Ο Mearsheimer για τον πόλεμο – Ο ρόλος Ρωσίας και Κίνας
26/03/2026
Ο Αμερικανός καθηγητής διεθνών σχέσεων στο πανεπιστήμιο του Σικάγου John J. Mearsheimer, στην συνέντευξη του στον βραβευμένο με το βραβείο Pulitzer δημοσιογράφο Chris Hedges, αναφέρθηκε, μεταξύ άλλων, στις παγκόσμιες επιπτώσεις του αμερικανο-ισραηλινού πολέμου έναντι του Ιράν και τον ρόλο Ρωσίας και Κίνας.
Είναι προφανές ότι οι οικονομικές επιπτώσεις του πολέμου ακόμα δεν μπορούν να προσδιοριστούν επακριβώς και είναι κάτι που θα φανεί μελλοντικά. Για τον Mearsheimer έχει ενδιαφέρον όμως που οι Ιρανοί μπορούν να μεταφέρουν και να πουλούν πετρέλαιο από τον Κόλπο. Κυρίως, σε ποσοστό 80% στην Κίνα, που διαθέτει όμως πολλά αποθέματα πετρελαίου και σίγουρα στην αρχή του πολέμου δεν θ΄ αντιμετωπίσει προβλήματα. Οι χώρες που θα πληγούν περισσότερο είναι η Ιαπωνία και η Νότια Κορέα, που είναι πολύ πιο εξαρτημένες από το πετρέλαιο του Κόλπου.
Επίσης, η Ευρώπη θα πληγεί σημαντικά, εφόσον διακοπούν οι μεταφορές πετρελαίου για μεγαλύτερο διάστημα. Ιδιαίτερα που οι Ευρωπαίοι δεν παραλαμβάνουν εδώ και πολύ καιρό φυσικό αέριο και πετρέλαιο από τη Ρωσία, για αυτό και τώρα είναι πιο εξαρτημένοι από την Αμερική και τη Μέση Ανατολή. Το αποτέλεσμα θα είναι οι ευρωπαϊκές οικονομίες να έχουν ακόμη μεγαλύτερα προβλήματα, όπως άλλωστε η Ιαπωνία και η Νότια Κορέα. Υπάρχουν και λιγότερο αναπτυγμένα κράτη, όπως η Νιγηρία, που λόγω της παρούσας κατάστασης θα πληρώσουν ένα πιο ακριβό λογαριασμό.
Όμως, οι οικονομικές συνέπειες που άρχισαν ήδη να γίνονται αντιληπτές μπορεί να γίνουν ακόμα χειρότερες. Και οι επιπτώσεις για την παγκόσμια οικονομία θα μπορούσαν να είναι καταστροφικές. Εφόσον οι πολεμικές συγκρούσεις κρατήσουν για εβδομάδες θα μπορούσε να υπάρχει μια περισσότερο ή λιγότερη παγκόσμια οικονομική ύφεση, με τεράστιες επιπτώσεις διεθνώς. Ιδιαίτερα δε στις αναπτυσσόμενες χώρες και λιγότερο στις βιομηχανικές, οι οποίες όμως δε θα πρέπει να υποτιμήσουν την σπουδαιότητα του πετρελαίου στη λειτουργία της παγκόσμιας οικονομίας και την συνολική βιομηχανική βάση: Αύξηση της τιμής του ρεύματος, μεγάλη άνοδος του πληθωρισμού, μείωση της παραγωγής.
Δυνατότητες μιας συμφωνίας τερματισμού του πολέμου
Φυσικά, σημειώνει ο Mearsheimer, η κυβέρνηση Τραμπ τα γνωρίζει όλα αυτά και αντιλαμβάνεται ότι μέχρι ένα βαθμό είναι δύσκολο να προβλέψει κανείς επακριβώς μέχρι που μπορεί να εξελιχτεί αυτή η κατάσταση. Καταλαβαίνει επίσης ότι αληθοφανή σενάρια μπορούν να οδηγήσουν σε καταστροφές. Γιατί, εφόσον η κλιμάκωση συνεχιστεί και οι Ιρανοί επιτίθενται στις χώρες του Κόλπου καταστρέφοντας τις ενεργειακές υποδομές τους, οι επιπτώσεις θα είναι καταστροφικές για όλο τον πλανήτη.
Ο Τραμπ όμως «δεν θέλει να το ρισκάρει και ψάχνει ευκαιρίες εξόδου από τον πόλεμο». Προφανώς, πιστεύει ο Αμερικανός καθηγητής του Σικάγου, «οι Ιρανοί δεν θα του τις δώσουν και θα είναι παράλογοι αν το κάνουν». Εκτός αν τους προσφέρουν κάποιο “deal”. Στα ΜΜΕ βεβαίως δεν γίνεται λόγος για κάτι τέτοιο. Διάλογος για τον τερματισμό του πολέμου εκ μέρους των ΗΠΑ και το Ισραήλ μπορεί να υπάρξει μόνο αν γίνει με κάποιο θετικό τρόπο γι’ αυτούς.
Για τους Ισραηλινούς θα ισοδυναμεί με νίκη του Ιράν, αν δεν επέλθει αλλαγή του καθεστώτος και η καταστροφή του Ιράν. Οι ΗΠΑ θα ήταν ευχαριστημένες και μόνο με την αλλαγή του καθεστώτος, όχι όμως το Ισραήλ. Ενόψει των εκλογών του Νοεμβρίου και του γεγονότος ότι ο πόλεμος δεν εξελίσσεται όπως είχε σχεδιαστεί «ο Τραμπ και οι άνθρωποί του θέλουν να τον τελειώσουν μ΄ ένα τρόπο που να φαίνεται σαν νίκη και ας μην είναι αποφασιστική. Αυτή είναι η συζήτηση στη Δύση».
Ο Mearsheimer εκτιμά ότι οι Ιρανοί «έχουν κατανοήσει ότι σε αυτόν τον πόλεμο έχουν μέχρι τώρα το πάνω χέρι, για αυτό και μπορούν να πιέζουν». Επειδή ακριβώς έχουν τους βαλλιστικούς πυραύλους και τα drones και μπορούν να επιχειρούν σ΄ ένα περιβάλλον με πολλούς στόχους, είναι σαφές ότι δεν θέλουν να παραδοθούν. Αντίθετα, με τα δεδομένα αυτά επιδιώκουν ν΄ αποκτήσουν ένα πλεονέκτημα. Να πετύχουν στο τέλος του πολέμου μια συνθήκη που θα κάνει τη θέση τους ισχυρότερη από αυτήν πριν από την 28η Φεβρουαρίου.
Αυτό σημαίνει, σημειώνει ο καθηγητής, ότι κατ’ αρχάς θα απαιτήσουν μια σημαντική χαλάρωση των κυρώσεων και πιθανώς να ζητήσουν ακόμη και επανορθώσεις. Επίσης, να δεσμευτούν οι Αμερικανο-ισραηλινοί ότι δεν θα τους επιτεθούν πάλι σε έξι μήνες ή ένα χρόνο, όπως το έκαναν δύο φορές από τον περασμένο Ιούνιο.
Τέτοιες απαιτήσεις θα έπρεπε να αποδεχτούν οι Αμερικανοί αν θέλουν να επιτύχουν μια συμφωνία για το τέλος του πολέμου. Κι εφόσον δεν τις αποδεχτούν, τότε οι Ιρανοί έχουν το κίνητρο να συνεχίσουν τον πόλεμο με μεγαλύτερη ένταση μέχρι να γίνουν αποδεκτοί οι όροι τους. Για αυτό και είναι δύσκολο να δει κανείς που μπορούν οι ΗΠΑ να βρουν μια διέξοδο, όχι μόνο να πείσουν το Ισραήλ για τον τερματισμό του πολέμου, αλλά και να έρθουν σε συμφωνία με τους Ιρανούς. Με τα σημερινά δεδομένα πάντως οι Ιρανοί δεν έχουν κίνητρο για να σταματήσουν.
Ζωτικά συμφέροντα των ΗΠΑ
Στο ερώτημα ποια είναι σήμερα τα ζωτικά συμφέροντα των ΗΠΑ ο Mearsheimer έκανε μια γεωγραφική διαφοροποίηση. Είναι σαφές ότι η Ευρώπη και η Άπω Ανατολή είναι ζωτικής σημασίας για τις ΗΠΑ, επειδή εκεί υπάρχουν οι Μεγάλες Δυνάμεις. Ζωτικής σημασίας είναι όμως και ο Περσικός Κόλπος. Όχι επειδή υπάρχουν Μεγάλες Δυνάμεις αλλά για το πετρέλαιο, την σπουδαιότητα του οποίου στην οικονομία όλοι αναγνωρίζουν και ποιες συνέπειες θα υπάρξουν σε περίπτωση διακοπής της ροής του από τον Κόλπο.
Παρ΄ όλα αυτά ο Mearsheimer παραμένει αισιόδοξος, καθώς δεν πιστεύει ότι τελικά θα φτάσουμε στη μεγάλη ύφεση, αλλά ότι τελικά η κυβέρνηση Τραμπ θα κάνει πίσω, όταν γίνει ξεκάθαρο ότι ολόκληρη η υφήλιος βαδίζει προς το γκρεμό. Ο Τραμπ και η ομάδα του, που δεν είναι και οι καλύτεροι στρατηγοί, και θα αντιληφθούν κάποια στιγμή ότι θα πρέπει να είναι πολύ προσεχτικοί γιατί διαφορετικά οι συνέπειες θα είναι ολέθριες.
Ο ρόλος της Ρωσίας και της Κίνας
Αναφερόμενος στα κίνητρα της Ρωσίας και της Κίνας για να βοηθήσουν το Ιράν, ο Mearsheimer θεωρεί ότι η πραγματικότητα είναι ότι και οι δύο αυτές μεγάλες δυνάμεις έχουν σοβαρά κίνητρα να σταθούν δίπλα στο Ιράν και ότι «θα έκαναν ότι μπορούσαν για να εξασφαλίσουν ότι οι ΗΠΑ θα υποστούν στο Ιράν μια ταπεινωτική ήττα». Είναι προς το συμφέρον της Ρωσίας και της Κίνας να δεσμεύσουν τις ΗΠΑ στο Ιράν και να τις δουν να αντιμετωπίζει μεγάλες δυσκολίες.
Τόσο για τη Ρωσία όσο και για την Κίνα οι ΗΠΑ είναι ένας θανάσιμος εχθρός. Πούτιν και Σι συνεννοούνται μεταξύ τους απολύτως και είναι αρκετά έξυπνοι για να μην ανακοινώνουν δημοσίως πόσο επικίνδυνη θεωρούν τις ΗΠΑ. Αντιλαμβάνονται όμως και οι δύο ότι έχουν να κάνουν με μια χώρα που κατά βάθος είναι ένας ελέφαντας εκτός ελέγχου, που είναι πολύ ισχυρός και που δεν μπορεί κανείς να τον εμπιστεύεται.
Επισημαίνει όμως ότι υπάρχουν και όρια στις ενέργειες και τις άμεσες παρεμβάσεις που μπορούν να κάνουν αυτές οι δύο χώρες. Το τελευταίο που θέλει η Ρωσία, λαμβάνοντας υπόψη και τον σε εξέλιξη πόλεμο στην Ουκρανία, είναι να μπλεχτούν στο Ιράν σ΄ έναν ακόμη πόλεμο. Για αυτό δεν θα έχουν άμεση συμμετοχή. Οι Κινέζοι πάλι δεν διαθέτουν τα απαραίτητα μέσα να βοηθήσουν καθοριστικά το Ιράν και ούτε αυτοί θα συμμετάσχουν άμεσα.
Όμως, τόσο η Ρωσία όσο και η Κίνα βοηθούν το Ιράν παρέχοντας σημαντικές πληροφορίες των μυστικών υπηρεσιών τους τις οποίες εκμεταλλεύονται οι Ιρανοί εναντίον του Ισραήλ, των χωρών του Κόλπου και εναντίων αμερικανικών υποδομών. Είναι ξεκάθαρο επίσης ότι βοήθησαν με τεχνολογικό εξοπλισμό πριν την έναρξη του πολέμου. Υπήρξαν πληροφορίες ότι οι Κινέζοι εξόπλισαν το Ιράν με πυραύλους κι ένα σημαντικό ραντάρ.
Ο Mearsheimer εκτιμά μάλιστα ότι όσο θα συνεχίζεται ο πόλεμος η υποστήριξη αυτή θα αυξηθεί. Για αυτό το πρόβλημα του Ισραήλ όσον αφορά την επιδιωκόμενη καταστροφή του Ιράν θα γίνει εντονότερο μελλοντικά. Ιδιαίτερα όμως η Κίνα, που μεγεθύνει τον στόλο της στις ανοιχτές θάλασσες, θα εμπλέκεται όλο και περισσότερο στην πολιτική της Μέσης Ανατολής και ιδιαίτερα στο Ιράν. Και αυτό θα δυσκολέψει επίσης Ισραηλινούς και Αμερικανούς στον πόλεμο με το Ιράν. Μια εξέλιξη που για τον Mearsheimer είναι και η σωστή.





