“Ο ήχος της Πτώσης”: Η γερμανική ιστορία μέσα από τα μάτια τεσσάρων γυναικών
23/02/2026
In die Sonne Schauen/The Sound of Falling/O ήχος της Πτώσης, σε σκηνoθεσία: Μάσα Σιλίνσκι, Γερμανία, 2025. Πρωταγωνιστούν: Χάνα Χεκτ, Λένα Ουρζεντόφσκι, Σούζαν Γουέστ, Λουίζε Χάιερ, Λαένι Γκάιζελερ.
Μία πρωτότυπη κινηματογραφική σύνθεση για τους απαιτητικούς σινεφίλ από τη Γερμανίδα Μάσα Σιλίνσκι (Mascha Schilinski), που εντυπωσιάζει με την ποιητικότητα της δεύτερης ταινίας της “Ο ήχος της Πτώσης” (“In die Sonne Schauen”/”The Sound of Falling”), και μπλέκει τέσσερις εποχές με επίκεντρο τη γυναίκα, ένα σπίτι στη γερμανική επαρχία και την οικογένεια, που σχετίζονται συγγενικά και τοπικά, αναλύοντας τα ανθρώπινα όρια στο χρόνο, με μία μεταφυσική σχεδόν διάσταση, που ποτέ όμως δε σε αφήνει να το συμπεράνεις με ακρίβεια και να σιγουρευτείς προς τα που βαδίζει η συνοχή των ιστοριών ή που συναντιούνται, αφού το ζητούμενο πολλές φορές είναι μία δημιουργική σπαζοκεφαλιά προσπαθώντας να κάνεις τις συνδέσεις προσώπων και καταστάσεων ανάμεσα στην πορεία τεσσάρων γενεών, από τις αρχές του 20ου αιώνα έως σήμερα, όπου το ιστορικό και ανθρωπιστικό στοιχείο διαπλέκονται με μία αναπάντεχη ποιότητα.
Η ταινία ξεχωρίζει επειδή ο συμβολισμός που αποπνέει ξεχειλίζει, όπως και η ποιητικότητα στη σύνθεση σε συνδυασμό με ένα βάθος αναστοχασμού της ιστορίας, ενώ το επίκεντρο του θηλυκού στοιχείου στις οικογένειες που παρουσιάζονται, μεγαλώνει το ενδιαφέρον σε αυτή την πρωτότυπη δημιουργική ματιά της σκηνοθέτιδας. Τα πρόσωπα, η Άλμα τη δεκαετία του 1910, η Έρικα μετά το Β’ παγκόσμιο πόλεμο, η Αντζέλικα τη δεκαετία του 1980 στην Ανατολική Γερμανία, και η Λένκα τον 21ο αιώνα, αναμετρούνται έμμεσα με σημαντικές ιστορικές περιόδους, αλλά έξω από τα μεγάλα γεγονότα που υπονοούνται. Εδώ οι ιστορίες γυναικών μιας οικογένειας αρκούν για να φωτίσουν διαφορετικά έναν αιώνα.
Η ιστοριογραφία μπορεί να στραφεί στις ιστορίες απλών ανθρώπων για να περιγράψει σημαντικές περιόδους. Η Άλμα είναι ένα επτάχρονο κορίτσι, που κοιτάζει με περιέργεια τις συνήθειες στη γερμανική επαρχία, που πολλά χρόνια αργότερα θα γίνει μέρος της Ανατολικής Γερμανίας. Και απ’ ότι φαίνεται, η οικογένειά της προτιμά να αφήσει ανάπηρο ένα νεαρό της μέλος, παρά να τον παραδώσει στο φονικό Α’ παγκόσμιο πόλεμο. Αργότερα, η κόρη της Άλμα θα αποκτήσει μία εμμονή με το θείο της, που έχει χάσει το πόδι του με αυτόν τον ενδοοικογενειακό τραγικό τρόπο, ώστε να παριστάνει την ανάπηρη κι αυτή, αλλά με σεξουαλικές φαντασιώσεις. Η υπηρέτριες της οικογένειας της ευρύτερης τοπικής χωρικής δομής παρουσιάζονται επίσης θύματα μίας σεξουαλικής χρήσης, με ένα κυνισμό που σοκάρει.
Ταυτόχρονα, ο θάνατος και η ζωή αποκτούν μία μεταφυσική ανεξήγητη διάσταση, οριακά αναρωτιέσαι αν η Άλμα έχει ξεφύγει ή εκπροσωπεί τον κόσμο των νεκρών. Σαν μία ψεύτικη κούκλα, αναπαριστά μία μακάβρια φωτογραφία της νεκρής της αδελφής, συνήθεια – να φωτογραφίζεται η οικογένεια με νεκρό μέλος της σαν να ήταν ζωντανό – που επαναλαμβάνεται όταν μία από τις μεγαλύτερες αδελφές της θα γίνει μέρος ενός παζαριού για χρέη. Η ομορφιά της είναι το αντίτιμο. Αλλά η ίδια προτιμά την αυτοκτονία. Μία πρακτική που επαναλαμβάνεται, έστω και ως φαντασίωση σε επόμενες γενιές των νεαρών πρωταγωνιστών γυναικών.
Η θέση της γυναίκας
Οι ιστορίες αλληλοεμπλέκονται, όπως και οι συμβολισμοί της. Οι γενιές που έρχονται και παρέρχονται τοποθετούν τη γυναίκα με διαφορετικό τρόπο στο εσωτερικό της δομής μίας οικογένειας, αλλά ταυτόχρονα οι ίδιες παρακολουθούν αποστασιοποιημένες τα τεκταινόμενα, οριακά αθόρυβα. Η χαρές είναι πρόσκαιρες και η χειραφέτηση των γυναικών δεν είναι απαραίτητα χωρίς κοινωνικό ή οικογενειακό κόστος. Η Αντζέλικα κινείται στη χειραφέτηση, αλλά με ενδοοικογενειακές σεξουαλικές παρενοχλήσεις, ώσπου θα χαθεί χωρίς κανείς να αντιλαμβάνεται γιατί και που.
Η συγγένεια των γυναικών που παρουσιάζονται δεν είναι εύκολα ανιχνεύσιμη, τουλάχιστον στην τελευταία γενιά, αλλά αυτή η γενικότερη σύνδεση τοπικών και συγγενικών δεσμών είναι ευφυής, ως προς τη σύλληψη και την υλοποίηση. Ο κόσμος που περιβάλλει τις εποχές, σε συνδυασμό με τη θέση της γυναίκας σε αυτές, αναπτύσσεται ως μία παραλληλία, όπως και οι ήχοι εμπλέκονται σε μία μουσική αντίστιξη, σε μία μουσική δομή, όπου οι μελωδικές γραμμές συνδυάζονται αρμονικά διατηρώντας την αυτοτέλειά τους. Χωρίς να ψάχνει ή να καταδεικνύει θύτες και θύματα, η κάμερα περιγράφει μέσα από την οικογένεια μία κοινωνική δομή, ένα παλίμψηστο κοινωνικών σχέσεων που το προσωπικό ψυχολογικό προφίλ των εμπλεκόμενων γυναικών δε μένει έξω από το συνολικό πατριαρχικό κοινωνικό υπόβαθρο.
Οι εποχές εξελίσσονται και γίνονται αντιληπτές εύκολα με την έξυπνη χρήση της εικόνας, σκηνογραφίας, ενδυματολογίας και εκφοράς λόγου, αλλά και μουσικής προτίμησης των πρωταγωνιστών. Το μπρος και πίσω στις εποχές, κρατά σε αγωνία το θεατή, αφού η μεταφυσική και θολή σχέση των εποχών και των γυναικών αυξάνουν την προσήλωση και τη συγκέντρωση, κρατώντας αμείωτο το ενδιαφέρον για να ξετυλιχθεί ένα κουβάρι προθέσεων στην αφήγηση, που δεν είναι γραμμική, αλλά παραμένει κατανοητή.
“Ο ήχος της Πτώσης”
Η Σιλίνσκι μπορεί να έχει αρκετά στιλιζαρισμένο ύφος, με λεπτομέρειες, όμως, που δεν είναι καθόλου φλύαρες, αλλά παραμένει να εξετάζει ψυχαναλυτικά τον τρόπο λειτουργίας των ανθρώπων που αφηγείται με ένα voice over συνεχές, το οποίο, επίσης έξυπνα, δε μένει σε ένα πρόσωπο ή μόνο στις κεντρικές ηρωίδες, αλλά μεταπηδά χρήσιμα σε κάθε πρόσωπο που μπορεί να παίζει ένα ρόλο ή να έχει την οπτική σκοπιά που θέλει η σκηνοθέτης να αναδείξει.
Αυτή η εσωτερικότητα που αποκαλύπτεται από το εκάστοτε voice over, ακολουθεί παράλληλα και συχνά την εξαιρετική φωτογραφία και ανασύσταση των εποχών, και παραμένει καταλυτική. Οι ερμηνείες συμπληρώνουν ικανοποιητικά το σύνολο, αν και υπάρχει μία ανισότητα όσον αφορά την τελευταία περίοδο της αφήγησης, εκείνη της τέταρτης ιστορικής περιόδου, που ώρες-ώρες μοιάζει διεκπεραιωτική ή μη χρήσιμη στο σύνολο. Οι σκηνές που το μικρό κορίτσι της τέταρτης ιστορίας φαντάζεται πως πνίγεται αυτοκτονικά από ζήλια ή της Αντζέλικα της τρίτης ιστορίας, που επίσης φαντάζεται την αυτοκτονία της, απελπισμένη από την κοινωνική και οικογενειακή σεξουαλική καταπίεση, είναι η κορύφωση μίας έντασης που υποβόσκει στο σύνολο της ταινίας.
Η ταινία εντυπωσιάζει σε πρωτοτυπία και βάθος με τον τρόπο που παρατηρεί τις ζωές μίας κοινωνίας, όπως εξελίσσεται έναν ολόκληρο αιώνα, η κάμερα μοιάζει σαν να στέκεται μονίμως σε μία κλειδαρότρυπα και διεισδύει και στη σκέψη των ανθρώπων. Η Μάσα Σιλίνσκι είναι μία δημιουργός που ξεχωρίζει, με μία εικονογραφική αντίληψη που αξίζει κανείς να παρακολουθήσει. Η ταινία θα αποσπάσει πλήθος ευρωπαϊκών διακρίσεων, Χρυσή Αθηνά στις Νύχτες Πρεμιέρας, ευρωπαϊκό βραβείο σκηνοθεσίας, κα.





