Τι λένε οι αριθμοί για την ελληνική οικονομία 2020-25
23/04/2026
Ο Ακαθάριστος Σχηματισμός Παγίου Κεφαλαίου (ΑΣΠΚ), το 2025 ως % του ονομαστικού ΑΕΠ, εξακολουθεί να βρίσκεται σχεδόν εννέα ποσοστιαίες μονάδες χαμηλότερα, από το έτος 2007, όπου βρισκόταν στο υψηλότερο επίπεδο. Μετά ήρθε η οικονομική κρίση, συνοδευόμενη από τα γνωστά προγράμματα δημοσιονομικής προσαρμογής – μνημόνια – οδηγώντας σταδιακά και σταθερά σε συνεχή μείωση μέχρι το 2014.
Την περίοδο 2015-2019 ουσιαστικά έχουμε σταθεροποίηση του % Ακαθάριστου Σχηματισμού Παγίου Κεφαλαίου στο χαμηλότερο επίπεδο, περίπου στο 11% του ΑΕΠ, την περίοδο το 2019. Σύμφωνα με τα υπάρχοντα στοιχεία, η απώλεια του κεφαλαιουχικού εξοπλισμού την περίοδο 2010-2021 (ως συνέπεια της ακολουθούμενης οικονομικής πολιτικής των μνημονίων) ανήλθε σε – 88,7 δισεκ. Ευρώ.
Την ίδια περίοδο, οι χώρες της ΕΕ συνέχιζαν κανονικά τις επενδύσεις τους και συνεπώς τη διατήρηση ή και αύξηση του ποσοστού Ακαθάριστου Σχηματισμός Παγίου Κεφαλαίου ως προς το ΑΕΠ, με αποτέλεσμα την περαιτέρω αύξηση της απόστασης από την ελληνική οικονομία. Γίνονται αντιληπτές οι απίστευτες δυσμενείς συνέπειες, που έχουν επέλθει στην ελληνική οικονομία αναφορικά με τον σχηματισμό κεφαλαίου. Αν προσθέσουμε και τις απώλειες των αμοιβών των εργαζομένων, τότε φαίνεται το μεγάλο πισωγύρισμα, που τα μνημόνια επέφεραν στην ελληνική οικονομία.
Τα τελευταία έξι χρόνια (2020-2025), το μερίδιο του Ακαθάριστου Σχηματισμού Παγίου Κεφαλαίου (ΑΣΠΚ)-Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν (ΑΕΠ) παρουσιάζει ανάκαμψη. Συγκεκριμένα, από το 11,0% του ονομαστικού ΑΕΠ το 2019, αυξήθηκε στο 16,9% το 2025, συρρικνώνοντας το επενδυτικό κενό έναντι της Ευρωζώνης στις 4,3 π.μ. του ΑΕΠ, από 8,8 π.μ. κατά μέσο όρο την εξαετία 2014-2019 (Γράφημα 1). Απέχουμε ακόμη αρκετά για να φθάσουμε τον μέσο όρο των χωρών της ΕΕ (21,2 % ). Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι, ακόμη και αν το επιτύχει η ελληνική οικονομία, θα καλύψει και τις απώλειες κεφαλαίου ύψους 88,7 δισ. ευρώ, που υπέστη την δεκαετία των μνημονίων.
Τα στοιχεία για τον ΑΣΠΚ
Επισημαίνεται ότι για ολόκληρη την περίοδο των μνημονίων μέχρι και το έτος 2021, ο καθαρός σχηματισμός παγίου κεφαλαίου ήταν αρνητικός, λόγω του ότι οι αποσβέσεις υπερέβαιναν τις ακαθάριστες επενδύσεις. Την τριετία 2022-2024, οι καθαρές επενδύσεις παγίων (επενδύσεις παγίων μείον τις αποσβέσεις) πέρασαν εκ νέου σε θετικό έδαφος για πρώτη φορά μετά το 2009, εξέλιξη που αντιστοιχεί σε σωρευτική διεύρυνση του κεφαλαιουχικού εξοπλισμού κατά €16,7 δισεκατομμύρια σε τρέχουσες τιμές.
Την εξαετία 2020-2025, η σωρευτική αύξηση των συνολικών ΑΣΠΚ ήταν 22330 δισ. ευρώ. Οι κατοικίες είχαν την υψηλότερη συνεισφορά με 6,1 δισ. ευρώ ή 27,3%. Ακολούθησαν οι κατασκευές με 5,485 δις ευρώ ή 24,56%, ο μηχανολογικός εξοπλισμός και οπλικά συστήματα με 4,4 δισ. ευρώ ή 20,4%, τα άλλα προϊόντα (προϊόντα διανοητικής ιδιοκτησίας, όπως έρευνα και ανάπτυξη, λογισμικό και δικαιώματα εκμετάλλευσης κ.α.) με 2,9 δισ. ή 13,6%, ο μεταφορικός εξοπλισμός με 1,6 δισ. ευρώ ή 7,6%, ο εξοπλισμός τεχνολογίας πληροφορικής και επικοινωνίας με 1,3 δισ. ευρώ ή 6% και τα αγροτικά προϊόντα με μείωση κατά -0,2%.
Οι πόροι του Ταμείου Ανάκαμψης έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην ποσοτική αύξηση του Ακαθάριστου Σχηματισμού Παγίου Κεφαλαίου, αλλά και οι Άμεσες Ξένες Επενδύσεις (ΑΞΕ), οι οποίες κυρίως κατευθύνθηκαν στο Real Estate, στις αγορές τουριστικών επιχειρήσεων και στην αγορά κατοικιών.
Ως ποσοστό του ονομαστικού ΑΕΠ, η αύξηση των επενδύσεων παγίων κατά 5,9 π.μ. την εξαετία 2020-2025 προήλθε: Κατά 38,1% (2,3 π.μ.) από τις κατοικίες, κατά 24,4% (1,4 π.μ.) από τις άλλες κατασκευές, κατά 17,1% (1,0 π.μ.) από τον μηχανολογικό εξοπλισμό και οπλικά συστήματα, κατά 10,6% (0,6 π.μ.) από τα άλλα προϊόντα, κατά 6,2% (0,4 π.μ.) από τον μεταφορικό εξοπλισμό, κατά 4,1% (0,2 π.μ.) από τον εξοπλισμό τεχνολογίας πληροφορικής και επικοινωνίας και κατά -0,5% (0,0 π.μ.) από τα αγροτικά προϊόντα.
Η μείωση του Ακαθάριστου Σχηματισμού Παγίου Κεφαλαίου
Η μεγάλη μείωση του συνολικού ΑΣΠΚ προήλθε πρωταρχικά από τη μείωση του ΑΣΠΚ των κατοικιών (Γράφημα 2). Ο Ακαθάριστος Σχηματισμός Παγίου Κεφαλαίου των υπολοίπων επενδυτικών αγαθών μειώθηκαν, αλλά αρκετά λιγότερο. Η παρατηρούμενη ανάκαμψη αρχίζει πρωταρχικά από το ΑΣΠΚ των κατοικιών (Γράφημα 3) γεγονός που μπορεί να ερμηνευτεί ως αναγκαίο λόγω της μεγάλης μείωσης που υπέστη ο συγκεκριμένος κλάδος, αλλά και ως αργή, αλλά σταθερή επαναφορά στο οικονομικό υπόδειγμα που έχει επιβληθεί στην ελληνική οικονομία, τουλάχιστον μετά τα μέσα της δεκαετίας του 1960, όπου οι επενδύσεις στις κατοικίες αποτελούν αναπόσπαστο και δυναμικό κομμάτι της οικονομικής μεγέθυνσης της χώρας.
Η απαξιωτική αντίληψη που κυριαρχεί για το ρόλο των επενδύσεων στις κατοικίες δεν συνάδει με την πραγματικότητα της ελληνικής οικονομίας και το ρόλο που έχουν διαδραματίσει αυτές οι επενδύσεις στη γενικότερη οικονομική ανάπτυξη της χώρας. Απλά θα μπορούσε να συνάδει με την παρατηρούμενη κατά καιρούς υπερβολή που μοιραία οδηγεί σε έντονες παραμορφώσεις και προβλήματα όχι μόνο οικονομικής φύσης, αλλά και άλλων, πχ περιβαλλοντικής.
Ωστόσο, την ίδια περίοδο παρατηρείται διεύρυνση του ελλείμματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών από -2,1% το 2019 σε -7,47%, κατά ετήσιο μέσο όρο την περίοδο 2020-2025 (κυβέρνηση Μητσοτάκη) γεγονός που δείχνει ότι οι πραγματοποιηθείσες επενδύσεις υπερβαίνουν, με αυξητική τάση, την εθνική αποταμίευση, χρηματοδοτούμενες από το εξωτερικό.
Μακροοικονομικά, ως γνωστόν, το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, οφείλεται στην υπέρβαση του μεγέθους των επενδύσεων επί της εθνικής αποταμίευσης: Επενδύσεις μείον αποταμιεύσεις = εξαγωγές μείον εισαγωγές (I-S =X-M). Σύμφωνα με τα δημοσιευμένα στοιχεία (World Bank) η Ελλάδα έχει τη χαμηλότερη ακαθάριστη εγχώρια αποταμίευση ως ποσοστό του ΑΕΠ από όλες τις χώρες της Ευρωζώνης (Γράφημα 4), καθώς και από όλες τις ανεπτυγμένες χώρες.
Όσο μικραίνει η εθνική αποταμίευση (άθροισμα της ιδιωτικής και δημόσιας αποταμίευσης) τόσο η χώρα μπορεί να βρεθεί σε στενότητα πόρων, γεγονός που θα μειώσει τις αναπτυξιακές της προοπτικές. Η στενότητα των πόρων οδηγεί αναπόφευκτα στο δανεισμό από το εξωτερικό και στην εξάρτηση από το δανειστικό ξένο κεφάλαιο. Όσο υπάρχουν πρόθυμοι δανειστές να σε δανείζουν, ας πούμε ότι υπάρχει μία λύση, όχι η επιθυμητή, αλλά τέλος πάντων είναι μία λύση.
Τα προβλήματα
Τα έντονα προβλήματα αρχίζουν όταν λιγοστεύουν οι διαθέσιμοι δανειστές. Τότε δημιουργείται στενότητα πόρων, δεν μπορούν να χρηματοδοτηθούν οι απαραίτητες επενδύσεις στην χώρα, μειώνεται ο ρυθμός μεγέθυνσης του εισοδήματος, μειώνεται εκ νέου η δυνατότητα αποταμίευσης και η οικονομία μπαίνει σε διαδικασία καθόδου της οικονομικής δραστηριότητας που τις περισσότερες φορές, αν δεν παρθούν τα κατάλληλα μέτρα, οδηγεί σε ύφεση και σε αποτελμάτωση.
Στην περίπτωση της ελληνικής οικονομίας αυτό που έχει μεγάλη σημασία είναι το γεγονός ότι η αποταμίευση των νοικοκυριών από το 2012 μέχρι και σήμερα είναι αρνητική, σε πλήρη αντίθεση με αυτό που συμβαίνει στις χώρες της ευρωζώνης (αλλά και της ΕΕ) όπου η αποταμίευση των νοικοκυριών κυμαίνεται την ίδια περίοδο κατά μέσο όρο στο 15,5%, αποτελώντας περίπου τα 2/3 της ιδιωτικής αποταμίευσης.
Η αδυναμία των ελληνικών νοικοκυριών να αυξήσουν την αποταμίευσή τους (προκειμένου να ανταπεξέλθουν στις ανάγκες τους μειώνουν την αποταμίευσή τους) αποτελεί καθοριστικό δείκτη για τη σημερινή κατάσταση της ελληνικής οικονομίας, αλλά και των προοπτικών της, οι οποίες κρέμονται ουσιαστικά στην εισροή των ξένων πόρων. Δηλαδή στις θελήσεις των ξένων σε μια περίοδο έντονης αβεβαιότητας οικονομικής και πολιτικής. Φυσικά αυτή η κατάσταση είναι απότοκος της πολιτικής των μνημονίων, η οποία in senso lato συνεχίζεται με την κυβέρνηση Μητσοτάκη και ΝΔ.





