Το κολύμπι του Τσίπρα σε σοσιαλδημοκρατικά νερά!
08/02/2026
Υπάρχουν πολιτικοί που βαδίζουν πάνω σε σταθερό έδαφος και άλλοι που επιμένουν να κολυμπούν, ακόμη κι όταν η θάλασσα έχει εξαφανιστεί. Ο Αλέξης Τσίπρας ανήκει στους δεύτερους. Κολυμβητής μεγάλων αποστάσεων σε νερά ρηχά, θολά και διαρκώς μεταβαλλόμενα. Δεν τον ενδιαφέρει τόσο πού πάει, όσο το να μην τον καταπιεί η ξηρά, διότι η ξηρά απαιτεί στάση, ταυτότητα, εξήγηση. Και αυτά είναι βαριά πράγματα.
Από τη ριζοσπαστική Αριστερά της ντουντούκας και της οργής, μέχρι τη σοσιαλοδημοκρατία της ευγενικής συνεννόησης και των χαμηλών τόνων, ο Τσίπρας διέγραψε μια πορεία που παρουσιάστηκε ως ωρίμανση, αλλά έμοιαζε περισσότερο με διαρκή αλλαγή μαγιό. Κάθε εποχή κι ένα ύφασμα, κάθε συγκυρία κι ένα χρώμα. Το σώμα ίδιο, το νερό πάντα ξένο. Η ριζοσπαστική Αριστερά (εκείνη που υποσχόταν ρήξεις, ανατροπές, σκισίματα χαρτιών και ιστορικούς σεισμούς) αποδείχθηκε τελικά μια πρόβα τζενεράλε. Ένα φροντιστήριο εξουσίας, όχι για να αλλάξει τον κόσμο, αλλά για να μάθει πώς λειτουργεί το σύστημα χωρίς να το ενοχλείς πολύ.
Η επανάσταση μπήκε σε παρένθεση και στη θέση της ήρθε η διαχείριση. Όχι η ψυχρή, τεχνοκρατική διαχείριση της Δεξιάς, αλλά η ανθρώπινη, είναι εκείνη η συναισθηματική διαχείριση της Αριστεράς που λέει: “ξέρω ότι πονάς, αλλά πρέπει να το κάνουμε”. Ο Τσίπρας δεν πρόδωσε τις ιδέες του. Τις απλούστευσε. Τις έκανε εύχρηστες, συμβατές, μεταφράσιμες. Η Αριστερά του έγινε ένα λεξικό, το οποίο έφτιαξε μια διπλή γλώσσα. Από τη μία η γλώσσα της κοινωνικής δικαιοσύνης, από την άλλη η γλώσσα των αγορών. Κι εκείνος στη μέση, διερμηνέας μιας εποχής που δεν ήθελε ούτε ρήξεις, ούτε όνειρα, αλλά μόνο επιβίωση.
Η μετάβαση στη σοσιαλοδημοκρατία παρουσιάστηκε ως φυσική εξέλιξη. Σαν να λέμε ότι το παιδί μεγάλωσε, έκοψε τα μακριά μαλλιά, φόρεσε σακάκι και έμαθε να μιλάει σοβαρά. Μόνο που εδώ το παιδί δεν μεγάλωσε, απλώς κατάλαβε ότι οι φωνές κουράζουν και ότι η εξουσία αγαπά τους χαμηλόφωνους. Έτσι, η ριζοσπαστικότητα αντικαταστάθηκε από τον “ρεαλισμό”. Εξάλλου αυτή είναι η λέξη-μαξιλάρι που απορροφά κάθε ιδεολογικό κραδασμό.
Η Αριστερά, όμως, δεν έπαψε να είναι σε κρίση. Αντιθέτως, η κρίση έγινε μόνιμη κατάσταση. Μια Αριστερά που δεν ξέρει αν είναι κόμμα διαμαρτυρίας ή κόμμα εξουσίας, αν πρέπει να θυμίζει το παρελθόν ή να διαχειρίζεται το παρόν. Κι ο Τσίπρας φιλοδόξησε να γίνει ο ηγέτης αυτής της κρίσης. Όχι για να τη λύσει, αλλά για να τη διοικήσει. Σε μια τέτοια Αριστερά, η πολιτική δεν είναι πια εργαλείο αλλαγής, αλλά ευκαιρία. Ευκαιρία να σωθεί το σύστημα από τον εαυτό του, όταν αυτό τρίζει επικίνδυνα. Και ποιος καλύτερος να παίξει αυτόν τον ρόλο από μια Αριστερά που έχει ήδη αποκηρύξει τη ρήξη, αλλά διατηρεί το ηθικό άλλοθι; Έτσι, οι χρεωμένοι κρατικοδίαιτοι ολιγάρχες βρήκαν ένα νέο σωσίβιο. Όχι μπλε, όχι μαύρο, αλλά ροζ, απαλό, καθησυχαστικό, με κοινωνικό πρόσημο.
Η ειρωνεία είναι πηχτή. Εκεί που κάποτε η Αριστερά υποσχόταν να τελειώσει με τη διαπλοκή, κατέληξε να τη διαχειρίζεται με όρους σταθερότητας. Όχι να την ανατρέψει, αλλά να την εξορθολογίσει. Να της βάλει κανόνες. Να τη σώσει από τα χειρότερά της. Και όλα αυτά στο όνομα της κοινωνίας, που στο μεταξύ μάθαινε να ζει με λιγότερα και να ελπίζει σε ακόμη λιγότερα.
Ο δρόμος της προσαρμογής υπό τον Τσίπρα
Ο Τσίπρας μίλησε για “νέο κοινωνικό συμβόλαιο”. Μα κάθε συμβόλαιο θέλει δύο ίσους συνομιλητές. Εδώ, όμως, ο ένας ήταν εξαντλημένος και ο άλλος υπερχρεωμένος, αλλά πάντα όρθιος. Κι ανάμεσά τους, ένας πρωθυπουργός, διαμεσολαβητής που έμοιαζε περισσότερο με συμβολαιογράφο, παρά με ηγέτη ρήξης. Δεν του έλειψε ποτέ η επιθυμία να ηγηθεί. Του έλειψε η επιθυμία να συγκρουστεί πραγματικά. Γιατί η σύγκρουση έχει κόστος και η Ιστορία δεν συγχωρεί τους ημίτονους. Έτσι, επέλεξε τον δρόμο της προσαρμογής. Κάθε φορά που το κύμα δυνάμωνε, εκείνος δεν όρθωνε αντίσταση, άλλαζε κατεύθυνση. Κι αυτό το ονόμασε πολιτική ευφυΐα.
Τώρα με το νέο του κόμμα μας μιλάει για σοσιαλοδημοκρατία, αλλά η σοσιαλοδημοκρατία του Τσίπρα θα είναι εγχώριας κοπής. Χωρίς ισχυρό κοινωνικό κράτος, χωρίς βαθιές μεταρρυθμίσεις, αλλά με άφθονη ρητορική περί δικαιωμάτων. Ένα πολιτικό υβρίδιο, που προσπαθεί να συνδυάσει την ηθική της Αριστεράς με τη λειτουργικότητα του συστήματος. Το αποτέλεσμα; Ένα κόμμα που θα μιλάει σαν να αντιπολιτεύεται τον εαυτό του.
Αυτή η σοσιαλοδημοκρατία δεν θέλει πια να ανατρέψει τον καπιταλισμό, απλά θέλει να τον κάνει πιο ευγενικό. Να του βάλει τρόπους. Να του ζητήσει, αν είναι δυνατόν, να μην κάνει τόση φασαρία, όταν καταπίνει κοινωνίες. Κι εδώ ο Τσίπρας έχει ρόλο. Όχι ως επαναστάτης, αλλά ως παιδαγωγός του συστήματος. Ένας πολιτικός δάσκαλος, που εξηγεί στο θηρίο πώς να μη δαγκώνει πολύ δυνατά.
Κι όμως, όσο περισσότερο προσπαθεί να ισορροπήσει, τόσο περισσότερο αποκαλύπτεται το κενό. Γιατί η πολιτική δεν συγχωρεί την ασάφεια. Οι πολίτες μπορεί να κουράζονται, αλλά δεν ξεχνούν. Και θυμούνται ότι κάποτε τους υποσχέθηκαν θάλασσες που άνοιγαν και όχι πισίνες με ναυαγοσώστη. Ο Αλέξης Τσίπρας δεν είναι τραγικός ήρωας. Είναι σύμπτωμα. Σύμπτωμα μιας εποχής που φοβάται τις λέξεις “ρήξη” και “σύγκρουση”, όσο φοβάται και την ίδια της τη σκιά. Μιας εποχής που προτιμά να διαχειρίζεται την κρίση, αντί να τη λύνει. Και μιας Αριστεράς που, για να επιβιώσει, έμαθε να κολυμπάει χωρίς να βουτάει. Από εκεί ξεπετάγεται το νέο κόμμα της σοσιαλοδημοκρατίας του κ. Τσίπρα.
Στο τέλος, μένει το ερώτημα: μπορείς να ηγηθείς μιας σοσιαλοδημοκρατίας, που δεν ξέρει τι θέλει να γίνει; Ή μήπως το μόνο που μπορείς είναι να τη διατηρείς σε μόνιμη πλεύση, χωρίς λιμάνι και χωρίς πυξίδα, αρκεί να μην βουλιάξει όσο εσύ είσαι στο τιμόνι; Ο Τσίπρας διάλεξε το δεύτερο. Και ίσως αυτό να είναι το πιο ειλικρινές πράγμα που έκανε ποτέ. Γιατί σε μια χώρα που έμαθε να επιβιώνει, αντί να διεκδικεί, ο ηγέτης δεν είναι αυτός που δείχνει τον δρόμο, αλλά αυτός που ξέρει να επιπλέει. Και ο Αλέξης Τσίπρας, ας του το αναγνωρίσουμε, επιπλέει άψογα.





