Η διαχρονική αντοχή του ριζοσπαστικού σιιτικού Ισλάμ
01/03/2026
Μέσα σε λίγους μήνες από το ξέσπασμα της ιρανικής επανάστασης του 1979, οι σιίτες ριζοσπάστες κατάφεραν να εξουδετερώσουν τους ένοπλους κομμουνιστές και σοσιαλδημοκράτες συμμάχους τους και να σχηματίσουν το μπλοκ εξουσίας που, με την προσθήκη αργότερα των Φρουρών της Επανάστασης, κυβερνά ακόμη την Τεχεράνη. Ούτε μετά από οκτώ χρόνια πολέμου το τότε κοσμικό ιρακινό apparatus με ηγέτη τον Σαντάμ Χουσείν – σε σύμπνοια με τα δυτικά συμφέροντα – κατάφερε να αναχαιτίσει το ριζοσπαστικό σιιτισμό που αργότερα θα κυριαρχούσε και στη Βαγδάτη.
Το κυρίαρχο καθεστωτικό αφήγημα του Σάχη ήταν ο αντικομμουνισμός και ο εκδυτικισμός. Ωστόσο, για ένα εξαθλιωμένο κοινωνικό ακροατήριο, αποκλεισμένο από τις κυρίαρχες δυτικότροπες ελίτ, με ακραία φτώχεια, ο πραγματικός εχθρός είναι η Δύση που στήριξε τον Σάχη. Και μόνη παρηγοριά η θρησκευόμενη απαντοχή.
Η προχωρημένη σήψη ενός ολόκληρου συστήματος σοβιετικής επιρροής, που εξ αντικειμένου αλλά και σκοπίμως ευνοούσε τα τριτοκοσμικά ιδεολογήματα γύρω από ζωτικά σοβιετικά συμφέροντα περιφερειακών ισορροπιών, πέρασε απαρατήρητη. Ούτε η ανάδειξη, εν μέσω του αφγανοσοβιετικού πολέμου, ενός ακόμη εξουσιαστικού ισλαμικού πόλου – σουνιτικού αυτή τη φορά – στο βορειοδυτικό Αφγανιστάν, με τη βοήθεια μάλιστα της Δύσης, έγινε αντιληπτή, παρόλο που το φαινόμενο εξελίχθηκε, παράλληλα με την προχωρημένη πλέον αποδόμηση της Σοβιετικής Ένωσης.
Τις κρίσιμες δεκαετίες της αποσύνθεσης της σοβιετικής επιρροής, το κενό μιας κυρίαρχης ιδεολογίας ικανής να συγκρατεί τις εξαθλιωμένες τριτοκοσμικές κοινωνίες με ισλαμικό πρόσημο, γέμισε από το ισλαμικό ριζοσπαστικό πρόταγμα και τον καθολικό αντιδυτικισμό.
Ο ρόλος του Ισλάμ σήμερα
Ακόμη και σε ισλαμικές κοινωνίες που το πολιτειακό τους σύστημα προβάλλει την (τριτοκοσμική) κοσμικότητα με συνεπιρροή του «αξιακού» Ισλάμ, οι θρησκευόμενες μάζες με τη βία ή με εσωτερική ανατροπή του κοσμικού θεσμικού πλαισίου επέβαλαν περισσότερο Ισλάμ. Αυτό έγινε στην ημικοσμική Αίγυπτο, αυτό έγινε στην αυστηρά κοσμική Τουρκία, αυτό έγινε στην άλλοτε κοιτίδα καλλιεργημένων Παλαιστίνιων Γάζα, αυτό έγινε στην άλλοτε μαοϊκή Υεμένη. Και τίποτα από τα παραπάνω δεν είναι τυχαίο.
Γιατί η πλειοψηφική κοινωνική αντιπολίτευση στις χώρες της Μέσης Ανατολής και της νότιας και κεντρικής Ασίας ήταν πάντοτε το Ισλάμ, που ποτέ δεν αφομοιώθηκε στο χυλό των αντιαποικιακών οραμάτων και της εθνικής ανεξαρτησίας. Ένα καθολικό, συμπεριληπτικό Ισλάμ, «ελεήμον και φιλάνθρωπο», με παράλληλες δωρεάν δομές παιδείας, υγείας και ασφάλειας για τους ευάλωτους και τους απόκληρους, που τα κοσμικά μπλοκ εξουσίας των χωρών τους περιφρονούσαν απροκάλυπτα. Με αντάλλαγμα βέβαια ό τι επιδιώκουν πάντοτε τα συστήματα εξουσίας που χτίζονται στο κοινωνικό θρησκευτικό υπόβαθρο: την ψυχή -και ενίοτε τη ζωή- των πιστών…
Στη θέση του Μαρξ ο Προφήτης, στη θέση του «κακού» καπιταλισμού το Ισραήλ και ο ακραίος αντιαμερικανισμός. Κι αντί για γιάφκες τζαμιά. Τι κι αν το ριζοσπαστικό Ισλάμ δίχασε τις αραβικές του κοιτίδες, με το Κατάρ, το Μπαχρέιν και άλλους πιο κοντινούς μας να στηρίζουν εμφανώς ή ιεροκρυφίως ακραίες δράσεις με διπλωματικά και υλικά μέσα, ενώ οι υπερσυντηρητικοί ουαχαβίτες έβλεπαν την Αμερική να αποστασιοποιείται από τα τοπικά της ερείσματα μετά την επίτευξη της ενεργειακής της αυτονομίας;
Από την υποσαχάρια Αφρική μέχρι τη Μέση Ανατολή και την κεντρική Ασία, η κυρίαρχη εξίσωση κοινωνικής σταθεροποίησης παρέμεινε ταυτόσημη: το ριζοσπαστικό Ισλάμ, κρατικό ή επαναστατημένο, σαγηνεύει τις ισλαμικές μάζες ενάντια στις κοσμικές ηγεσίες τους, υποκαθιστώντας το ακυρωμένο τριτοκοσμικό ή καθαρά μαρξιστικό αφήγημα με τη συμπεριληπτική «υπερταξική» κοσμοθεωρία του Hassan Al Bana και των Αδελφών Μουσουλμάνων.
Το ισλαμικό πρόταγμα θα στοιχειώνει τη νέα γεωπολιτική στη Μέση Ανατολή, τη βόρεια Αφρική και την κεντρική και νότια Ασία (μέχρι το μακρινό κινεζικό Yunan), γιατί η κοινωνική βάση του χώρου αυτού ήταν ανέκαθεν αντιδυτική, αλλά και γιατί η μοναδική «αντιδυτική» δυτική ιδεολογία δηλαδή ο μαρξισμός, που στην τριτοκοσμική του εκδοχή συντελούσε στην εκεί περιφερειακή σταθεροποίηση, έχει προ πολλού εκλείψει.





