Ο όχι τυχαίος θάνατος μιας καθηγήτριας – Οι ευθύνες μαθητών και σχολείου
23/03/2026
«Οι γονείς σήμερα δεν τολμάνε να πουν όχι στα παιδιά. Ό,τι πουν τα παιδιά, ό,τι ζητήσουν και μην τα στεναχωρήσουμε. Δεν πάει έτσι… Υπάρχουν κανόνες κι ας τα στεναχωρούμε. Στην παρέλαση δεν πάνε όλοι. Υπάρχουν κάποια παιδιά που δεν θέλουν. Στις παραστάσεις τους δεν πάνε όλοι. Υπάρχουν κάποια παιδιά που δεν θέλουν. Στις εκδρομές δεν πάνε όλοι. Υπάρχουν παιδιά που δεν θέλουν.
«Αύριο αυτό το παιδί δεν θα θέλει να πάει στη δουλειά, δεν θα θέλει να μεγαλώσει το παιδί του ή να κάνει παιδί, δεν θα θέλει να κουραστεί στη δουλειά του γιατί από μικρό έμαθε πως όταν κάτι δεν μ’ αρέσει δεν το κάνω. Δεν μαθαίνει πως κάποια πράγματα μ’ αρέσουν-δεν μ’ αρέσουν, αποτελούν υποχρεώσεις» (Μιλάει μητέρα με δυο παιδιά· ένα αγόρι στην 1η δημοτικού και ένα κορίτσι στην 6η δημοτικού. Η κόρη της είναι η μόνη από όλη την έκτη που δεν έχει δικό της κινητό, προφίλ σε social media, tik tok κλπ).
Από τις γραφίδες και τα στόματα των κάθε λογής ειδικών γράφονται και ακούγονται κατά καιρούς κάθε λογής ερμηνείες των φαινομένων της βίας, της παραβατικότητας και της προκλητικής συμπεριφοράς των εφήβων και των νέων. Τίθεται συχνά το ερώτημα: Ποιος φταίει για την αυξανόμενη τάση παραβατικότητας των νέων; “Μα βέβαια”, η οικογένεια (“που δεν έχει τον καιρό να ασχοληθεί και να βάλει κάποια όρια στα παραμελημένα παιδιά της”). “Μα βέβαια” τα ΜΜΕ και η τεχνολογία (τα κινητά, οι οθόνες, τα βιντεοπαιχνίδια που “εθίζουν τα παιδιά στο θέαμα της βίας”).
“Μα βέβαια”, το σχολείο (οι ανήμποροι να αντιδράσουν ή οι αδιάφοροι εκπαιδευτικοί, που αδυνατούν να συνδέσουν την εκπαίδευση με μια ευρύτερη παιδεία). “Μα βέβαια”, η ευρύτερη κοινωνία των ενηλίκων ή των συνομηλίκων (που ανέχεται τα πάντα και έχει χάσει την όρεξη και τη δυνατότητα να επιβάλλει κάποιον έλεγχο στις ατομικές παρεκτροπές). “Μα βέβαια” το κράτος, πιο ευγενικά “η πολιτεία”, που δεν ξέρει τίποτα άλλο παρά την εκ των υστέρων καταστολή, (η οποία, όταν δήθεν λαμβάνει χώρα εκ των προτέρων, κατ’ ευφημισμόν ονομάζεται και πρόληψη)… Τέτοιες μισές αλήθειες, που είναι χειρότερες από τα χειρότερα ψεύδη, συντελούν στην αποσπασματική, αλλά αληθοφανή αποδόμηση της πραγματικότητας, με κούφιες δηλώσεις και επιστημονοφανείς αερολογίες.
Προφανώς, όλες αυτές οι επιμέρους ερμηνείες με τους ψυχολογισμούς και τους κοινωνιολογισμούς τους, ενέχουν ψήγματα αλήθειας: Το πρόβλημα της βίας και πιο ειδικά της συμμοριοποίησης ενός τμήματος της νεολαίας (όχι αναγκαστικά της πιο λαϊκής), των διομαδικών συγκρούσεων, του bullying στους πιο αδύναμους ή στους πιο μοναχικούς, κλπ, είναι όπως λέμε “πολυπαραγοντικό”. Συνεπώς, οι ερμηνείες (κοινωνιολογικές, ψυχολογικές, πολιτικές ή ψυχοπολιτικές), αντανακλούν με την αποσπασματικότητά τους την συνείδηση που έχουν οι διάφοροι ειδικοί περί αυτής της πολυπαραγοντικότητας και του ειδικού βάρους του κάθε παράγοντα στην ερμηνεία του υπό εξέταση κοινωνικού γεγονότος.
Ωστόσο, αυτή η αναλυτική αποσπασματικότητα, χωρίς την απαραίτητη μεθοδολογική σύνθεση των επιμέρους ερμηνειών στο έδαφος της ιστορίας του παρόντος, καταλήγει σε διαπιστώσεις, που όταν απλώς προστίθενται, δηλαδή παρατίθενται αραδιαστά, στο όνομα μάλιστα της επιστήμης και του ορθού λόγου, εμφανίζουν οι ίδιες έναν χαοτικό χαρακτήρα, συνήθως συνυφασμένο με τις δεοντολογίες και το ιδεαλιστικά εξιδανικευμένο, αξιακό πλαίσιο της ισχύουσας πολιτικής ορθότητας.
Το “παιδί- βασιλιάς”
Σπάνια, σπανιότατα θα βρει λόγου χάρη κανείς στις απαντήσεις και στις ερμηνείες των ειδικών μια αμφισβήτηση των ψυχοπαιδαγωγικών αξιωμάτων αυτής της συγκεκριμένης πολιτικής ορθότητας. Ακόμα πιο σπάνια θα βρει μια ιστορική απόπειρα κατανόησης του πως και με ποιους ιδεολογικοπολιτικούς όρους, μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, αναδεικνύεται εμφατικά η έννοια του “παιδιού – βασιλιά” ως του πρώτου νομικού δικαιωματούχου, μεγαλύτερου και σπουδαιότερου ίσως και από τον “πελάτη – βασιλιά”, του οποίου τα γούστα και τις επιλογές διαμορφώνει και εγχαράσσει το κατάλληλο μάρκετινγκ (και τα καπρίτσια του οποίου οφείλει βεβαίως να σέβεται κάθε αξιόλογος πωλητής εμπορευμάτων).
Με αυτές όμως τις παραλείψεις και με αυτήν την αληθοφανή αποσπασματικότητα, οι ερμηνείες των ειδικών, όταν εμφανίζονται στο δημόσιο λόγο και υπό μορφή ψυχοπαιδαγωγικών συνταγών απευθύνονται σε αδαείς υποτίθεται ή αφελείς γονείς και κηδεμόνες, συνήθως επιρρεπείς στα ιδεολογήματα του δικαιωματισμού, καθίστανται οι ίδιες μέρος του προβλήματος που υποτίθεται διαφωτίζουν ή έστω εμμέσως επιχειρούν να λύσουν.
Άλλωστε, οι ενήλικες, αυτά τα “μεγάλα παιδιά”, παρά την όποια συνείδηση της παιδαγωγικής τους ανεπάρκειας και την ειλικρινή τους κάποτε αγωνία σχετικά με “τα πράγματα που τους έχουν ξεφύγει”, όπως το λέει και το γνωστό άσμα, “έτσι κι αλλιώς τα ξέρουν όλα”: Είναι τυπικά εγγράμματοι και πολύπλευρα πληροφορημένοι. Είναι επίσης πολύπλευρα εγχαραγμένοι με τις άτυπες “διατάξεις” και χρηστοήθειες της ισχύουσας ψυχοπαιδαγωγικά πολιτικής ορθότητας.
Και όπως “όμοιος ομοίω αεί πελάζει”, υπό το πρόσημο του δικαιωματισμού, της ανεκτικότητας σε όλες τις “διαφορετικότητες” ή της απεριόριστης (λόγω προοδευτισμού) επιτρεπτικότητας, οι ομιλούντες περί της βίας, όλοι μαζί, μικρά και μεγάλα “παιδιά”, ανήσυχοι γονείς και κηδεμόνες, ειδικοί όλων των ειδικοτήτων και κατηγοριών, καταλήγουν στο σημείο μηδέν της γλωσσικής και γνωστικής βαβέλ από όπου ξεκίνησαν, με τα παιδιά είτε “από κάτω”, είτε “από πάνω” να “χαλάνε τον κόσμο” με τους καυγάδες και την φασαρία τους. Μεταφορικά βέβαια, γιατί κυριολεκτικά, δεν “χαλάνε τίποτα”. Μόνο γερνάνε και φθείρονται. Τόσο γρήγορα, όσο και οι γονείς και οι κηδεμόνες τους. Όσο και οι εξαγριωμένες (κυριολεκτικά), σύγχρονες δυτικές κοινωνίες.
Θα λέγαμε λοιπόν ότι για την μεγάλη “σιωπηρή πλειοψηφία” αυτών των μπαφιασμένων ενηλίκων, το μόνο που πραγματικά μετράει και τους απασχολεί είναι η ικανοποίηση των όποιων καθημερινών επιλογών τους, δηλαδή να περνούν όσο το δυνατόν καλύτερα ανάλογα με τις οικονομικές τους δυνατότητες, έστω και αν αυτό συνήθως περιορίζεται στην άκοπη παρακολούθηση τηλεοπτικών σκουπιδιών, με ή χωρίς “ειδικούς”. Η συμβολική βία και η αδιαφορία που ενέχονται σε αυτές τις συνθήκες καθημερινής ζωής, σπανίως αναλύονται ως πλεονάσματα ασημαντότητας (Καστοριάδης), υπεύθυνα ίσως για την παραίτηση των κουρασμένων ενηλίκων από τα καθήκοντά τους – συνεπώς, για την ουσιαστική παραμέληση των ανηλίκων.
Ο “παιχνιδιάρης” homo Festivus
Το σημερινό μετανεωτερικό δυτικό υποκείμενο είναι πλέον ένας “παιχνιδιάρης” homo Festivus. Μια αυτοθαυμαζόμενη εν δυνάμει “εξέχουσα ατομικότητα”. Ένα δυστοπικό κενό, ένα ηθικά ξεχαρβαλωμένο νεαρό άτομο “χωρίς ιστορία”, ενδεχομένως χωρίς μέλλον, αλλά γεμάτο επιθυμίες να διασκεδάσει τις υπαρξιακές αγωνίες του, να “περάσει καλά”, να διακριθεί κοινωνικά, όχι όμως πια στη βάση των υπερβατικών προτύπων του αγίου ή του ήρωα, δηλαδή της ηθικής ακεραιότητας ή της κοινωνικής προσφοράς, τρόπον τινά ως προσωπικότητες “εισέχουσες” στο κοινωνικό σύνολο με το φιλότιμο, τον μόχθο, τις θυσίες, τους αγώνες τους κλπ, αλλά ως ένας φανφαρόνος κάτοχος άπειρων νομικών ατομικών δικαιωμάτων.
Η ατομική χειραφέτηση αυτού του κατά φαντασίαν δικαιωματούχου μεγάλου ή μικρού φανφαρόνου του μετανεωτερικού συρμού, δεν είναι βέβαια, ούτε προκύπτει από μια συλλογική διεκδίκηση πολιτικής ελευθερίας. Η ίδια άλλωστε η έννοια της ατομικής ελευθερίας, που παλαιότερα ήταν συνδεδεμένη με την προσπάθεια αντίστασης στην τάση των καθεστώτων επιτήρησης να διεισδύσουν στις ιδιωτικές σφαίρες της ζωής των πολιτών, έγινε το πρακτικό ιδεολογικό μέσο που, έστω σε επίπεδο lifestyle, επιτρέπει στον κάθε συμπλεγματικό, κατά φαντασίαν χειραφετημένο από στερεότυπα και προκαταλήψεις του παρελθόντος, να υιοθετεί και να επιλέγει όποιο στυλ ή όποια μορφή ζωής του αρέσει κάθε φορά.
Ακόμα και την πιο παραληρηματική, ακόμα και την πιο αντικοινωνική. Άλλωστε, πέραν από τους φανφαρονισμούς του “Ξέρεις ποιος είμαι εγώ;” (ή ξέρεις ποιος είναι ο μπαμπάς μου;), η πολιτική θρησκεία του δικαιωματισμού πολλαπλασιάζει τις εικονικές δυνατότητες που παρέχονται αφειδώς, έστω μέσω κοινωνικών δικτύων, σε όλα τα άτομα της παγκόσμιας πληβειακής μάζας να διακριθούν κοινωνικά. Διαπλεκόμενη με το θράσος και την ατιμωρησία, πολλαπλασιάζει τους κατατρεγμένους και απελπισμένους εκπαιδευτικούς.
Ένοχη συγκάλυψη και ηθικοί αυτουργοί
Ειδικότερα λοιπόν, αναφορικά με την περίπτωση της Καθηγήτριας Αγγλικής Γλώσσας Σοφίας Χρηστίδου, θα πρέπει να σημειώσουμε πως αν τα περιστατικά βίας και απαξίωσης από τους “μαθητές” του δημόσιου “σχολείου” της Θεσσαλονίκης σε βάρος της εκπαιδευτικού που πέθανε από τον καημό της αληθεύουν, τότε οι “μαθητές” αυτοί, το Υπουργείο “Παιδείας” και οι υπηρεσίες του που αδιαφόρησαν για τις καταγγελίες, οι γονείς και οι κηδεμόνες που καλύπτουν και δικαιολογούν ηθικά τα βλαστάρια τους, καθώς και οι σύλλογοι που συγκαλύπτουν το τραγικό γεγονός με μισές αλήθειες και εκλογικεύσεις του τύπου “ένοχη είναι η υποχρηματοδότηση της εκπαίδευσης”, ή ακόμα τα συνδικαλιστικά όργανα του εκπαιδευτικού κόσμου που φλυαρούν περί παντός, αλλά ούτε συζητούν το ενδεχόμενο μιας απεργιακής κινητοποίησης για την διεκδίκηση καλύτερων συνθηκών εργασίας, είναι όλοι τους συνυπεύθυνοι και ηθικοί αυτουργοί για το θάνατο αυτής της γυναίκας.
Και δεν είναι το μόνο. Καθημερινά πληροφορούμαστε για μεγάλα ή μικρά γεγονότα, με ολέθριες ή λιγότερο τραγικές συνέπειες που καταμαρτυρούν την παρακμή και την σήψη του σύγχρονου εκπαιδευτικού συστήματος σε όλες τις βαθμίδες (από την πρωτοβάθμια έως την τριτοβάθμια εκπαίδευση).
Και ακριβώς επειδή οι σχολικές κοινότητες αποτελούν μικρογραφία της κοινωνίας μας, βλέπουμε μέσα σε αυτές την σκουπιδοποίηση των ανθρώπων και των σχέσεων, την αδιαφορία, την παραίτηση, τον εκφασισμό της κοινωνίας, αλλά και την έμπρακτη και εφαρμοσμένη διολίσθηση των παιδιών, (των αυριανών “υπεύθυνων πολιτών με δικαίωμα ψήφου”), στο ανθρώπινο πλεόνασμα της μελλοντικής αντικοινωνικής κοινωνίας που θα χωρίζεται σε θύτες, θύματα και θύματα που θα διώκονται αυθαίρετα σαν θύτες από τους απρόσωπους και απάνθρωπους μηχανισμούς του καθεστώτος.
Θα πρέπει επομένως να αναρωτηθούμε προς τα που πορεύεται το σημερινό δημόσιο σχολείο. Μάλλον προς ένα χαοτικό, αχαλίνωτο ολοκληρωτισμό αντεστραμμένου αναμορφωτηρίου ή ασύλου, όπου ο κύριος κανόνας συμβατικής “παιδαγωγικής” λειτουργίας θα είναι η απεριόριστη ανεκτικότητα και επιτρεπτικότητα απέναντι σε κάθε παράβαση των κανόνων του παιδαγωγικού συμβολαίου από τους “εκπαιδευόμενους” και όπου υπόλογοι και δέσμιοι των κανόνων θα είναι μόνο οι εργαζόμενοι παιδαγωγοί. Ένα άτυπο στρατόπεδο συγκέντρωσης “αποβλήτων και αποτυχημένων”, χωρίς συρματοπλέγματα, γεμάτο δικαιώματα των τροφίμων και απορίες των σαστισμένων αναμορφωτών. Και εις ανώτερα!





