από μικρή
Στα εφτά της, η Ευαγγελία Αταμιάν, γράφτηκε στο αρμένικο σχολείο “Ασκαήν”. Μάλιστα ο δάσκαλός της, την προέτρεψε να μάθει μαντολίνο, το οποίο έκανε και τελικά συμμετείχε στην ορχήστρα του σχολείου! Τα φωνητικά της προσόντα, τα έδειξε πολύ μικρή, αφού από μαθήτρια του δημοτικού ακόμη, την καλούσαν στην αρμένικη εκκλησία “Άγιος Ιάκωβος” για να ψάλλει στις ακολουθίες της Μεγάλης Εβδομάδας. Δεκάχρονη ακόμα, πήγαινε κρυφά σε διάφορα κεντράκια της Κοκκινιάς και κοίταζε απ’ έξω απ’ τα κουρτινάκια το πρόγραμμα, το “ξεσήκωνε” κανονικά και την άλλη μέρα στην τάξη της έδινε παράσταση… Το είχε δηλαδή μέσα της, από μικρή. Το 1939, παντρεύτηκε τον συμπατριώτη της Χάικ Μεσροπιάν, κλειδαρά, με μαγαζάκι στην Κοκκινιά. Το 1940 γεννήθηκε ο γιος τους ο Οβανές, αλλά το ζευγάρι χώρισε και το 1946, όταν ο Μεσροπιάν έφυγε για την Αρμενία.
Ήδη όμως το 1944 και πριν τον χωρισμό της, η Νίνου είχε γνωρίσει τον ακροβάτη και θιασάρχη Νίκο (Νίνο) Νικολαΐδη. Στην αρχή δούλευε στο ταμείο, αλλά στη συνέχεια έγιναν με τον Νίνο καλλιτεχνικό ζευγάρι ακροβατικών, με το όνομα “Ντούο Νίνο” και έκαναν περιοδείες. Αργότερα παντρεύτηκαν και έγινε Ευαγγελία Νικολαΐδου. Το όνομα “Μαρίκα”, τής το κόλλησε η μάνα του Νίνο, μια θεατρίνα, γιατί παρέπεμπε στη Μαρίκα Κοτοπούλη. Το επίθετο Νίνου ήρθε από το Νίνο τον ακροβάτη και έτσι η Ευαγγελία Αταμιάν έγινε Μαρίκα Νίνου. Το 1947 μπήκε στο σχήμα κι ο γιος της, ο Οβανές, οπότε μετονομάστηκε σε “Δυόμισι Νίνο”. Στις παραστάσεις τους, η Μαρίκα, έλεγε και κανένα λαϊκό τραγουδάκι.
Κάποια φορά ήταν καλεσμένοι στη Σαλαμίνα, στο ναύσταθμο, για να κάνουν ακροβατικά. Σε μια στιγμή ο ναύαρχος, στον οποίον άρεσαν πολύ τα τούρκικα τραγούδια, ζήτησε ν’ ακούσει ένα τέτοιο από τη Νίνου. Η Νίνου τραγούδησε διστακτικά ένα τούρκικο τραγούδι που ήξερε από τη μάνα της, ο ναύαρχος ικανοποιήθηκε ιδιαίτερα, αλλά αυτός που ενθουσιάστηκε από τη φωνή της ήταν ο παρευρισκόμενος στην αίθουσα Πέτρος Κυριακός.
Αυτός λοιπόν (και όχι οι …άλλοι των “παραμυθιών” που κυκλοφορούν) τη σύστησε στον Μανόλη Χιώτη ο οποίος την πρωτολανσάρισε δισκογραφικά τον Ιούνιο του 1948 με τα τραγούδια του “Ώρες σε κρυφοκοιτάζω” και “Θα στο πω το μυστικό μου”. Τον Νοέμβριο του 1948 η Μαρίκα Νίνου έκανε δίσκο με τον Γιάννη Παπαϊωάννου και συγκεκριμένα το τραγούδι “Το ‘φαγες το παιδί”. Τραγούδια του Μητσάκη, σε δίσκους, πρωτοείπε η Νίνου το 1949 και τον Οκτώβριο της ίδιας χρονιάς δισκογράφησε το “Για τα μάτια π’ αγαπώ”, του Τσιτσάνη. Ο Τσιτσάνης, δηλαδή, ήρθε αργότερα και δεν ήταν ο πρώτος όπως λένε κάποια άσχετα …σαΐνια.
Για την ζωή της Νίνου στα πάλκα, έχουν γραφτεί διάφορα και συχνά ατεκμηρίωτα. Για να μην πέσω κι εγώ στην ίδια παγίδα, σάς μεταφέρω σχετικώς τα παρακάτω, με κάποιες επιφυλάξεις. Σίγουρα τραγούδησε σε διάφορα μεγάλα μαγαζιά και με διαφορετικά σχήματα, στο πάλκο όμως φαίνεται να την πρωτοανέβασε ο Στελλάκης Περπινιάδης. Την είχε συναντήσει στο στούντιο ηχογράφησης, όταν δισκογραφούσε τα τραγούδια του Χιώτη. Έτσι λοιπόν το 1948, στο κέντρο “Φλόριδα”, στη Λ. Αλεξάνδρας, ήταν μαζί στο πάλκο για πέντε μήνες. Η Νίνου, ο Στελλάκης, ο Γενίτσαρης, ο Ανέστος (ο “γύφτος”), ο Λεμονόπουλος και άλλοι. Η Νίνου σταμάτησε, εκεί, γιατί θεωρούσε λίγες, τις 25 δραχμές που έπαιρνε για μεροκάματο κι όταν τούς ζήτησε αύξηση δεν της έδωσαν.
Μαρίκα Νίνου: Οι πρώτες επιτυχίες
Ήταν τυχερή όμως γιατί τότε ακριβώς αποχώρησε από το σχήμα του Τσιτσάνη στην ταβέρνα του “Τζίμη του Χοντρού” στην οδό Αχαρνών 77 η Σωτηρία Μπέλλου και η Νίνου πήρε τη θέση της με 90 δραχμές. (Ο λόγος που αποχώρησε η Μπέλλου ήταν γιατί τα “έσπασε” με τον μεγάλον Τρικαλινό, αφού ούτε αυτός ούτε και κανένας άλλος, εκεί, τής συμπαραστάθηκε σε επίθεση παρακρατικών που πήγαν στο μαγαζί για διασκέδαση και που της ζήτησαν να τραγουδήσει το άσμα “Του αϊτού ο γιος”, κάτι που αρνήθηκε να κάνει η Μπέλλου).
Με τη Νίνου στου “Τζίμη του Χοντρού”, γινότανε κάθε βράδυ χαμός. Ο Τσιτσάνης έχει πει ότι η ουρά από κόσμο μπροστά στο μαγαζί, έφτανε ως τον Άγιο Παντελεήμονα… Αν και η συνεργασία, της Νίνου, με τον Τσιτσάνη ήταν βραχεία (αφού αυτό γινόταν πάντα με …διακοπές, λόγω τσακωμών, ένεκα χαρακτήρων), έχει περάσει στην ιστορία σα μαγική και μυθική. Από τις εμφανίσεις της πάντως στην ταβέρνα του “Τζίμη του Χοντρού”, κυκλοφόρησε το 1977 σε δίσκο μια ηχογράφηση η οποία έγινε εκεί με μαγνητόφωνο το 1955, από κάποιον ερασιτέχνη. Στο σημείωμα του εξωφύλλου του δίσκου αυτού υπάρχει πλήθος ανακριβειών για τη ζωή της και ασεβειών για το πρόσωπό της, όπως για παράδειγμα ότι αποκρύπτεται με αισχρό τρόπο, η αρμενική καταγωγή της.
Το 1951 βρέθηκε στην Κωνσταντινούπολη με τον Τσιτσάνη και την Ε. Μαργαρώνη, για εμφανίσεις στο κέντρο “Καζαμπλάνκα”, στο οποίο και αποθεώθηκαν! Η αμοιβή τους ήταν τρεις χρυσές λίρες ο Τσιτσάνης, δύο λίρες η Νίνου και μία η Μαργαρώνη. Με ό,τι μάζεψε στην Πόλη, ξεκίνησε να χτίσει ένα σπιτάκι στο Αιγάλεω. Το 1954 ανακάλυψε ότι έπασχε από καρκίνο της μήτρας. Αποφάσισε να πάει στην Αμερική για δύο κυρίως λόγους.
Ο πρώτος λόγος ήταν να τραγουδήσει και να μπορέσει έτσι να συντηρήσει την τετραμελή οικογένεια του αδερφού της Μπαρκέβ, ο οποίος έπασχε κι αυτός από καρκίνο, καθώς και τον γιο της Οβανές, μια και τα κέρδη στην Αμερική, από το τραγούδι, ήταν πολύ μεγάλα. Ο δεύτερος λόγος ήταν να δοκιμάσει τις καλύτερες μεθόδους θεραπείας που είχε ακούσει ότι υπήρχαν εκεί. Στην Αμερική ξαναπήγε το 1956. Κατά τη διάρκεια των δύο αυτών ταξιδιών ηχογράφησε καμιά εικοσαριά τραγούδια. Στην Αμερική πάντως υποβλήθηκε σε εγχείρηση, για τον καρκίνο, το 1956. Τότε, την Μαρίκα Νίνου, βοήθησαν για τα έξοδα του νοσοκομείου, γιατρούς, εισιτήρια, ακόμα και για ρούχα, η Ρένα Ντάλια και ο Κώστας Καπλάνης!
Η Μαρίκα Νίνου πέθανε στις 23 Φεβρουαρίου 1957. Μέχρι και λίγο καιρό πριν το θάνατό της τραγουδούσε αιμορραγώντας στου “Τζίμη του Χοντρού”, γιατί «είχε οικονομικές υποχρεώσεις», όπως έλεγε. Τη θάψανε στο Σχιστό της Νεάπολης πλάι στον αδερφό της Μπαρκέβ Αταμιάν, που είχε πεθάνει το 1955. Δεν υπάρχουν ούτε οι τάφοι τους ούτε τα οστά τους! Ευτυχώς, υπάρχουν αρκετές φωτογραφίες της, τρεις εμφανίσεις της σε κινηματογραφικές ασπρόμαυρες ταινίες ερμηνεύοντας τραγούδια και λίγα ρουχαλάκια της, που φυλάει η ανιψιά της (κόρη του αδερφού της), η Γκιούλα Αταμιάν-Ανσεριάν, η οποία με βοήθησε πολύ, τόσο στα τηλεοπτικά μου αφιερώματα στη θεία της, όσο και σε τούτο το κειμενάκι. Την ευχαριστώ θερμά! Με την ευκαιρία, να πω ότι το πλείστον των φωτογραφιών που κοσμούν το παρόν κείμενο προέρχονται από το οικογενειακό της αρχείο.
Πλούσια καλλιτεχνική κληρονομιά
Η φωνή της Μαρίκας Νίνου ξεχωρίζει σαφώς από τις άλλες μεγάλες λαϊκές γυναικείες φωνές της εποχής της (Μπέλλου, Χασκήλ, Γεωργακοπούλου, Χρυσάφη, κ.λ.π.), γιατί είναι κάτι σαν συνιστάμενη από τις φωνές του λαϊκού, του δημοτικού, ακόμα και του ελαφρού τραγουδιού, αφού είχε κάτι “μπελκάντο” στη χροιά της. Πολύ σημαντικό είναι να τονιστεί ότι η Νίνου στις ζωντανές εμφανίσεις της δεν ερμήνευε απλά τα τραγούδια του προγράμματός της, αλλά τα “έπαιζε” κιόλας με θεατρικό τρόπο κι όλοι έλεγαν ότι και σ’ αυτό ήταν μοναδική!
Στη δισκογραφία των 78 στροφών μάς άφησε 174 τραγούδια απ’ τα οποία το ένα τρίτο ανήκει στον Τσιτσάνη και τα υπόλοιπα σε 20 άλλους Έλληνες δημιουργούς. Στα 119, απ’ αυτά τα 174, τραγουδάει πρώτη φωνή ενώ στα 55 δεύτερη. Επίσης μας άφησε 9 τραγούδια του Τσιτσάνη ηχογραφημένα το καλοκαίρι του 1954 στην αίθουσα “Παρνασσός” από γαλλικό συνεργείο, καθώς και 11 τραγούδια “ζωντανά” στου “Τζίμη του Χοντρού” το 1955. Τραγούδησε με επιτυχία και κάποια από τα ονομαζόμενα αρχοντορεμπέτικα τα οποία μεταμόρφωσε με τη φωνή της και τα ΄κανε ν’ ακούγονται ρεμπέτικα κι έτσι τα “πέρασε” και σ’ άλλα κοινωνικά στρώματα…
Γράφει ο Μάνος Χατζιδάκις για τη Μαρίκα Νίνου, αφιερώνοντάς της το δίσκο του, “ΠΕΡΙΞ” (1974): «Όλη η εργασία αυτή αφιερώνεται στη μνήμη της ανεπανάληπτης Μαρίκας Νίνου, που δίχως να το ξέρει με το μαχαίρι της φωνής της, χάραξε μέσα μας βαθιά τα ονόματα θεών της ταπεινοσύνης και της Βυζαντινής παρακμής». Ο Πάνος Γεραμάνης, σ’ ένα αφιέρωμα που έκανε στη Νίνου το 2003, είπε μεταξύ άλλων τα εξής: «Η παρουσία της Μαρίκας Νίνου σηματοδότησε νέα εποχή στην ερμηνεία του λαϊκού τραγουδιού και παράλληλα εδραίωσε μια καινούρια αντίληψη στη σκηνή των λαϊκών κέντρων της εποχής του ‘50».
Ο Γιώργος Παπαδάκης απ’ την άλλη γράφει πολύ εύστοχα για την Νίνου: «Όπως η σκληρή, βραχνή και ατημέλητη φωνή του Μάρκου Βαμβακάρη εικονίζει τον άντρα του ρεμπέτικου της εποχής του, έτσι και η φωνή της Νίνου υλοποιεί τον γυναικείο χαρακτήρα στα τραγούδια που τα χρόνια εκείνα έγραφαν ο Τσιτσάνης, ο Παπαϊωάννου, ο Μητσάκης… Τραγουδώντας, ζωγραφίζει γνωστούς και οικείους γυναικείους χαρακτήρες, στον ευρύτερο χώρο της αστικής λαϊκής κοινωνίας». Ο Βασίλης Τσιτσάνης, ο …καθ’ ύλην αρμόδιος θα έλεγα, έχει πει μεταξύ άλλων για τη Νίνου: «Είχε μια ξεχωριστή ερμηνευτική ικανότητα, είχε το κάτι άλλο… Όταν τραγουδούσε κυριολεκτικά καθήλωνε τον κόσμο… Τραγουδούσε και δίδασκε κιόλας μαζί με το τραγούδι, όπως ο δάσκαλος που διδάσκει τους μαθητές… Αυτό ήταν έμφυτο. Ήταν γεννημένη για το πάλκο…»
Οι διάφοροι υπεύθυνοι για τον πολιτισμό της πατρίδας μας δεν έκαναν μέχρι σήμερα τίποτα για τη μυθική αυτή τραγουδίστρια, αν και φαντάζομαι ότι θα γλέντησαν πολλές φορές με τα τραγούδια της. (Ντροπή μας!). Ας είναι. Η Νίνου θα υπάρχει και θα θυμιέται, όταν αυτοί θα έχουν παντελώς ξεχαστεί. Οι ευαίσθητοι, και ανεξάρτητα τι γράφει η ταυτότητά τους, ας ανάψουν κάνα κεράκι για την ψυχούλα της!





