Κέρδη ή ζημιές από το Ελληνοτουρκικό Συμβούλιο Συνεργασίας;
20/02/2026
Στον απόηχο της 6ης συναντήσεως του Ανωτάτου Συμβουλίου Συνεργασίας Ελλάδος και Τουρκίας της 11ης Φεβρουαρίου 2026, έχει επέλθει σύγχυση στην κοινή γνώμη από την ύπαρξη θετικών, αρνητικών και ουδετέρων αποτιμήσεων. Σε μέρος των εκτιμήσεων διατείνεται ότι η συνάντηση απέδωσε τα αναμενόμενα ουδέτερα αποτελέσματα, αφού εστιάσθηκε σε θέματα χαμηλής πολιτικής, ενώ οι δύο πλευρές απέφυγαν να θίξουν ζωτικά ζητήματα.
Έτερες αποτιμήσεις (κυρίως κυβερνητικές, αλλά και μέρους της ακαδημαϊκής και διπλωματικής κοινότητος) κρίνουν την συνάντηση ως θετική, αφού έδωσε την ευκαιρία στον Πρωθυπουργό μας να θέσει ζητήματα (π.χ. άρση απειλών), και να απαντήσει ευθέως (περί Μουσουλμανικής μειονότητας Θράκης) σε επίμαχες δηλώσεις. Επιπλέον, δίχως να εκχωρηθεί εθνική κυριαρχία και κυριαρχικά δικαιώματα, διατηρούνται τα “ήρεμα νερά” και παραμένουν ανοικτοί οι δίαυλοι αμοιβαίας επικοινωνίας ως βάση δημιουργίας λειτουργικής σχέσεως μεταξύ των δύο χωρών, “διότι ο διάλογος ποτέ δεν βλάπτει”. Κατωτέρω θα επιχειρηθεί η παράθεση των αρνητικών πλευρών της συναντήσεως, οι οποίες κρίνεται ότι καθιστούν την συνάντηση από “αχρείαστη” έως και “εθνικά επιζήμια”.
Ενώ οι ελληνικοί στρατηγικοί σκοποί έναντι της Τουρκίας παραμένουν ρευστοί και δυσδιάκριτοι, οι αντίστοιχοι τουρκικοί αποβλέπουν στην δορυφοροποίηση της Ελλάδας και Κύπρου, με διείσδυση και επιρροή στην Θράκη και τα νησιά του Α. Αιγαίου (τελικός σκοπός η απόσχιση), με πλήρη ανατροπή του καθεστώτος Αιγαίου και ΝΑ Μεσογείου (απειλή κυριαρχίας και κυριαρχικών δικαιωμάτων) και διχοτόμηση της Κύπρου (με έλεγχο της ελεύθερης πλευράς). Εργαλεία της Τουρκίας η “Τουρκική” μειονότητα Θράκης, η “Γαλάζια και Ουράνια Πατρίδα”, οι “Γκρίζες Ζώνες”, η αποστρατικοποίηση των νήσων του Α. Αιγαίου έναντι της κυριαρχίας τους, το casus belli, το Τουρκο-Λιβυκό μνημόνιο, η αυθαίρετη ερμηνεία του Διεθνούς Δικαίου (τα νησιά στερούνται ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδος), έρευνα και διάσωση, εναέριος χώρος, δύο κράτη στην Κύπρο κλπ.
Η Τουρκία ενισχυόμενη διαρκώς στρατιωτικά και επιχειρώντας στρατηγική περικύκλωση της Ελλάδας, δηλώνει ανυποχώρητη από τους σκοπούς της και εφαρμόζει πειθαναγκαστικά τα εργαλεία της επί του πεδίου, εξαναγκάζοντας την χώρα μας όπως αναβάλει διαρκώς, επισήμως “επιφυλάσσεται” την ενάσκηση πλήρους κυριαρχίας και κυριαρχικών δικαιωμάτων. Η μακροχρόνια αυτή αναβολή (πλέον των 50 ετών) δημιουργεί “κεκτημένα” και “ειδικά καθεστώτα” ευνοϊκά για την Άγκυρα, ενώ παραμένει ως δεδομένο η παράνομη εισβολή και κατοχή του 37% της Κύπρου από το 1974. Είναι δυσχερής η ανεύρεση άλλων κρατών στον πλανήτη, μελών συμμαχιών και διεθνών οργανισμών των οποίων τα δικαιώματα παραβιάζονται κατά τόσο ευθύ, αυθαίρετο, παράνομο και ιταμό τρόπο, όσο αυτά της Ελλάδος και της Κύπρου.
Η εν λόγω πραγματικότητα θα έπρεπε να οδηγεί αυτονόητα στο συμπέρασμα ότι οι σχέσεις των δύο κρατών είναι μηδενικού αθροίσματος (το κέρδος του ενός αποτελεί ζημία του άλλου) και ότι πρώτιστη διπλωματική ελληνική επιδίωξη θα ήταν η οργανωμένη και συστηματική καταγγελία και αποδόμηση της Τουρκίας βάσει των καθημερινών πεπραγμένων της. Αντ’ αυτού “διαπρεπείς εγχώριοι επαϊοντες” μας προειδοποιούν ότι “εάν δεν δώσουμε κάτι θα οδηγηθούμε σε πόλεμο, χάνοντας περισσότερα”, ότι “ή ικανοποιούμε διμερώς την Τουρκία ή μας τα διευθετεί επώδυνα ο Τραμπ“, ότι “η Τουρκία έχει καλή πρόθεση αλλά απευθύνεται και στο εσωτερικό της κοινό”, ότι “υπάρχουν λύσεις με αμοιβαίο όφελος όπως η συνεκμετάλλευση”, ότι “προέχει η ειρήνη” ή ότι “ευθύνεται η φιλοδυτική Ελλάς για την απεμπόληση της καθ’ ημάς Ανατολής”. Προβληματίζει το γεγονός ότι οι φωνές αυτές δεν προέρχονται από αφελείς.
Η διαχρονικά εναλλασομένη συμπεριφορά της Ελλάδος έναντι της Τουρκίας κυμαίνεται από οργή, περιστασιακές καταγγελίες και στρατιωτικούς εξοπλισμούς (ασυνεχείς και συνήθως μετά από κρίσεις), έως εναγκαλισμούς, ζεϊμπέκικα, αδελφοποιήσεις, κοινά ψηφοδέλτια σε διεθνή φόρα και μονομερείς αλλοιώσεις της Ιστορίας στα σχολεία. Στη σκέψη τρίτων ενδεχομένως η στάση αυτή να παραπέμπει στο σύνδρομο της Στοκχόλμης. Αλήθεια πως θα έκρινετο ανάλογη στάση του Ισραήλ προς κρατικούς ή μη κρατικούς δρώντες που απειλούν την ακεραιότητα και την ανεξαρτησία του;
Το Ανώτατο Συμβουλίου Συνεργασίας
Λίγες ημέρες προ της συναντήσεως κορυφής, οι Υπουργοί Φιντάν, Γκιουλέρ αλλά και ο εκπρόσωπος του AKP, Τσελίκ, φρόντισαν να υπενθυμίσουν τα ανεκτά για την Τουρκία όρια εθνικών κινήσεων, γεγονός που επισφραγίσθηκε και με δύο NAVTEX “αορίστου χρόνου”, οι οποίες θέτουν την Ελλάδα σε καθεστώς δορυφόρου. Η εξέλιξη αυτή και μόνο θα ήταν επαρκής για αναβολή της συναντήσεως σε εύθετο χρόνο.
Η Αθήνα εν τούτοις ακολουθεί τις τουρκικές πρωτοβουλίες οι οποίες πραγματοποιούνται, όταν της προσφέρουν οφέλη ή δεν πραγματοποιούνται (όπως προ μηνών στην Ν. Υόρκη) αναλόγως του τουρκικού σχεδιασμού. Ο Τούρκος ΥΠΕΞ επεχείρησε επιπλέον να διχάσει την ελληνική πλευρά διαχωρίζοντας τους “συνεργάσιμους” Πρωθυπουργό και ΥΠΕΞ, κο Γεραπετρίτη, από τον “φιλόδοξο πολιτικά” και “πολεμοχαρή” ΥΠΕΘΑ, κο Δένδια.
Ο Πρόεδρος Ερντογάν αφού έδωσε το στίγμα των τουρκικών προθέσεων στην Ελλάδα δια των Υπουργών του και των NAVTEXES, υπήρξε ένας “φιλόξενος οικοδεσπότης”. Στην κοινή δήλωση υπήρξε αρκετά διαλλακτικός, αν και δεν μπόρεσε να μην αναφέρει την “Τουρκική” μειονότητα και τα “ακανθώδη” διμερή ζητήματα, τα οποία επιλύονται με “καλή θέληση”. Η “καλή θέληση” βεβαίως για την Ελλάδα σημαίνει απεμπόληση ζωτικών συμφερόντων, ενώ για την Τουρκία σημαίνει ενδεχόμενη υποχώρηση σε δύο-τρεις από τις πολλές παράνομες και αυθαίρετες διεκδικήσεις της.
Κατά τα άλλα οι συμφωνίες χαμηλής πολιτικής (πολιτισμός, σεισμοί, επενδύσεις, ακτοπλοϊα, συνεργασία Ευξείνου Πόντου κ.λπ.) δεν απαιτούσαν συνάντηση επιπέδου ηγετών κρατών. Το ένα και μοναδικό νομικό θέμα οριοθετήσεως ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδας δεν επιλύεται με διμερή ανισοβαρή συνομιλία πολιτικού χαρακτήρος, και μάλιστα με χώρα η οποία δεν έχει υπογράψει την Σύμβαση για το Δίκαιο της Θαλάσσης (UNCLOS).
Η συνάντηση κορυφής με δέκα Υπουργούς εκατέρωθεν, με φιλοφρονήσεις και “φιλική” διάθεση εξέπεμψε το “καλό κλίμα” μεταξύ των δύο χωρών που νομιμοποιεί την Τουρκία να διεκδικήσει περισσότερα από τις ΗΠΑ (σύγχρονα αεροσκάφη, τεχνογνωσία, ρόλο στην περιοχή, παράκαμψη δυσπιστίας Κονγκρέσου και Ισρηλινού λόμπυ κ.λπ.) και από την ΕΕ (μεγαλύτερη διείσδυση στο ευρωπαϊκό σύστημα ασφαλείας, τελωνειακή ένωση, visa κ.λπ). Η Ελλάδα, αντιθέτως, αποδυναμώνει τον ισχυρισμό της περί τουρκικής απειλής, ενώ ακυρώνει πρακτικά την έμπρακτη βοήθειά της στην Ουκρανία, που εδράζεται κυρίως στην ταύτιση των επεκτατικών διεκδικήσεων και πρακτικών των εισβολέων Πούτιν και Ερντογάν. Το συγκεχυμένο αυτό πολιτικό μήνυμα προβληματίζει επιπλέον το Ισραήλ (θέμα αξιοπιστίας συμμάχου), του οποίου ορθώς επιζητούμε την στρατηγική και αμυντική συνεργασία.
Ο διαρκής διάλογος δεν είναι πάντοτε θετικός, όπως αποδεικνύεται στο Κυπριακό, όπου από διεθνές θέμα εισβολής και κατοχής έχει διολισθήσει σε διακοινοτικό, με μέγιστη φιλοδοξία την Διζωνική Δικοινοτική Ομοσπονδία με Πολιτική Ισότητα (πρακτικά παραλλαγή σχεδίου Ανάν). Οι ανοικτοί δίαυλοι επικοινωνίας αποτελούν αυτονόητη επιδίωξη, αλλά σε χαμηλότερο επίπεδο, υπό προϋποθέσεις και “κόκκινες γραμμές”. Οι συναντήσεις κορυφής προαπαιτούν ωρίμανση κοινών θέσεων, κατόπιν επιτελικής συνεργασίας των δύο πλευρών. Όσο για απαντήσεις επί ζωτικών ζητημάτων δεν απαιτείται φυσική παρουσία για την διατύπωσή τους.
Μετά την συνάντηση διασφαλίσθηκαν άραγε τα υποτιθέμενα “ήρεμα νερά”; Εάν αντί “στρατηγικής ψυχραιμίας” η Ελλάδα ποντίσει το καλώδιο του GSI προς την Κύπρο ή ενεργοποιήσει το θαλάσσιο πάρκο Κυκλάδων (ακόμη και αυτό που περιορίσθηκε στα χωρικά μας ύδατα) ή αν πραγματοποιεί συχνά αεροναυτικές ασκήσεις στο Α. Αιγαίο (όπως στο παρελθόν) ή επεκτείνει τα χωρικά της ύδατα στον ηπειρώτικο της κορμό και νοτίως Κρήτης σε 12 ν.μ. επιφυλασσόμενη για τις υπόλοιπες νήσους,, τα “ήρεμα νερά” και η “λειτουργική σχέση” θα διατηρηθούν;
Το δέον γενέσθαι με την Τουρκία
Δημόσιες δηλώσεις του τύπου “μας λείπουν νησιά μετά την συνάντηση;” ή όσοι διαφωνούν με την συνάντηση διακατέχονται από “εθνικιστική υστερία”, αποτελούν ανησυχητική ένδειξη ότι τα κυβερνητικά ώτα παραμένουν επιλεκτικά ανοικτά μόνο για τους ειδικούς συμβούλους της. Χώρα που απειλείται στον πυρήνα των συμφερόντων της ξεχνά τις διαχύσεις, συντηρεί διαύλους επικοινωνίας χαμηλού επιπέδου, αποδομεί διεθνώς την απειλή, συνεγείρει συμμάχους, εναρμονίζει τις κινήσεις της με τον εθνικό αγώνα της ομογένειας και κυρίως ισχυροποιείται (φρόνημα, βούληση, αξίες, στρατιωτική ισχύς, οικονομία, τεχνογνωσία, κ.λπ.).
Η χώρα χρειάζεται περισσότερο από κάθε άλλη φορά ισχυρή εθνική αποτροπή μέσω αυτοβοήθειας, αυτονομίας, αξιοποιήσεως συμμάχων, εθνικού οράματος και αυτόνομης Εθνικής Στρατηγικής (εναρμονισμένης με τα Εθνικά Συμφέροντα), διότι κινείται σε ρευστό διεθνές περιβάλλον υψηλού ρίσκου με ανοικτά σημαντικά εθνικά θέματα. Μετά από το μακροχρόνιο τραυματικό παρελθόν ενεργειακών αμφιταλαντεύσεων, παλινδρομήσεων και καθυστερήσεων φαίνεται ότι με πρωτοβουλία των ΗΠΑ, η κυβέρνηση, κινείται ταχέως προς την ορθή κατεύθυνση, γεγονός που αναμένεται να αποδώσει οικονομικά, αλλά και γεωπολιτικά οφέλη (υποθαλάσσια κοιτάσματα, κάθετος διάδρομος, ηλεκτρική διασύνδεση κ.λπ.).
Η προσέγγιση στις συμμαχίες μας θα πρέπει να συμπεριλαμβάνει επιχειρήματα Διεθνούς Δικαίου, αλλά κυρίως να πείθει με επιχειρήματα αμοιβαίου οφέλους και συγκλίσεως συμφερόντων. Η χώρα χρειάζεται ριζική αντιμετώπιση του δημογραφικού – μεταναστευτικού ζητήματος, την επιτάχυνση ενισχύσεως της σκληρής της ισχύος (οικονομία, στρατιωτική ισχύς, αμυντική βιομηχανία-τεχνολογία, ενέργεια) σε συνδυασμό με προετοιμασία της κοινής γνώμης και πολύπλευρη σταδιακή προεργασία για πλήρη εφαρμογή της κυριαρχίας και των κυριαρχικών της δικαιωμάτων, βάσει χρονοδιαγράμματος.
Διαχρονική είναι η ισχύς του ρητού “εάν θέλεις ειρήνη να ετοιμάζεσαι για πόλεμο” πείθοντας τον αντίπαλο περί αυτού (πολιτική βούληση, στρατιωτική ισχύς, λαϊκή θέληση και φρόνημα). Εκ του αποτελέσματος, η Ελλάδα δεν το έχει κατορθώσει μέχρι στιγμής και ζητείται σχετική αλλαγή πορείας (ή βελτίωση και επιτάχυνση) σε πολλούς τομείς και ανεξαρτήτως πολιτικού κόστους.





