Προβλέψεις για την κρίση από “οίκους” και ΕΚΤ
21/03/2026
Τα σενάρια της ΕΚΤ, διεθνών τραπεζών και οίκων αξιολόγησης για την πορεία των τιμών σε πετρέλαιο και φυσικό αέριο. Τι “βλέπουν” οι λεγόμενες αγορές.
Τα ήπια σενάρια για τον αντίκτυπο στις τιμές του πετρελαίου και του φυσικού αερίου από τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή έχουν ξεπεραστεί μετά την κλιμάκωση που υπήρξε την περασμένη εβδομάδα με επιθέσεις σε ενεργειακές υποδομές της περιοχής.
Η ενέργεια ιστορικά αποτελεί τον «σπινθήρα» για τις μεγαλύτερες οικονομικές κρίσεις. Η αβεβαιότητα σχετικά με τη διάρκεια των πολεμικών επιχειρήσεων, σε συνδυασμό με τις ανοδικές πιέσεις στις τιμές της ενέργειας ( πετρέλαιο και φυσικό αέριο) αποτελεί αυτή τη στιγμή τον κυριότερο παράγοντα που επηρεάζει τις κινήσεις στα χρηματιστήρια, περιορίζοντας τόσο την επενδυτική ορατότητα όσο και τη διάθεση για ανάληψη ρίσκου.
Το 2008 και το 2022
Μερίδα διεθνών αναλυτών, όπως η Bank of America, εκφράζουν την ανησυχία τους, μήπως η απότομη άνοδος των διεθνών τιμών πετρελαίου δημιουργήσει ένα σκηνικό στις αγορές που θα θυμίζει την περίοδο πριν από την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση του 2008.
Τότε η τιμή πετρελαίου διπλασιάστηκε στα 140 δολάρια το βαρέλι μέχρι τον Αύγουστο του 2008 από τα 70 δολάρια τον Ιούλιο του 2007, γεγονός που συνέπεσε με το ξεκίνημα των δονήσεων της κρίσης των subprime δανείων που τελικά παρέσυραν τράπεζες όπως τη Bear Stearns.
Ο πόλεμος στο Ιράν που ξέσπασε στις 28 Φεβρουαρίου έχει ήδη ωθήσει τις τιμές πετρελαίου σε άνοδο πάνω από 60% φέτος φτάνοντας έως και τα 120 δολάρια, ενώ οι αποδόσεις της Wall Street μοιάζουν με τη συμπεριφορά των τιμών που παρατηρήθηκε από τα μέσα του 2007 έως τα μέσα του 2008, αναφέρει η Bank of America.
Οι αγορές ναι μεν έχουν εισήλθε σε συνθήκες αυξημένης μεταβλητότητας, ενισχύοντας παράλληλα το συνολικό συστημικό ρίσκο, αλλά απέχουν πολύ από το σκηνικό του 2008. Την ίδια ώρα διεθνείς οίκοι, όπως η JP Morgan και η Goldman Sachs προειδοποιούν για πιθανή πτώση του δείκτη αναφοράς παγκοσμίως τον S&P 500 στα όρια της «bear market».
Η JP Morgan προειδοποιεί για πιθανή πτώση έως και 15% στον S&P 500 λόγω της αλυσιδωτής επίδρασης που μπορεί να προκαλέσει μια απότομη άνοδος στις τιμές του πετρελαίου, καθώς ένα νέο ενεργειακό σοκ θα μπορούσε να ενεργοποιήσει έναν «ντόμινο» οικονομικών πιέσεων που τελικά θα πλήξει ισχυρά τις μετοχικές αγορές. Μια ισχυρή πετρελαϊκή κρίση μπορεί να φέρει «βουτιά» 19% στον S&P 500, σύμφωνα με την Goldman Sachs.
Πάντως ο S&P 500, παγκόσμιος δείκτης αναφοράς έχει υποχωρήσει μόνο κατά 3,96% (κλείσιμο Πέμπτης) μέχρι στιγμής φέτος και περίπου 5% από το ιστορικό υψηλό του, ενώ απέχει ακόμη πολύ από το να φτάσει σε bear market (-20% και πάνω).
Το πετρέλαιο
Οι τιμές του πετρελαίου έχουν εκτοξευθεί από την έναρξη του πολέμου. Ωστόσο, παραμένουν κάτω από το υψηλότερο επίπεδο που παρατηρήθηκε μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία το 2022. Η ρωσική εισβολή εκτοξεύει την τιμή στα 139,13 δολάρια, το υψηλότερο επίπεδο από το 2008, όταν είχε εκτοξευθεί στο απόλυτο ρεκόρ των 147,50 δολαρίων.
Όμως, οι αγορές δεν προεξοφλούν ακόμη ούτε ένα αποτέλεσμα τύπου 2022, όταν το Brent ήταν πάνω από 100 δολάρια/βαρέλι για περίπου 5 μήνες, ενώ είναι πολύ χαμηλότερα από το ρεκόρ του 2008. Επίσης, σε αντίθεση με τα πετρελαϊκά σοκ τόσο του 2022 όσο και της δεκαετίας του 1970, ο πληθωρισμός είναι γενικά γύρω από τον στόχο.
Τουλάχιστον προς το παρόν, δεν φτάνουμε ακόμη στα ιστορικά όρια που έχουν συμβαδίσει με σημαντικές κινήσεις risk-off σε προηγούμενες πετρελαϊκές κρίσεις. Δεν έχουμε δει ακόμη μια επιθετική στροφή από τις κεντρικές τράπεζες. Και δεδομένου του πόσο νωρίς είναι, δεν έχουμε δει ακόμη εμφανή σημάδια επιδείνωσης των οικονομικών δεομένων. Από την πλευρά της η Morgan Stanley, εκφράζει την άποψη ότι οι επενδυτές πρέπει να ετοιμάζουν «λίστες για τα… ψώνια τους», εν αναμονή της επανέναρξης της bull market αργότερα φέτος.
Εκτιμά ότι σε έξι μήνες, τα πράγματα πιθανότατα θα έχουν ηρεμήσει μετά από αυτήν την αρχική εκτόξευση, όπως ακριβώς συνέβη και μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία. Είναι σημαντικό, όπως τονίζει ότι η απότομη αύξηση των τιμών του πετρελαίου είναι αποτέλεσμα ενός υλικοτεχνικού αδιεξόδου στα Στενά του Ορμούζ και όχι έλλειψης εφοδιασμού. Σύμφωνα με τη Morgan Stanley, οι μετοχές συνήθως αγγίζουν τα χαμηλά τους λίγες μέρες μετά την κορύφωση των τιμών του πετρελαίου. Η BlackRock εστιάζει στον κίνδυνο ενός στασιμοπληθωριστικού σοκ, αλλά δεν είναι δεδομένος, όπως υποδηλώνει η τιμολόγηση της αγοράς.
Είναι αξιόπιστες οι προβλέψεις;
Πολλές φορές «οι αγορές αναρριχώνται στο τείχος της ανασφάλειας», μια κλασική χρηματιστηριακή ρήση, η οποία έχει επιβεβαιωθεί αρκετές φορές στο παρελθόν ίσως επιβεβαιωθεί και αυτή την περίοδο. Η χρηματιστηριακή ιστορία δείχνει ότι οι αγορές τείνουν να προεξοφλούν την αβεβαιότητα πριν το γεγονός και να ανακάμπτουν πριν τελειώσουν οι συγκρούσεις.
Κάτι τέτοιο επισημαίνει και η Goldman Sachs: Τα περισσότερα γεωπολιτικά σοκ τα τελευταία χρόνια δεν είχαν μακροχρόνιο αντίκτυπο στα χρηματιστήρια. Η διόρθωση θα αποτελέσει αγοραστική ευκαιρία με σχετικά χαμηλό κίνδυνο.
Εκ των πραγμάτων, οι διεθνείς οίκοι βλέπουν τις τιμές των ορυκτών καυσίμων να διατηρούνται σε υψηλά επίπεδα για μεγαλύτερο διάστημα, ιδιαίτερα όσον αφορά το φυσικό αέριο. Ακόμη και αν έληγε ο πόλεμος γρήγορα και υπήρχε ασφάλεια στη διέλευση των τάνκερ από τα Στενά του Ορμούζ, κάτι που για την ώρα δεν φαίνεται στον ορίζοντα, η προσφορά ενεργειακών πόρων από τις χώρες του Περσικού Κόλπου θα είναι χαμηλότερη λόγω των ζημιών που έχουν υποστεί παραγωγικές τους εγκαταστάσεις και του χρόνου που θα χρειαστεί για την αποκατάστασή τους.
Αν και δεν υπάρχει συνολικά μία ξεκάθαρη εικόνα για την έκταση των ζημιών που έχουν προκαλέσει οι πύραυλοι του Ισραήλ και του Ιράν σε ενεργειακές υποδομές της περιοχής, ο αντίκτυπός τους στη συνολική προσφορά από τον Κόλπο είναι δεδομένος και όσο συνεχίζονται αυτές οι επιθέσεις τόσο η κατάσταση θα οξύνεται και οι αγορές θα προεξοφλούν μεγαλύτερης διάρκειας ενεργειακό σοκ.
Οι τιμές του πετρελαίου μπρεντ ξεπέρασαν την Πέμπτη τα 110 δολάρια το βαρέλι και του φυσικού αερίου (στην αγορά του Άμστερνταμ) τα 60 ευρώ ανά μεγαβατώρα, όταν το Ισραήλ επιτέθηκε στο τεράστιο κοίτασμα φυσικού αερίου του Ιράν, South Pars και η Τεχεράνη απάντησε με επιθέσεις σε πετρελαιοπηγές και εγκαταστάσεις φυσικού αερίου γειτονικών χωρών (Κατάρ, Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων και Σαουδικής Αραβίας).
Το φυσικό αέριο
Το σοκ θα είναι πιθανότατα μεγαλύτερο για την παγκόσμια αγορά του φυσικού αερίου καθώς, σύμφωνα με δημοσίευμα του Reuters, η εξαγωγική δυναμικότητα του Κατάρ, που αντιστοιχεί στο 20% της παγκόσμιας προσφοράς, θα είναι μειωμένη κατά 17% τα επόμενα 3-5 χρόνια λόγω των ζημιών που υπέστη από ιρανικούς πυραύλους. Η αγορά του φυσικού αερίου είναι πιο ευάλωτη, επειδή δεν υπήρχε αδρανής παραγωγική δυναμικότητα πριν τον πόλεμο και δεν υπάρχουν στρατηγικά αποθέματα για αποδέσμευση. Αντίθετα, η αγορά πετρελαίου βρισκόταν σε κατάσταση πλεονάζουσας προσφοράς πριν τον πόλεμο και υπάρχει συμφωνία για αποδέσμευση 400 εκατ. βαρελιών από τα παγκόσμια στρατηγικά αποθέματα.
Μετά το μπαράζ των επιθέσεων του Ιράν σε ενεργειακές υποδομές γειτονικών χωρών, αναλυτές της Citi προβλέπουν ότι η τιμή του μπρεντ θα αυξηθεί στα 120 δολάρια τους επόμενους έναν έως τρεις μήνες, αλλά θα υποχωρήσει στη συνέχεια σταδιακά και θα φτάσει στα 70 – 80 δολάρια έως το 2026.
Σε ένα δυσμενές σενάριο, που υποθέτει περαιτέρω διαταραχές σε ενεργειακές υποδομές στον Κόλπο, η citi βλέπει τις τιμές του μπρεντ στα 150 δολάρια, επίπεδο που θα αποτελούσε νέο ιστορικό ρεκόρ μετά τα 147,5 δολάρια που σημειώθηκε το 2008.
Μία άλλη αμερικανική τράπεζα, η Goldman Sachs, προέβλεπε επίσης, στα τέλη της περασμένης εβδομάδας, ότι η τιμή του μπρεντ θα μπορούσε να κάνει νέο υψηλό ρεκόρ, εφόσον η κίνηση των πλοίων μέσω Ορμούζ παρέμενε σε χαμηλά επίπεδα όλο τον Μάρτιο.
Σχετικά αισιόδοξος ο Fitch
Πιο αισιόδοξος ήταν ο αμερικανικός οίκος πιστοληπτικής αξιολόγησης Fitch. Σε έκθεσή του για τις προοπτικές της παγκόσμιας οικονομίας, η οποία πάντως είχε συνταχθεί όταν ακόμη το μπρεντ κινείτο κάτω από τα 100 δολάρια, ο Fitch προέβλεπε στο βασικό του σενάριο διακύμανση των τιμών στην περιοχή των 90-100 δολαρίων τον Μάρτιο και υποχώρησή τους στα 65 δολάρια το δεύτερο εξάμηνο του 2026 λόγω υπερβάλλουσας προσφοράς στην αγορά.
Αυτή η πρόβλεψη φαίνεται να έχει ξεπεραστεί από τα πράγματα καθώς η τιμή του μπρεντ έχει ήδη ξεπεράσει τα 110 δολάρια και έχουν μεσολαβήσει νέες ζημιές σε ενεργειακές υποδομές. Για τον ίδιο λόγο, ξεπερασμένο θεωρείται και το βασικό σενάριο της ΕΚΤ στις νέες μακροοικονομικές προβλέψεις που ανακοινώθηκαν την Πέμπτη, αλλά είχαν καταρτιστεί οκτώ ημέρες νωρίτερα (11 Μαρτίου), το οποίο προβλέπει μέση τιμή πετρελαίου 81,3 δολάρια για το 2026 και μέση τιμή φυσικού αερίου στα 46,4 ευρώ.
Αναγνωρίζοντας τη μεγάλη αβεβαιότητα όσον αφορά τη διάρκεια και την ένταση του πολέμου, η ΕΚΤ διαμόρφωσε άλλα δύο σενάρια, ένα «δυσμενές» και ένα «σφοδρό», τα οποία βασίζονται σε υποθέσεις για μεγαλύτερη διάρκεια και ένταση του πολέμου και τα οποία προβλέπουν πολύ υψηλότερες τιμές ενέργειας.
Το δυσμενές σενάριο υποθέτει ότι θα συνεχιστεί έως το γ΄ τρίμηνο του 2026 η μεγάλη διαταραχή στην προσφορά ενέργειας, με μείωση κατά 40% της μεταφοράς πετρελαίου και LNG από τα Στενά του Χορμούζ, ενώ η προσφορά και οι τιμές θα αρχίσουν να ομαλοποιούνται από το δ’ τρίμηνο, με γρήγορο ρυθμό μετά την αποκατάσταση της κυκλοφορίας πλοίων στα Στενά του Ορμούζ. Αυτές οι υποθέσεις θα οδηγούσαν την τιμή του μπρεντ στα 119 δολάρια στο β’ τρίμηνο του 2026 και την τιμή του φυσικού αερίου στα 87 ευρώ.
Η κατάσταση θα είναι ακόμη χειρότερη στο σενάριο, όπου οι διαταραχές στην προσφορά ενέργειας θα συνεχιστούν έως και το τελευταίο τρίμηνο του 2026 και ότι θα υπάρξει περαιτέρω σημαντική καταστροφή ενεργειακών υποδομών στην περιοχή του Κόλπου.
Η μεταφορά πετρελαίου και LNG από το Ορμούζ θα ήταν, σύμφωνα με αυτό το σενάριο, μειωμένη κατά 60% στο β’ τρίμηνο του 2026, με την προσφορά και τις τιμές να αρχίσουν να ομαλοποιούνται από το α’ τρίμηνο του 2027, αλλά με αργό ρυθμό μετά το τέλος του πολέμου, λόγω των καταστροφών στις υποδομές.
Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ





