Ορατός ο κίνδυνος η Ελλάδα να εμπλακεί στον πόλεμο στην Μέση Ανατολή
18/03/2026
Η κυβέρνηση, μόλις λίγες μέρες μετά το – δικαίως –πανηγυρικό κλίμα για την αποστολή φρεγατών και μαχητικών στην Κύπρο, διαπιστώνει ότι βρίσκεται ενώπιον κρίσιμων διλημμάτων που προκαλούν ο συνεχιζόμενος πόλεμος κατά του Ιράν και οι αλλεπάλληλες διαμάχες ΗΠΑ-Ευρώπης.
Αρχικά, το Μέγαρο Μαξίμου αντιλήφθηκε την παρουσία του προέδρου Εμμανουέλ Μακρόν, στην Πάφο και στη Σούδα, ως κορύφωση της ελληνογαλλικής σύμπτωσης απόψεων για την προάσπιση της Μεγαλονήσου και της Ανατολικής Μεσογείου. Και, ως συνήθως, σαν ιδανική ευκαιρία άγριας επικοινωνιακής εκμετάλλευσης για την ενίσχυση του προφίλ του πρωθυπουργού. Όμως, ειδικά υπό την πίεση πολεμικών συγκρούσεων στην Μέση Ανατολή, αποδεικνύεται ότι η σύμπτωση απόψεων διαφέρει πάρα πολύ από την ταύτιση συμφερόντων και επόμενων κινήσεων.
Στην πραγματικότητα, το ταξίδι του Μακρόν σηματοδοτούσε την αφετηρία νέας πρωτοβουλίας του για δυναμική παρουσία της Γαλλίας (και ομονοούντων εταίρων) σε μια πολύ ευρύτερη περιοχή που περιλαμβάνει τη Μεσόγειο, την Ερυθρά Θάλασσα και τα Στενά του Ορμούζ.
Άριστα πληροφορημένες πηγές βεβαιώνουν ότι οι κύριοι Μακρόν και Μητσοτάκης συζήτησαν την προοπτική αεροναυτικής επιχείρησης στα Στενά του Ορμούζ. Ο πρωθυπουργός, πέραν της υπόσχεσης συνέχισης των διαβουλεύσεων, όντως δεν ανέλαβε καμία δέσμευση έναντι του Γάλλου προέδρου για τα Στενά.
Ως προς αυτό το σκέλος, οι δηλώσεις του υπουργού Εξωτερικών, Γιώργου Γεραπετρίτη, και του κυβερνητικού εκπροσώπου, Παύλου Μαρινάκη, είναι ακριβείς. Αντίθετα, οι καθησυχαστικές διαβεβαιώσεις τους περί απολύτως καμίας ελληνικής εμπλοκής, δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα.
Γιατί ο Μητσοτάκης φέρεται να διαβεβαίωσε, ταυτόχρονα, τον Μακρόν πως η Αθήνα είναι πρόθυμη να συμμετάσχει σε οποιαδήποτε «αμυντική επιχείρηση» που θα προασπίζει την ελεύθερη ναυσιπλοΐα. Πρόσθεσε μάλιστα την ιδιαίτερη βαρύτητα του πρωταγωνιστικού ρόλου της Ελλάδας στη ευρωπαϊκή ναυτική επιχείρηση Aspides (φρεγάτα στην Ερυθρά Θάλασσα και τον Κόλπο του Άντεν, με επιχειρησιακό στρατηγείο της ΕΕ στη Λάρισα).
Παραπλανητική εικόνα
Επομένως, η εικόνα που παρουσιάζει η κυβέρνηση, είτε είναι παραπλανητική έναντι της κοινής γνώμης, είτε είναι εξαρχής λανθασμένη για πέντε λόγους: Πρώτον, επειδή η Γαλλία αντιμετωπίζει πλέον ως ενιαίο σύνολο την Aspides, την Irini (ασφάλεια Μεσογείου και εμπάργκο όπλων Λιβύης) και την Atalanta (κατά της πειρατείας στο Κέρας της Αφρικής και στον Ινδικό), απαιτώντας συντονισμό τους με την όποια μελλοντική επιχείρηση στο Ορμούζ.
Ο Μακρόν τόνισε στον Μητσοτάκη ότι, υπό τις σημερινές συνθήκες, δεν υπάρχουν προοπτικές ταχείας αποκατάστασης της ασφαλούς ναυσιπλοΐας και ότι επιβάλλεται άμεσος συντονισμός. Άλλωστε (όσο και αν δεν επιβεβαιώνεται επίσημα) η Aspides έχει αποκτήσει αυξημένη σημασία τους τελευταίους μήνες, επειδή καταγράφει και τις κινήσεις του σκιώδους στόλου της Ρωσίας. Τα στοιχεία της Aspides παρέχονται στην ηγεσία των Irini και Atalanta, στο αρμόδιο κέντρο πληροφοριών της ΕΕ και στις ενδιαφερόμενες κοινοτικές πρωτεύουσες, όπως το Παρίσι.
Δεύτερον, ακόμα κι αν αγνοηθεί η ντε φάκτο ενοποίηση των τριών ναυτικών επιχειρήσεων, είναι πιθανότατη η αύξηση του αριθμού των πλοίων που συμμετέχουν στην Aspides. Οι ειδικοί επισημαίνουν ότι, για να είναι πραγματικά αποτελεσματική η επιχείρηση, απαιτούνται κατ’ ελάχιστον οκτώ ή εννέα μονάδες επιφανείας και πως η εικόνα παρακμής του τελευταίου έτους με μόνον δύο ή τρία πλοία (εκ των οποίων το ένα είναι του ελληνικού Πολεμικού Ναυτικού) πρέπει επειγόντως να τερματιστεί.
Λαμβάνοντας πάντως υπόψη ότι λίγοι εταίροι θέλουν να αναλάβουν το πολιτικό κόστος αποστολής πλοίων ακόμα και στη – σχετικά ασφαλή – Ερυθρά Θάλασσα (και ότι, ακόμα κι αν το αποφασίσουν, δεν έχουν πολλά πλοία σε άμεση ετοιμότητα), είναι πιθανόν να κληθεί η Ελλάδα να αυξήσει “προσωρινά” τη δική της συνεισφορά. Και, ως γνωστόν, ουδέν μονιμότερο του προσωρινού.
Το ενδεχόμενο εμπλοκής στην Μέση Ανατολή
Τρίτο ζήτημα προβληματισμού είναι η αδιευκρίνιστη στάση των Χούθι και οι εκτοξεύσεις πυραύλων τους που αποτέλεσαν το λόγο έναρξης της Aspides το Φεβρουάριο του 2024. Λόγω της συμφωνίας ανακωχής με τη διοίκηση Τραμπ τον Μάιο του 2025, οι Χούθι τηρούν έκτοτε στάση αναμονής, αλλά ουδείς γνωρίζει αν θα αποφασίσουν ξαφνικά νέες επιθέσεις κατά δυτικών πλοίων, προς στήριξη των συμφερόντων του Ιράν. Αν αυτό ξανασυμβεί, θα επικρατούν επικίνδυνες συνθήκες, όπως στο Ορμούζ.
Παράλληλα, η τέταρτη σημαντική εξέλιξη που πιθανόν εμπλέξει την Ελλάδα στην κρίση στην Μέση Ανατολή, είναι η πρόταση της ύπατης εκπροσώπου της ΕΕ, Κάγια Κάλλας, το πρωί της περασμένης Δευτέρας για αλλαγή της επιχειρησιακής και γεωγραφικής εντολής της Aspides. Μετά την ολοκλήρωση του Συμβουλίου Εξωτερικών Υποθέσεων, η κυρία Κάλλας δήλωσε ότι «στις συζητήσεις μας υπήρξε σαφής επιθυμία για ενίσχυση της επιχείρησης». Παραδέχθηκε ότι «δεν υπήρξε καμιά διάθεση για αλλαγή της εντολής της», προσθέτοντας ωστόσο τις διατυπώσεις «προς το παρόν» και «για τώρα». Κοινώς, το θέμα παραμένει ανοιχτό για την ΕΕ, διαψεύδοντας τις καθησυχαστικές διαβεβαιώσεις των κυρίων Γεραπετρίτη και Μαρινάκη.
Το πέμπτο στοιχείο που ίσως ωθήσει την κυβέρνηση προς – κάποιας μορφής – εμπλοκή στην κρίση στην Μέση Ανατολή, είναι οι συνεχιζόμενες διαπραγματεύσεις μεταξύ Ελλάδας και Γαλλίας για την ανανέωση της Συμφωνίας Στρατηγικής Εταιρικής Σχέσης και την αναθεώρηση επιμέρους διατάξεών της.
Η ελληνική πλευρά επιθυμεί – και είναι απολύτως λογικό – την ενίσχυση της γαλλικής στρατιωτικής παρουσίας στο Αιγαίο με συγκεκριμένους τρόπους που η Αθήνα δεν είχε προτείνει στο Παρίσι κατά την υπογραφή της πενταετούς Συμφωνίας το 2021. Ο λόγος ήταν ότι, την ίδια χρονιά, ο Μητσοτάκης διατηρούσε τη μέγιστη πλάνη ότι, χάρη στην προσωπική διπλωματία του, θα αποδέχονταν τα σημαντικά αιτήματα οι ΗΠΑ.
Φέτος, τα πράγματα είναι πολύ διαφορετικά. Μολονότι οι ελληνογαλλικές σχέσεις είναι στενότατες, τα συμφέροντα παραμένουν συμφέροντα και ο πρόεδρος Μακρόν θα ζητήσει δεσμεύσεις πριν ικανοποιήσει τα ελληνικά αιτήματα και πριν αφιχθεί στην Αθήνα, στα τέλη Απριλίου, για την υπογραφή της Συμφωνίας. Στο μεταξύ, η θέση της κυβέρνησης ίσως καταστεί πιο δύσκολη τις επόμενες ημέρες, αν οι απαιτήσεις των ΗΠΑ δεν αφορούν πια μόνον την ΕΕ ως σύνολο, αλλά απευθυνθούν – ειδικά και διμερώς – και προς την Ελλάδα.





