Ζούμε σε καθεστώς “αντεστραμμένου ολοκληρωτισμού”
29/03/2026
Στην εποχή μας, η δημοκρατία δεν πέθανε, απλώς φόρεσε κοστούμι, ραμμένο στα μέτρα της αγοράς, με φόδρα από διαφημιστικά σλόγκαν και κουμπιά που κουμπώνουν μόνο όταν τα τραβάει η “ανάπτυξη”. Ο Σέλντον Γουόλιν μας είπε ότι ζούμε την εποχή του “αντεστραμμένου ολοκληρωτισμού”, με μια διαφορά όμως, γιατί αν κάποτε ο ολοκληρωτισμός είχε τη μορφή μιας βαριάς μπότας, που πατούσε το λαιμό της κοινωνίας, τώρα περπατάει αθόρυβα με λουστρίνια. Δεν ακούγεται, αλλά σε πατάει εξίσου. Είναι η “καλλιεργημένη βαρβαρότητα”, όπως έγραφε ο Γκράχαμ Γκρην.
Αυτός λοιπόν, ο “αντεστραμμένος ολοκληρωτισμός” αποτελεί σήμερα την τέχνη της μεταστροφής όλων των αρχών της δημοκρατίας. Λες και γύρισε ανάποδα η δημοκρατία στο πλυντήριο της ιστορίας και βγήκε ένας soft ολοκληρωτισμός, πιο μαλακός, πιο εύπεπτος, σχεδόν ευγενικός. Δεν χρειάζεται πια το μεγάλο ηγέτη με το υψωμένο χέρι και τη βαριά φωνή, γιατί τώρα διαθέτει διευθυντικά συμβούλια, οικονομικούς δείκτες και παρουσιάσεις PowerPoint. Έτσι λοιπόν, ο φόβος σήμερα δεν επιβάλλεται, διαχέεται. Όπως το άρωμα σε ένα πολυκατάστημα, δεν ξέρεις από πού έρχεται, αλλά σε κάνει να καταναλώνεις.
Η πολιτική του “αντεστραμμένου ολοκληρωτισμού” έγινε branding. Οι υποψήφιοι δεν εκλέγονται, λανσάρονται και έχουν λογότυπο, αφήγημα, στόχευση κοινού. Ενώ η ψήφος μοιάζει με επιλογή προϊόντος στο ράφι: “Ποιον θέλετε σήμερα; Τον μεταρρυθμιστή light ή τον πατριώτη zero;”. Και ο πολίτης, αυτός ο παλιός κυρίαρχος, στέκεται μπροστά στο καρότσι της κάλπης και αναρωτιέται αν πρέπει να πάρει δύο με την τιμή του ενός. Το θέαμα πλέον γίνεται η νέα εξουσία. Έτσι λοιπόν, κάτω από αυτή την προοπτική οι ειδήσεις δεν ενημερώνουν, απλά σκηνοθετούν το αφήγημα που πρέπει να ακούσει ο πολίτης. Ο αντίλαλος της φωνής του Μάλκομ Μάγκεριτζ ακούγεται ακόμη, όταν μας έλεγε ότι «οι φορείς της ειδησιογραφίας προσφέρουν τώρα πια το όπιο των μαζών».
Η πραγματικότητα σήμερα υπάρχει μόνο όταν προβάλλεται, και μέσα σε αυτή τη συνεχή προβολή, ακόμη και ο πόλεμος λειτουργεί σαν υπόκρουση, γίνεται ένα μόνιμο ντραμς, που δεν σταματά ποτέ. Όχι γιατί ο εχθρός είναι πάντα ορατός, αλλά γιατί πρέπει πάντα να υπάρχει. Αυτή εξάλλου είναι και η ιδανική αφήγηση: αόριστη, ελαστική, διαρκής. Καλλιεργείται έτσι ένας πόλεμος χωρίς τέλος, με μια ειρήνη που συνεχώς αναβάλλεται. Εξάλλου ο πόλεμος δικαιολογεί ο ίδιος τι είναι πραγματικό και τι δεν είναι, και ουδόλως οι ομόφωνες φωνές του ΟΗΕ.
Στο μεταξύ, η οικονομική εξουσία δεν στέκεται απλώς δίπλα στην πολιτική, αλλά κάθεται στη θέση της. Οι νόμοι γράφονται με γλώσσα ισολογισμών, οι κανονισμοί μετρώνται σε ποσοστά απόδοσης, και η δημόσια πολιτική μοιάζει όλο και περισσότερο με εταιρικό σχέδιο δράσης. Σήμερα πολλές κυβερνήσεις μάλλον δεν κυβερνούν, απλά διαχειρίζονται και διαχειρίζονται όχι το κοινό καλό, αλλά το “επενδυτικό κλίμα”.
Κάποτε λέγαμε πως η δημοκρατία απαιτεί συμμετοχή, τώρα αρκεί η τηλεθέαση. Οι εκλογές έγιναν ένα είδος καρναβαλιού όπως μας έλεγε ο Σέλντον Γουόλιν. Ένα καρναβάλι πολύχρωμο, θορυβώδες, γεμάτο υποσχέσεις και μπαλόνια. Και οι πολίτες χειροκροτούν, σχολιάζουν, ίσως και συγκινούνται, και μετά επιστρέφουν σπίτια τους, αφήνοντας πίσω τους τα κομφετί της επιλογής. Γιατί, κατά βάθος, η επιλογή είχε ήδη γίνει αλλού, σε αίθουσες χωρίς κάμερες, με καφέδες χωρίς ζάχαρη και αποφάσεις χωρίς ερωτήσεις.
Η καλλιέργεια του ολοκληρωτισμού από τα κάτω
Η ειρωνεία είναι πως όλα αυτά συμβαίνουν χωρίς να φαίνονται απαγορεύσεις. Εξάλλου δεν υπάρχει σήμερα λογοκρισία, υπάρχει υπερπληροφόρηση, δεν υπάρχει καταστολή, υπάρχει κόπωση. Ο πολίτης δεν φιμώνεται, απλώς κουράζεται να μιλά και όταν κουράζεσαι, δεν αντιστέκεσαι, γιατί κάνεις scroll. Ίσως αυτό να είναι το πιο εκλεπτυσμένο τέχνασμα του “αντεστραμμένου ολοκληρωτισμού”, δεν σου παίρνουν τη φωνή, αλλά σου παίρνουν την ανάγκη ώστε να τη χρησιμοποιήσεις. Σε πείθουν ότι όλα είναι πολύπλοκα, πολύ μακριά, πολύ “τεχνικά”. Και έτσι, σιγά-σιγά, αποσύρεσαι, όχι με θυμό, αλλά με ένα ελαφρύ ανασήκωμα των ώμων. Σαν να λες: “Έτσι είναι τα πράγματα”.
Μα τα πράγματα δεν είναι ποτέ “έτσι”. Είναι έτσι, μόνο όταν εμείς τα αφήνουμε να γίνουν. Κι εδώ βρίσκεται η μικρή, ενοχλητική λεπτομέρεια, που χαλάει την ωραία βιτρίνα, γιατί ο “αντεστραμμένος ολοκληρωτισμός” δεν επιβάλλεται μόνο από πάνω, αλλά καλλιεργείται κι από κάτω. Από τη συνήθεια, την αδιαφορία, την αποδοχή του “λίγο χειρότερα, αλλά εντάξει”. Κι αν υπάρχει μια ελπίδα, όχι μεγάλη, ούτε θριαμβευτική, αλλά πεισματάρα, είναι ότι το θέαμα κάποτε κουράζει. Και ότι πίσω από τα φώτα, κάποιος θα θυμηθεί πως η δημοκρατία δεν είναι παράσταση, αλλά διαδικασία αργή, δύσκολη, μπορεί και άχαρη, χωρίς εφέ, χωρίς μουσική υπόκρουση, μόνο με φωνές, αντιρρήσεις και εκείνη τη βαρετή, επίμονη ανάγκη να αποφασίζουμε μαζί.
Μέχρι τότε, το σόου θα συνεχίζεται, με νέες καμπάνιες, νέα συνθήματα, νέες “επιλογές”. Και εμείς, καθισμένοι αναπαυτικά στις θέσεις μας, θα αναρωτιόμαστε ίσως με μια δόση πικρού χιούμορ αν τελικά είμαστε πολίτες ή απλώς κοινό, και αν τελικά χειροκροτούμε από ενθουσιασμό ή από συνήθεια. Ή, το χειρότερο, από ευγένεια. Ωστόσο αναγραφόμαστε σε αυτό που ο Σέλντον Γουόλιν μας μίλησε, δηλαδή στον “αντεστραμμένο ολοκληρωτισμό”.





